Γιατί δεν πήρα βίζα για τις ΗΠΑ

Γιατί δεν πήρα βίζα για τις ΗΠΑ

Γιατί δεν πήρα βίζα για τις ΗΠΑ

Πρώτη φορά που ζήτησα βίζα ήταν το 1990. Τότε είχε καταργηθεί η χορήγηση βίζα από το προξενείο της Θεσσαλονίκης. Στέλναμε το διαβατήριο με την αίτηση και 4 ή 5 χιλιάδες δραχμές σε ένα γραφείο στην Αθήνα που είχε ως βασική δουλειά αυτή την εξυπηρέτηση. Στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, η πρεσβεία χορηγούσε ή δεν χορηγούσε τη βίζα, το γραφείο έστελνε το διαβατήριο πίσω και ο επιβάτης έκανε ή δεν έκανε το ταξίδι του.

Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, ιδίως όταν επρόκειτο για πολύ νέα άτομα, η πρεσβεία ζητούσε αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Έτσι έκανε και σε μένα. Εν τω μεταξύ, επειδή δεν είχα τη δυνατότητα να πάω στην Αθήνα μόνο για τη βίζα και να γυρίσω στη Θεσσαλονίκη κι επειδή το ταξίδι για τις ΗΠΑ θα ξεκινούσε από την Αθήνα έτσι κι αλλιώς, πήγα την παραμονή του ταξιδιού στην πρεσβεία, ρισκάροντας και την πιθανότητα να μην την πάρω. Μαζί μου είχα τη βαλίτσα που περιλάμβανε από πουλόβερ και μπουφάν μέχρι και μαγιό, καθώς θα πήγαινα από την κρύα Νέα Υόρκη μέχρι την καλοκαιρινή Φλόριντα και την Καραϊβική. Ευτυχώς πήρα τη βίζα και ταξίδεψα κανονικά. Η ισχύς της ήταν για ένα χρόνο μόνο, αντί για 5 ή 10 που έδιναν σε άλλους. Όσο γι’ αυτούς που η σφραγίδα έγραφε «INDEFINITE», ήταν αξιοζήλευτοι: βίζα για πάντα για τη «Γη της Επαγγελίας».

Θέλησα να ξαναπάω στην Αμερική το 2009. Η διαδικασία είχε αλλάξει – και πάλι. Η βίζα χορηγούνταν μόνο αυτοπροσώπως με επίσκεψη στην πρεσβεία, κατόπιν ραντεβού. Έκλεισα το ραντεβού μέσω ίντερνετ, ένα πρωί του Οκτωβρίου, στις 11. «Παρακαλούμε να είστε συνεπής στο ραντεβού σας, ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα», έγραφε στις οδηγίες στο site της πρεσβείας. Πλήρωσα και 91,70 ευρώ για ένα «παράβολο», όπως ζητούσε η πρεσβεία (στην ουσία επρόκειτο για κατάθεση στο λογαριασμό της στην Τράπεζα Πειραιώς) και κατέβηκα αεροπορικώς στην Αθήνα το πρωί εκείνο. Στις 8.15 τηλεφώνησα στην πρεσβεία να επιβεβαιώσω και να ρωτήσω αν υπάρχει φωτογράφος επειδή θα χρειαζόταν φωτογραφία κι έκανα και την ερώτηση που με έκαιγε: «Μήπως να έρθω λίγο νωρίτερα;» «Όχι, να μην έρθετε» ήταν η απάντηση.

Προσπαθήστε, σας παρακαλώ, να είστε ακριβείς σε ένα ραντεβού στις 11 ακριβώς έξω από μια πρεσβεία με θεατούς και αθέατους φύλακες. Να μη δείχνετε ύποπτοι, βιαστικοί, αγχωμένοι, ανυπόμονοι. Τέλος πάντων, χασομερώντας, έφτασα ακριβώς στις 11 στην είσοδο.

