32 Δεκεμβρίου

Ρολόι Παγκόσμιας ώρας

Ρολόι Παγκόσμιας ώρας.

«Υπάρχει κάποιος που θέλει να δει το σπίτι», της είπε ο μεσίτης. «Αυτός έχει λεφτά, μπορεί να πληρώσει και cash».

Άφησε το τηλέφωνο και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Μετά από μήνες στ’ απούλητα, κάποιος μάλλον ενδιαφερόταν σοβαρά. «Θεέ μου, σε παρακαλώ, κάνε κάτι να πουληθεί, δεν αντέχω…». Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βρει χρήματα. Χωρίς δουλειά πώς να πληρώσει για τα δυο παιδιά της; Τι θα ‘κανε με τους λογαριασμούς, τις Εφορίες και όσα καινούρια αποφασίζουν οι Σημαντικοί Χυδαίοι αυτού του κόσμου; Η ιστορία της μοιάζει με αμέτρητες άλλες, χάνεται πια στο αόριστο της γενικής απόγνωσης. Κάθε μέρα θα συναντήσουμε και μια πιο δύσκολη ή τραγική αφήγηση… Δεν υπάρχει κανένα φρένο, κανένα έλεος στις ζωές των ανθρώπων. Αλλά για εκείνην το ερώτημα παρέμενε τόσο απτό και γειωμένο, που δεν χωρούσε πια άλλο συναίσθημα ή δεύτερη σκέψη. «Πρέπει θα βρω χρήματα για τα παιδιά».

Είχε φτάσει νωρίτερα στο διαμέρισμα, μαζί με το μεσίτη. Βρισκόμουν κι εγώ στη γειτονιά. «Όπου να ναι έρχεται ο αγοραστής. Α, νάτος!»

Σταμάτησε μπροστά μας, πάνω σε μια πολύ ακριβή μοτοσικλέτα. Είχα καιρό να δω μια τέτοια μηχανή στους αθηναϊκούς δρόμους. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα 45 (μπορεί να ‘ταν και μεγαλύτερος, αλλά το ντύσιμό του- τζιν και δερμάτινο μπουφάν- και το μοντέρνο κούρεμα στα γκρίζα μαλλιά του, τον έκαναν να μοιάζει πιο μικρός). Κρατούσε το κράνος στα χέρια του και φορούσε γυαλιά ηλίου, παρόλη την συννεφιά.

«Ένας πλούσιος φιγουρατζής», είπα από μέσα μου. Αλλά με μάλωσα αμέσως. «Μη κάνεις αυτά που κοροϊδεύεις, μην είσαι επιπόλαιος στις κρίσεις σου! Ποτέ δεν ξέρεις για τον άλλον…». Κι είναι αλήθεια. Ποτέ δεν ξέρεις. Όμως αυτό θα ‘ταν κάτι που θα ‘πρεπε να γνωρίζει κι εκείνος, ο πλούσιος αγοραστής.

Είπε ένα πνιχτό βαριεστημένο «Γεια», πληκτρολογώντας κάτι στο κινητό του. Ο Μεσίτης με την υπαλληλική υποτακτική ψυχολογία του Χατζηαβάτη, τον καλωσόρισε και του σύστησε την ιδιοκτήτρια του σπιτιού. Εκείνος δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. Του σύστηναν μια κυρία και το μόνο που είχε να πει, απευθυνόμενος στον μεσίτη, ήταν «Καλά, καλά ,πάμε τώρα να δω το σπίτι, γιατί έχω και δουλειές…»

«Τι μαλάκας είναι αυτός;» είπα ξανά από μέσα μου, χωρίς να με επαναφέρω στην τάξη ετούτη τη φορά.

Ο υποψήφιος αγοραστής άρχισε να τριγυρνά στο σπίτι. Κοιτούσε αποκλειστικά τον υπάλληλου του μεσιτικού γραφείου, ούτε μισό βλέμμα σε μας, σαν να μην υπήρχαμε. Σε κάθε εξήγηση και περιγραφή του μεσίτη, εκείνος έκανε μορφασμούς δυσαρέσκειας και απαντούσε μονολεκτικά «μάλιστα…» «καλά…» με όση περίσσεια απαξίωση διέθετε το ύφος του. Σε κάθε επόμενο τετραγωνικό του σπιτιού γινόταν πιο εμπαθής. Ακουγόταν μόνο η τσίχλα που μασούσε δυνατά και η κακία του.

«Από που αντλεί τέτοια αλαζονεία;», αναρωτήθηκα. «Επειδή έχει λεφτά; Και τι έγινε;» Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα το θράσος της ισχύος. Αλλά ήταν μια καλή υπενθύμιση.

Πιο πολύ ήταν θλίψη.

