Αρσενικό – θηλυκό: Ενας πόλεμος δίχως αρχή και τέλος

Ταινία του Πώλ Γκοντάρ

Ταινία του Πώλ Γκοντάρ

1966. Παρίσι. Ο Πωλ, νεαρός ιδεαλιστής με λογοτεχνικές ανησυχίες, και η Μαντλέν, εκκολαπτόμενη ποπ σταρ.

Τα γούστα τους – μουσικά, πολιτικά – ασύμπτωτα. Οι ίδιοι αταίριαστοι. Ό,τι πρέπει δηλαδή για να εμπλακούν συναισθηματικά. Στο ντουέτο «προστίθενται» και οι δύο φιλενάδες συγκάτοικοι της Μαντλέν. Το διήγημα ξεκινάει. Θέμα του το σεξ και η νιότη. Πηγή έμπνευσης οι νουβέλες του Γκι ντε Μωπασάν. Μαιτρ της κινηματογραφικής απόδοσής τους ο μεγάλος Γκοντάρ.

Η προβολή της ταινίας είχε απαγορευτεί για άτομα κάτω των 18 ετών, τη στιγμή που, σύμφωνα με δήλωση του δημιουργού του, σ’ αυτό ακριβώς το κοινό απευθυνόταν εξαρχής – κάτι που ωστόσο δεν εμπόδισε καθόλου το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου να το βραβεύσει ως το καλύτερο φιλμ για νέους.

Από τη μεγάλη οθόνη παρελαύνουν σεκάνς μοναδικής ευφυίας στο γνωστό στυλ vérité του Γάλλου κινηματογραφιστή: υπέροχοι μονόλογοι πάνω στην ερωτική πράξη και την πολιτική, σωρεία από συμβολικές μορφές της ποπ κουλτούρας, όπως ο Τζέημς Μποντ και ο Μπομπ Ντύλαν, προσωπικότητες της πολιτικής και διανόησης, όπως ο Σαρλ ντε Γκωλ και ο Αντρέ Μαλρώ.

Πρόκειται για την ιστορία ενός πολέμου. Εκείνου μεταξύ ενός νέου, του οποίου η προλεταριακή συνείδηση τον εμποδίζει να αφεθεί και να εκφραστεί ελεύθερα, χωρίς ωστόσο αυτό να τον αποτρέπει από το να τρέχει διαρκώς πίσω από τον κώλο της Μαντλέν, και της Μαντλέν, ενός κοριτσιού-προϊόντος της αμερικανόστροφης ποπ κουλτούρας που θέλει να γίνει σταρ.

Εκεί όπου ο ένας αποζητά την πολιτική αφύπνιση και τη δράση, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα της εξέγερσης, η άλλη εκπροσωπεί τον κόσμο της εικόνας, της κενότητας και της ελαφρότητας. Με άλλα λόγια, ο Μαρξ «τα φτιάχνει» με την Κόκα-κόλα. Γάμος ασύμβατος και γι’ αυτό διεστραμμένα ενδιαφέρων.

2012. Τα αρσενικά εξακολουθούν να τρέχουν πίσω από τους κώλους των θηλυκών. Ο Μαρξ δεν είναι πια της μόδας. Έχει υποσκελιστεί από την Κόκα-Κόλα, η οποία δεν συμπαραδηλώνεται πια από ηδυπαθείς, ράθυμες Γκονταρικές θηλυκές φιγούρες με σορτσάκια, μαύρα γυαλιά και μαρινιέρες, έτοιμες να σαγηνευτούν από επαναστατημένους νέους, ικανούς να προδώσουν τον ιδεαλισμό τους για να μπουν στα σκέλια τους, αλλά από δυναμικές, άφυλες, κατ’ επίφαση θηλυκές, φαλλόμορφες υπάρξεις που θέλουν να «πετύχουν» σε έναν κόσμο αντρών, να γίνουν «μάνες» και να «χτυπηθούν» μέχρις εσχάτων στα γυμναστήρια για να χωρούν με άνεση μέσα στα συμβολικά φορτισμένα ενδύματά τους.

Το δε άλλο στρατόπεδο έχει επικίνδυνα εκφυλιστεί. Έχει πιστέψει πως ο διάφυλος πόλεμος είναι ξεπερασμένο πράγμα. Πως έχει λήξει. Πως έχει διευθετηθεί και ότι όλη η πλάση ησυχάζει. Πως ανήκει στο αναλογικό σύμπαν και όχι στην ψηφιακή εποχή της πολυμορφικότητας. Έχει απολέσει ανεπανόρθωτα το ιδεολογικό του έρεισμα και, συνεπώς, την ουσιώδη μάσκα που ΠΡΕΠΕΙ να επικαλύπτει τη σεξουαλική ορμή του για να μπορεί να σαγηνεύει και να κατακτά.

Όχι τυχαίως, στην εν λόγω ταινία του, ο Γκοντάρ αναπτύσσει μία γλωσσολογικά αυθαίρετη, αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της λέξης «masculin» (η γαλλική απόδοση της λέξης «αρσενικό», η οποία προφέρεται «μασκυλέν»). Η φωνητική εκφορά της αποκαλύπτει μέσα της τις λέξεις «masque» (μασκ: «μάσκα») και «cul» (κυλ: «κώλος»). Κοντολογίς, για να κατακτήσεις «κώλους», πρέπει να ξέρεις να μεταμφιέζεις τη σεξουαλική ενόρμηση σε πολιτισμικό παραπέτασμα-προσωπείο. Για να μεταμφιέσεις όμως την πρώτη πρέπει να υπάρχει το δεύτερο.

Ειδάλλως, ισχύει το γνωστό «που πας ξεβράκωτος στα αγγούρια…».

email
Πηγή άρθρου: iefimerida.gr