Mανούλα, θα φύγω, μην κλάψεις για μένα

Mανούλα, θα φύγω, μην κλάψεις για μένα

Mανούλα, θα φύγω, μην κλάψεις για μένα.

Ένα 25χρονο παιδί με ταλέντο ήρθε να μου πει ότι δεν μπορεί να δουλεύει πια στην Ελλάδα και φεύγει. Πληρώνεται καλά, πληρώνεται στην ώρα του – αλλά δεν αντέχει, λέει, αυτήν την ατμόσφαιρα τρόμου.

«Αισθάνομαι ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέσει το ταβάνι να με πλακώσει», λέει. Θα πάει, λοιπόν, στην Αγγλία, θα τον φιλοξενήσουν αρχικά κάτι φίλοι του κι ελπίζει, με λίγο πείσμα, να βρει τη θέση του.

Κι έπειτα, είναι η πόλη. Όταν έρχονται τα δύσκολα, χρειάζεσαι εκτόνωση. Στον απόηχο του κραχ του 1929 γεννήθηκε μια κουλτούρα εξωστρεφής, τζαζ και αρχοντορεμπέτικη που δεν είχε ανάλογο. Στα χρόνια του μπλιτζ οι Λονδρέζοι γλένταγαν σαν να μην υπάρχει αύριο. Στη χρεοκοπημένη Αθήνα, τι να κάνει; Να ξημεροβραδιάζεται μιλώντας για τη δόση; Είναι 25 χρόνων και θέλει ζωή, όχι λογιστική – ούτως ή άλλως, ποτέ ο άνθρωπος δεν άντεχε πολλή πραγματικότητα.

Δεν είναι ο πρώτος που φεύγει από τη σαστισμένη πόλη. Όσοι δεν τολμούν να μεταναστεύσουν γυρνάνε στις επαρχίες τους: ανοίγουν πάλι τα παιδικά δωμάτια, οι μάνες δεν ξέρουν αν πρέπει να χαρούν, που ξανάχουν τα παιδιά τους, ή να λυπηθούν, που τα βλέπουν έτσι ηττημένα.

Κι εδώ, τι θα γίνει; Ποιοι θα μείνουν στ’ άδεια σπίτια; Ποια ταλέντα θα δουλέψουν και θα δημιουργήσουν τη νέα ιστορία μας;

Αλλά δεν είναι μόνο οι φευγάτοι. Είναι και τα μικροθηρία που στην αναμπουμπούλα χαίρονται. Οι αψιμαχίες των μπαχαλάκηδων. Το αλληλοφάγωμα που άρχισε (όπως ακριβώς είχαμε προβλέψει πριν από πέντε μήνες) και θα γιγαντωθεί. Είναι τα σπασμένα νεύρα κάθε προσώπου που συναντάς, το (δίκαιο) παραλήρημά του εναντίον της νοσηρής δράκας που μας κυβερνά, το οποίο καταλήγει να γίνεται παραλήρημα εναντίον όποιου στέκεται δίπλα του.

Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, διότι κοινωνία (με την κυριολεκτική έννοια) δεν υφίσταται και ο καθένας αισθάνεται μόνος κι έρημος κι εξαπατημένος! Ένας μυστικός εμφύλιος σέρνεται κάτω από τη σκέψη των Ελλήνων. Η «Διχόνοια» του Σολωμού, ο Κολοκοτρώνης στην Ακροναυπλία. Υπό πίεση, οι Έλληνες γίνονται πάλι κλέφτες κι αρματολοί στις σπηλιές του άτακτου αγώνα (εναντίον ποιου;), καθένας το μπαϊράκι του, πόλεις-κράτη, άνθρωποι-νησιά. Θα φαγωθούμε μεταξύ μας! (Κι οι κλέφτες θα πίνουν το κοκτέιλ τους στο Μανχάταν, ατιμώρητοι!)

Συνεπώς, είδα το παιδί με συμπάθεια. Του ευχήθηκα να πετύχει, χωρίς εθνικούς δεκάρικους. Η Ελλάδα δεν του φέρθηκε καλά, δεν της χρωστάει τίποτα. Ας φύγει, τουλάχιστον αυτό να ζήσει τα ωραία χρόνια του ωραία.

Εμείς εδώ. Στη μοιραία πόλη. Φύλακες ερειπίων. Μοιραίοι κι εμείς – με τον δικό μας τρόπο.

email
Πηγή άρθρου: lifo.gr