Η εποχή της σαγιονάρας

Η εποχή της σαγιονάρας

Η εποχή της σαγιονάρας

Μπήκαμε λοιπόν για τα καλά, στην εποχή του θέρους, την επονομαζόμενη εποχή της σαγιονάρας, καθότι, για την επόμενη τουλάχιστον τριμηνία, τα πλέον ενδεδειγμένα υποδήματα για την αφόρητη ελληνική ζέστη, θα είναι οι πασίγνωστές μας σαγιονάρες.

Συνεχίζουμε λοιπόν, το αφιέρωμά μας στις ασιατικές εφευρέσεις που μας διευκολύνουν την καθημερινότητα, με τη σπουδαιότατη εφεύρεση της σαγιονάρας, όπως καθιερώθηκε στη χώρα μας να λέγεται το θερινόν υπόδημα, με τη χαρακτηριστική διχάλα, όπου εφαρμόζει ανάμεσα στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού και στα υπόλοιπα, το οποίο πατούμενο, βεβαίως-βεβαίως, πρωτοεμφανίστηκε εις την Ιαπωνία. Μάλιστα εις δύο εκδοχάς χρησιμοποιείτο, εις την πατρίδα της Χόντας και της Τογιότας: Εις την επίπεδην, «φλατ», εκδοχή για τους θερινούς μήνας, και εις την ανασηκωμένη, με χαρακτηριστικά ξύλινα τακούνια από κάτω, για τις βροχερές μέρες του χειμώνος.

Σαγιονάρα βεβαίως, στα ιαπωνικά σημαίνει «αντίο». Η λέξη που έδωσε το όνομά της στο θερινόν υπόδημα, μάλλον προέρχεται από την ομώνυμη ταινία του ’57 με το Μάρλον Μπράντο, όπου άναυδη η πτωχή Ελλάς αντίκριζε τα εξωτικά αυτά πέδιλα εις τας γκέισας που περιφέροντο εις την οθόνην. Δυστυχώς, μόνο εμείς τα ονομάζουμε έτσι. Στα αγγλικά λέγονται «φλιπ-φλοπ», από το χαρακτηριστικό τους ήχο όταν κτυπούν στη φτέρνα κατά το περπάτημα και διαφορετικώς αποκαλούνται από χώρα σε χώρα.

Η ιαπωνική σαγιονάρα, στην πρωτότυπη εκδοχή της, είναι φτιαγμένη από ξύλο, με υφασμάτινο ή δερμάτινο λουράκι. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε φτιαγμένη από καουτσούκ, σε χρώμα χλωμό κίτρινο, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, αν ενθυμούμαι καλώς, αντικαθιστώντας τους κακόγουστους μέχρι τότε ανταγωνιστάς τους.

Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με τη μόδα της «ντίσκο» μουσικής, ενέσκηψαν ως λαίλαπα τα ξύλινα τσόκαρα, με το δερμάτινο λουρί με την αγκράφα, σε «επίπεδη» εκδοχή αλλά και με τακούνι, σε άντρες και γυναίκες. Γκράπα-γκρούπα ηχούσε ο τσοκαροφόρος περιπατητής μέσα στο καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ξυπνώντας τους ησυχάζοντες, γκράπα-γκρούπα, έσερνε τα βήματά του ο μοντέρνος της μεταδικτατορικής Ελλάδας απολιτίκ νεανίας, σε μπαράκια της μόδας, πολλοί δε επέμεναν να τα φορούν ακόμη και όταν το ξύλο της σόλας είχε σπάσει, ή είχαν φύγει κομμάτια, σε μία αμετροεπή επίδειξη, ούτως ειπείν, «καγκούρικης» συμπεριφοράς, για να μη θίξω τους συμπαθείς Τσιγγάνους.

Η σαγιονάρα εξεδίωξε με την πρακτικότητα, το χαμηλό της κόστος και την ελαφρότητά της τα άθλια τσόκαρα και τη στρατιωτική παντόφλα, (εξίσου άθλιο απομεινάρι παλαιότερης δεκαετίας), φέρνοντας γαλήνη στη μεσημεριάτικη σιέστα και δίνοντας την αφορμή για χιλιάδες παραλλαγές, που ευεργέτησαν τα πόδια του λαού μας για πολλά χρόνια.

Έτσι κυριάρχησε λοιπόν, έως ώτου, ευφυής βραζιλιάνος, εκ Ρίου ντε Τζανέιρου, είχε τη φαεινή ιδέα να την κυκλοφορήσει σε πανδαισία χρωμάτων και σε βελτιωμένης ποιότητας ελαστικό. Η επιτυχία υπήρξε ακαριαία και παγκόσμια. Τόσο που όχι μόνο κατέστησε σχεδόν τη σαγιονάρα είδος «τρέντι» πολυτελείας, αυξάνοντας ιλιγγιωδώς την τιμή της, αλλά επίσης απορεί κανείς, πως ο σαγιοναροφόρος χαλαρός Έλλην του μεσογειακού καλοκαιριού δεν το σκέφτηκε πρώτος. Ίσως επειδή δεν είμεθα χώρα παραγωγής καουτσούκ. Και επειδή σαγιονάρες από φαιδρά πορτοκαλέα, εις την οποίαν έχομεν υπερπαραγωγήν, δεν δύνανται να κατασκευαστούν, θα προτιμούμεν για τα επόμενα χρόνια τις εκ Βραζιλίας προερχόμενες, ονειρευόμενοι ίσως, μέσα στη θερινή ραστώνη, ότι έστω για λίγο είμεθα και εμείς παραθεριστές στις εξωτικές αμμουδιές της Ιπανέμα και της Κοπακαμπάνα.

email
Πηγή άρθρου: protagon.gr