Αγαπάει ο θεός τις μπερδεψοδουλειές ; του Δημήτρη Ποταμιάνου

Αγαπάει ο θεός τις μπερδεψοδουλειές;

Αγαπάει ο θεός τις μπερδεψοδουλειές;

«Πάρτε ελιές, κύριε Δήμαρχε». «Καλό είναι και το χαβιάρι». Υποθέτω πως ο παροιμιώδης αυτός διάλογος θα πρέπει να ήταν μία από τις κύριες εμπνεύσεις του Γ. Σμαραγδή για την τελευταία του ταινία με θέμα τη ζωή και την εμπορική καπατσοσύνη τού εθνικού ευεργέτη Ι. Βαρβάκη (παρατσούκλι, από τα βαρβακίσια/ γερακίσια του μάτια).

Από τις αρχές του καλοκαιριού περίσσεψαν τα διαφημιστικά μηνύματα για την επικείμενη προβολή της φιλόδοξης κινηματογραφικής αγιογραφίας τού Ψαριανού πειρατή, μετέπειτα ευνοούμενου της Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας- υπό τις ευλογίες της πρωτοστάτησε στην επιτυχή συσκευασία και εμπορία τού αβγοτάραχου του οξυρύγχου της Κασπίας-και θερμού βέβαια συμπαραστάτη των εθνικοαπελευθερωτικών μας αγώνων (από τα Ορλωφικά μέχρι το Εικοσιένα και τη διακυβέρνηση του Καποδίστρια, περνώντας και από την ενεργό συμμετοχή στη Φιλική Εταιρεία), μεγάλου, τέλος, χορηγού, επί τη βάσει της γενναιόδωρης διαθήκης του, της πρότυπης Βαρβακείου Σχολής καθώς και της κεντρικής λαϊκής αγοράς της Αθήνας- να, επί τέλους, κι ένας μεγαλέμπορος με όραμά του το σύνθημα Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία.)

Δεν  λέω, πλούσιο όλο αυτό το υλικό για μια καλή κινηματογραφική ταινία. Βάλτε και την πολυτάραχη ιδιωτική ζωή τού ήρωα (διαρκείς περιπλανήσεις, από τα Ψαρά στην Πόλη και έως την Αγία Πετρούπολη και το Αστραχάν, φανεροί και κρυφοί έρωτες, δύσκολες σχέσεις με τα παιδιά του- ας μου επιτραπεί να ελέγξω εδώ την εμβριθή δήθεν παρατήρηση του δημιουργού της ταινίας πως ο (ταλαίπωρος) μέσος θεατής, αναλογιζόμενος τα επιτεύγματα αλλά και τα προβλήματα μιας τέτοιας σπουδαίας ιστορικής μορφής, μοιραίως βάζει σε δεύτερη μοίρα τη δική του δυσκολία να δώσει γάλα στο παιδί του, εξ ου και η δυνατότητα μιας ηρωικής εξόδου ημών των σύγχρονων ελεύθερων πολιορκημένων από τη σοβούσα κρίση!-, προσθέστε επίσης το δελεαστικό διεθνές καστ  (Catherine Deneuve, Sebastian Coch, από τους ξένους, Λάκης Λαζόπουλος από τους δικούς μας, μεταξύ πολλών άλλων) κι έχετε όλες τις εγγυήσεις μιας μεγάλης επιτυχίας.

Ώσπου μετά τον πολύμηνο καταιγισμό των διαφημιστικών σποτ, ήρθε τελευταίως στις οθόνες μας και το trailer της ταινίας. Κι αυτό εμένα τουλάχιστον με έπεισε να μην πάω, επ’ ουδενί λόγω, να δω το πολυσυζητημένο έργο. Διότι, κύριε Σμαραγδή μου, οφείλουμε να ξέρουμε για ποιό πράγμα μιλάμε. Το τρέιλερ σας καταλήγει με τον πρωταγωνιστή και ήρωά σας ν’ αρπάζει μια φούχτα χαβιάρι και να το φέρνει στη μύτη του, απολαμβάνοντας με έκδηλη ικανοποίηση την παρατεταμένη ψυχαμοιβό εισπνοή του. Καμία αντίρρηση φυσικά πως είναι νοστιμότατο το χαβιάρι, ευωδιαστό όμως- με την ψαρίλα του σαφώς να υπερισχύει- πολύ δύσκολα θα λέγαμε πως είναι. Ισχύει οπωσδήποτε ο συνδυασμός των δύο δόκιμων αυτών αισθήσεων, της γεύσης και της όσφρησης, για το τρισεύγενο κρασί, ας πούμε, δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο και με το υπερπολύτιμο κατά τα άλλα χαβιάρι (κάτι ανάλογο θα μπορούσε άλλωστε να ειπωθεί και για τα φημισμένα υπερώριμα- βρομερά πάντως εκ κατασκευής- γαλλικά τυριά).

Θα μου πείτε, ίσως, πως ο προκομμένος μεγαλέμπορός σας δεν νοιάζεται τόσο να χαρεί τη μυρωδιά του προϊόντος που θα τον κάνει μια μέρα πάμπλουτο- για το καλό, θα συμφωνήσω, όχι μόνο το δικό του, παρά και των συνανθρώπων του-, αλλά να ελέγξει απλώς αν το δείγμα που βαστάει στο χέρι του είναι σε καλή και εμπορεύσιμη κατάσταση. Πιθανόν, δεν θα επιμείνω στον αντίλογό μου, αλλά το μπέρδεμα παραμένει. Και ο θεός μπορεί μεν ν’ αγαπάει, σαν όλα τα νοήμονα πλάσματά του- καλή ώρα ο δήμαρχος που λέγαμε στην αρχή- το χαβιάρι, δεν είμαι όμως καθόλου βέβαιος πως αγαπάει εξίσου και τις μπερδεψοδουλειές.

email
Πηγή άρθρου: protagon.gr