Ο έλληνας αστυνομικός μιλούσε με κάποιους μπροστά μου. Όταν έφτασε η σειρά μου να του πω τι θέλω, με πληροφόρησε ότι η πόρτα κλείνει στις 11. Αναρωτήθηκα γιατί με αφορά αυτό, αφού εγώ είχα ραντεβού στις 11, ήρθα από τη Θεσσαλονίκη ειδικά γι’ αυτό και στην τελική στις 11 ήμουν στην πόρτα. Μου είπε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα και μου έδωσε ένα νούμερο να τηλεφωνήσω στην πρεσβεία. Τηλεφώνησα, σίγουρη ότι θα εξυπηρετηθώ. Αμ δε! Ψυχρές κι απρόσωπες γυναικείες φωνές με πληροφορούσαν ότι αποκλείεται να με δεχτούν και να κλείσω άλλο ραντεβού, εντελώς αδιάφορες για το ότι είχα κάνει τόσα έξοδα γι’ αυτήν τη βίζα και για το ότι ήμουν στην ώρα μου στο φυλάκιο της εισόδου.

Το μόνο ραντεβού που μπορούσα να κλείσω άμεσα ήταν για το επόμενο πρωί στις 08.38. Ναι, όπως το ακούτε. Στις 08.38. Σκέφτηκα να μείνω στην Αθήνα, να πάω και να ξεμπερδεύω. Και, ξαφνικά, μ’ έπιασε ένα άγχος: και ποιος μου λέει ότι θα ήμουν ικανή να πάω στις 08.38; Απ’ το φόβο μου γι’ αυτό που είχε συμβεί την ημέρα εκείνη, είναι σίγουρο ότι θα πήγαινα πολύ νωρίτερα. Άσε δε που απ’ την αγωνία και τα νεύρα δε θα μπορούσα να κοιμηθώ τη νύχτα και θα έφτανα σε περίεργη κατάσταση στην πρεσβεία, αν σκεφτεί κάποιος ότι προερχόμουν ήδη από μια νύχτα σχεδόν αγρύπνιας, εφόσον είχα ξυπνήσει στις 5 για να πετάξω στις 7 από Θεσσαλονίκη.

Αν -λέμε αν- κατάφερνα να πετύχω το 08.38, θα παρουσιαζόμουν, λοιπόν, σαν νευρικό ζόμπι μπροστά σε εκείνους που κρατούσαν στα χέρια τους τη σφραγίδα για τη «Γη της Επαγγελίας». Κι αν τους ενοχλούσαν οι σφραγίδες εισόδου από αραβικές και μουσουλμανικές χώρες που είχε το διαβατήριό μου; Θα εκνευριζόμουν κιόλας επειδή θα σκεφτόμουν το σημερινό κάζο και ποιος ξέρει αν θα συγκρατούσα τα νεύρα μου…

Μετά ξύπνησε ο επαναστάτης μέσα μου. Εκνευρίστηκα με τον εαυτό μου που δέχτηκε στην αίτηση του site της πρεσβείας να απαντήσει σε εξευτελιστικές ερωτήσεις του είδους «Μήπως έχετε διατελέσει πόρνη, προαγωγός ή τρομοκράτης;», που έδωσε τα στοιχεία του ατόμου το οποίο θα επισκεπτόμουν στην Καλιφόρνια, που έδωσε ακόμη και το όνομα και την ημερομηνία γεννήσεως του πρώην συζύγου μου, όπως ζητούσε η αίτηση. Ένιωσα προσβολή και υποτέλεια, τόσο ως Ελληνίδα όσο και σαν πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έφυγα αποχαιρετώντας το «California dreamin’» του 2009. Τα χρήματα που πλήρωσα στην πρεσβεία τα αποχαιρέτησα κι αυτά, καθώς αρνήθηκαν να μου τα επιστρέψουν κι ένιωσα πολύ αποκαρδιωμένη και φτωχή για να κινήσω περαιτέρω διαδικασίες γι’ αυτήν την άδικη «δωρεά» προς την αμερικανική κυβέρνηση.

Γι’ αυτό αγανακτώ όταν διαβάζω άρθρα σαν κι αυτό του Γεωργίου Μ. Κοκκορέ, που καταγγέλλουν ανάλογη -μη σου πω και χειρότερη- συμπεριφορά που δείχνει η δική μου χώρα σε πολίτες τους οποίους θεωρεί κατώτερους. Ντροπή μας.

email
Πηγή άρθρου: protagon.gr