Τον φαντάστηκα στη δουλειά του. Πως θα μιλούσε στους υπαλλήλους του – μάλλον δε θα ‘ξερε καν τα ονόματα όλων τους. Θα ‘ταν αγενής. Η ασέβεια του προσωρινά πετυχημένου και διαρκώς απάνθρωπου. Πόσους θα είχε στεναχωρήσει; Πόσους θα είχε χαρεί να πονέσει; Φαντάσου πως θα μιλούσε στη γυναίκα του, τι θα δίδασκε στα παιδιά του… Αλλά μπορεί και όχι. Μπορεί να ήταν σωστός εργοδότης, καλός πατέρας, μπορεί να ήταν αλλιώς…. «Τι πάω και σκέφτομαι…; Παιχνίδια του μυαλού είναι αυτά. Ας αγοράσει το σπίτι, ας σωθεί η φίλη μου, ας τραβήξει στην άδεια ζωή του κι ας μην τον ξαναδώ…»

Όμως το σπίτι δε θα του το πουλούσε. Όσα και να έδινε. Το είδα στα μάτια της εκείνη την στιγμή. Παρέμενε νηφάλια απέναντι στην πρόκληση , αξιοπρεπής απέναντι στις διαρκείς ματαιώσεις.

Ο μεσίτης πάτησε τον διακόπτη και άνοιξε το φως. Τον ακολούθησε αγέρωχος, με αργά βήματα, ο αγοραστής. Τότε φόρεσε το πιο χλευαστικό του πρόσωπο και κοιτώντας το μπάνιο είπε:

«Μα ποιος ηλίθιος πήγε και το φτιαξε έτσι; Εξυπνάδα είναι αυτό;»

Ήταν σαν να είχε τονίσει κάθε γράμμα από τη λέξη «ηλίθιος» και περίμενε την αγχωμένη απολογία, μ’ ένα χαμόγελο ηδονής και υπεροψίας.

Εκείνη τον πλησίασε. Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο. Η φωνή της σταθερή.

«Η μπανιέρα είναι έτσι, γιατί εδώ ζούσε ένας άνθρωπος με αναπηρία. Τα τελευταία χρόνια, πριν φύγει από τη ζωή ο σύζυγός μου, ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Γι αυτό είναι έτσι».

Σιωπή.

Εκείνος γύρισε απότομα το κεφάλι, σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Την κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια. Κι ήταν και η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα το πρόσωπο ενός ανθρώπου ν’ αλλάζει χρώματα μέσα σε μια μόνο στιγμή. Είχα φανταστεί κάτι τέτοιο, το ‘χα βιώσει λογοτεχνικά, αλλά ποτέ δεν είχα δει να συμβαίνει μπροστά μου, αληθινά.

Πέρασαν δύο ή τρία δευτερόλεπτα , που έμοιαζαν με ώρες ατέλειωτες. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν εκείνος ο άνδρας. Δεν ξέρω αν είδε τον εαυτό του πεσμένο στην άσφαλτο, αν άκουσε το ασθενοφόρο να ουρλιάζει, αν τον θάμπωσαν τα φώτα του χειρουργείου. Δεν ξέρω αν φαντάστηκε το σώμα του σε αναπηρική καρέκλα. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε. Αν σκέφτηκε τα παιδιά του, τη γυναίκα του ή κανέναν.

Ξέρω πως ξεροκατάπιε. Έσκυψε ολόκληρος. Μαζί του και το βλέμμα. «Συγνώμη, πρέπει να φύγω» ψιθύρισε, κοιτώντας στο πουθενά.

Ξέρω πως ένας άλλος άνθρωπος μπήκε σ’ εκείνο το σπίτι κι άλλος βγήκε.

Πλησίασα το παράθυρο που βλέπει στην αυλόπορτα. Παραμέρισα ελάχιστα την κουρτίνα. Φόρεσε το κράνος του, κοίταξε 3-4 φορές επίμονα αν ήταν ελεύθερος ο δρόμος και χάθηκε στον ορίζοντα.

ΥΓ. Συνήθως δεν συμβαδίζω με τις Παγκόσμιες Ημέρες. Γνωρίζω τη σημασία τους, αλλά πάντοτε δυσκολεύομαι με το πώς εξορίζουμε τη ζωή στην ασφάλεια μικρών, ελάχιστων κελιών του ημερολογίου. Αυτό το κείμενο, βλέπω πως συμπίπτει χρονικά με την 3η Δεκεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Ανθρώπων με Αναπηρία. Μια πιο πολύ ίσως να συμπίπτει με μιαν άλλη μέρα.

32 Δεκεμβρίου. Κι ας μην υπάρχει επισήμως. Ονομάστε την όπως θέλετε, αν θέλετε. Κάπου εκεί , σε μια άγνωστη μέρα- και νύχτα – ενυπάρχει κάθε ανείπωτος πόνος, κάθε όνειρο κι ελπίδα μας που κανείς δε θα μάθει, κάθε κόπος που δεν γεννιέται ως αντάλλαγμα, κάθε θυσία που δεν αποζητά παραδοχή. Κάπου εκεί στην άγνωστη μέρα, εκεί… αλλάζει πραγματικά ο Χρόνος.

Χρόνια Πολλά!

email
Πηγή άρθρου: aixmi.gr