Ατελείωτη εφηβεία,του Σταύρου Θεοδωράκη

Ατελείωτη εφηβεία

Ατελείωτη εφηβεία

Πέρασα και εγώ μια μικρή περίοδο της ζωής μου που νόμιζα ότι έπαιζα το καλύτερο ποδοσφαιράκι στον κόσμο. Το ποδοσφαιράκι ήτανε ίσαμε ένα μεγάλο τραπέζι κουζίνας.

Βαρύ, με παίχτες ξύλινους, περασμένους σε μεταλλικές βέργες. Τερματοφύλακας, δύο αμυντικοί, πέντε κεντρικοί, τρεις επιθετικοί. Τα είχαν οι «λέσχες», τα είχαν και στα πανηγύρια. Ανασήκωνες τα μανίκια, έσφιγγες τις βέργες – είχαν ειδικές ξύλινες χειρολαβές στην άκρη – και έδινες δύναμη στην μπάλα να μπει στο αντίθετο τέρμα.

Ήταν μερικοί που έπαιζαν και με τα φάλτσα αλλά εμένα αυτό δεν μου άρεσε. Άλλωστε τα κορίτσια δεν καταλάβαιναν από φάλτσα, μπράτσα ήθελαν. Εντάξει υπερβάλλω. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ήμουν ο καλύτερος του κόσμου. Μου πέρασε από το μυαλό όμως ότι ίσως ήμουν ο καλύτερος της Αγίας Βαρβάρας. Ή άντε ο καλύτερος 16αρης της Αγίας Βαρβάρας.

Μια μέρα, Σάββατο πρέπει να ήταν, μάζεψα όλα τα λεφτά μου, στο σύνολο 50 δραχμές – οικονομίες ενός μήνα τουλάχιστον – και βγήκα για την μεγάλη μάχη. Είχα πάρει μαζί μου και χαρτομάντιλα γιατί το πρόβλημα ήταν, ότι μετά από 2-3 παιγνίδια τα χέρια σου ίδρωναν και γλιστρούσαν πάνω στις ξύλινες χειρολαβές.

Με τα χαρτομάντιλα λοιπόν στην κολότσεπη και με τα δίφραγκα στην τσέπη κατηφόρισα προς την Ελευθερίου Βενιζέλου. Εκεί ήταν το ραντεβού. Αντίπαλος μου ένας συμμαθητής μου ο οποίος και αυτός νόμιζε ότι έπαιζε το καλύτερο ποδοσφαιράκι στον κόσμο. Καμιά φορά μετά το σχόλασμα τρέχαμε στην «λέσχη» και παίζαμε ένα-δύο παιγνίδια, την μια κέρδιζα εγώ, την άλλη αυτός αλλά συμπέρασμα για το «ποιος ήταν ο καλύτερος», δεν έβγαινε. Οπότε εκείνο το Σάββατο είχαμε κανονίσει να λύσουμε μια για πάντα τις διαφορές μας. Θα παίζαμε και «στοίχημα»!

Ένα δίφραγκο το παιγνίδι. Το μηχάνημα για να βγάλει μπάλες, πέντε στον αριθμό, ήθελε ένα πενηνταράκι. Όποιος έχανε λοιπόν θα έβαζε την μάρκα και θα έδινε στον άλλον και ένα δίφραγκο.

Οι πρώτες νίκες ήταν εύκολες. Βοήθησαν και τα χαρτομάντιλα και τα χέρια μου δεν γλιστρούσαν. Ο αντίπαλος κάθε φορά που έχανε, ανέβαζε και το στοίχημα. «Πάμε το πάτσι». Φτάσαμε κάποια στιγμή να παίζουμε και για δέκα δραχμές!

Κόλαση! Τα χαρτομάντιλα σώθηκαν και τα χέρια μου άρχισαν να γλιστράνε. Ο συμμαθητής  μου όμως δεν είχε τέτοια προβλήματα. Σκουπιζόταν στο παντελόνι του. Αγχώθηκα; Κουράστηκα; Αποσπάσθηκα; Τι σημασία έχει. Τελικά όλα τα φράγκα – και τα 50! – κατέληξαν στην τσέπη του αντιπάλου μου.

Η σαββατιάτικη βόλτα θα τελείωνε χωρίς σουβλάκι. Εκεί που σκεφτόμουν ότι θα τους κεράσω – τουλάχιστον τις πατάτες- δεν μου έμειναν ούτε δεκάρες για να πάρω μια πίττα τυλιχτή χωρίς κρέας. Στο σουβλατζίδικο ήταν μαζεμένοι όλοι. Μάλλον έπιναν και μπύρα! Πολυτέλειες Σαββάτου.

Δεν τους κοίταξα όμως για πολύ. Κάτι προφασίστηκα και δεν σταμάτησα. Ανηφορίζοντας για το σπίτι, με άδειο στομάχι και άδειες τσέπες σκέφθηκα ότι είναι κακό πράγμα να νομίζεις ότι είσαι ο καλύτερος του κόσμου. Ή έστω της Αγίας Βαρβάρας.

ΥΓ. Ξέρω τι θα πεις.  «Ότι τρελάθηκε ο Θεοδωράκης και αντί να μας πει για τον Σαμαρά και για τον Τσίπρα, μας λέει για τα εφηβικά του». Κοίτα γύρω σου, γι’ αυτό σου λέω. Ζούμε στην χώρα που όλοι νομίζουν ότι είναι οι καλύτεροι του κόσμου. Από πού θέλεις να αρχίσουμε; Από τον λαό; Τους δημοσιογράφους; Τους «άρχοντες»; Από πού; Σαμαράς- Τσίπρας – Βενιζέλος – Καμένος – Παπαρήγα – Κουβέλης, το διαλαλούν όλη μέρα.

Αυτοί και μόνο αυτοί μπορούν να λύσουν το πρόβλημα της χώρας. Κάποιοι θέλουν να λύσουν και το πρόβλημα της Ευρώπης. Της οικουμένης όλης. Ούτε που τους περνά από το μυαλό ότι ίσως – ίσως λέω – δεν είναι οι καλύτεροι του κόσμου. Ο ένας θα πατήσει το κουμπί και θα βγει… ανάπτυξη. Ο άλλος θα τα λύσει όλα με μια συγκέντρωση έξω από την Καγκελαρία. Ο τρίτος θα τους κοιτάξει στα μάτια και θα τους πει «δώστε» και εκείνοι θα δώσουν. Ο τέταρτος θα σκάψει με τα χέρια του το Αιγαίο (μόνο να έχουμε έτοιμους τους αμφορείς να τους γεμίσουμε πετρέλαιο).

Ο πέμπτος θα μας ζητήσει να γυρίσουμε την πλάτη στους εχθρούς και να τους αφήσουμε να πεθάνουν στην μοναξιά τους. Και ο έκτος θα φωνάξει «αγαπάτε αλλήλους» και όλα  μπροστά μας θα φυτρώσουν ξανά (έχει πετύχει και με τον Ιησού στην Γαλιλαία). Ξόρκια, μετάνοιες και τσαμπουκάδες.

«Και τι να κάνουν» θα μου πεις. Να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να ζητήσουν βοήθεια. Αυτό θα ήταν πιο τίμιο. Να πουν «πολίτες βοηθήστε». «Δεν είμαστε οι καλύτεροι».

«Δεν είσαστε οι καλύτεροι». «Και δεν είμαστε ακόμη στην εφηβεία».

email
Πηγή άρθρου: protagon.gr