Το “ναυάγιο” της Ζακύνθου & η απομυθοποίηση του

Ναυάγιο της Ζακύνθου

Ναυάγιο της Ζακύνθου

Για το τσιγαράδικο “Παναγιώτης”, το πλοίο που ναυάγησε το έτος 1982 στη βορειοδυτική, τη δυσκολοπροσπέλαστη από ξηρά, αλλά και από θάλασσα πλευρά του νησιού, έχουν γραφτεί πάρα πολλά άρθρα, έχουν παρθεί εκατομμύρια φωτογραφίες, έχουν γυριστεί αμέτρητα μέτρα βιντεοταινίες, και έγινε η αιτία να προκληθεί ένα ακόμα ναυάγιο, με τούτη τη φορά ανθρώπινα θύματα, όταν στις 13 Αυγούστου 1999 το τουριστικό-επιβατικό σκάφος “Ιάσων”, που ξεκίνησε από το λιμάνι του Αγ. Νικολάου στις Βολίμες, με 24 επιβάτες και δύο άτομα πλήρωμα, λόγω εισροής υδάτων βυθίστηκε με αποτέλεσμα να πνιγούν 4 άτομα. Στον παράξενο κόσμο μας, το “ναυάγιο” έγινε το πιο πολιτογραφημένο αξιοθέατο του νησιού και το σήμα κατατεθέν του.

Φιγουράρησε και φιγουράρει στα εξώφυλλα τουριστικών οδηγών και οδικών χαρτών. Έγινε καρτ ποστάλ και πόστερ, και αναρτήθηκε στις εισόδους εισδοχής επισκεπτών : αεροδρόμια, λιμεναρχεία, σταθμούς λεωφορείων και τρένων ολόκληρης της χώρας, αλλά και ταξίδεψε σε όλον τον πλανήτη. Προβλήθηκε σε εκθέσεις και αξιολογήθηκε ως τέταρτο στον κόσμο τοπίο ιδιαιτέρου κάλλους.

Το πλοίο”Παναγιώτης” ανήκε σε έναν Κεφαλλονίτη, ονόματι Χαράλαμπο Κομποθέκλα, και μετέφερε λαθραία τσιγάρα, που παραλάμβανε από λιμάνια της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας, τα οποία μεταφόρτωνε σε μικρά ταχύπλοα πλοιάρια με προορισμό τη γειτονική μας Ιταλία. Καπετάνιος και πλήρωμα ήταν επίσης από την Κεφαλλονιά, ενώ το παράνομο φορτίο συνόδευαν κάθε φορά και δύο Ιταλοί λαθρέμποροι, οι οποίοι και επέβλεπαν την παράδοση. Το “ναυάγιο” ξεκίνησε από πειρατεία…

Άλλη μια φωτογραφία του περίφημου ναυαγίου της Ζακύνθου που τράβηξα από τον Άϊ Γιώργη των Γκρεμνών το Πάσχα του 2008.Καπετάνιος και πλήρωμα συνέλαβαν τους Ιταλούς συνοδούς του φορτίου, τους έκλεισαν σε μια καμπίνα και αφού συνεννοήθηκαν με διαφορετικούς μεσολαβητές, αποφάσισαν να πουλήσουν για λογαριασμό τους το παράνομο εμπόρευμα. Οδήγησαν το πλοίο στο σημείο που γνωρίζουμε, τον όρμο του “Σπυριλή”, και περίμεναν. Λόγω όμως των κακών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, προσάραξαν στα αβαθή του όρμου. Άρχισαν τότε να ξεφορτώνουν στη μικρή αμμουδιά τις κούτες με τα τσιγάρα, μήπως και κατορθώσουν και αποκολλήσουν το σκάφος. Όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν, δεν μπόρεσαν να τα καταφέρουν, ενώ παράλληλα αρκετές κούτες με τσιγάρα παρασύρθηκαν από τα κύματα, με αποτέλεσμα να εκβραστούν στη γύρω περιοχή. Στη συνέχεια, οι ναυτικοί του πλοίου, αφού ελευθέρωσαν τους δύο Ιταλούς, το εγκατέλειψαν και σκαρφαλώνοντας την απόκρημνη πλαγιά βρήκαν τρόπο να φθάσουν στην πόλη της Ζακύνθου.

Στο μεταξύ και, αφού είχε πλέον ξημερώσει, οι κάτοικοι των Βολιμών είδαν τα επιπλεόντα τσιγάρα στη θάλασσα και άρχισαν να τα μαζεύουν και να τα μεταφέρουν στα χωριά τους. Πρέπει να αναφερθεί ότι τα πακέτα ήταν με τέτοιο τρόπο συσκευασμένα, ώστε να μη καταστρέφεται το περιεχόμενό τους από το θαλασσινό νερό, αν για κάποιο λόγο κατέληγαν στη θάλασσα. Αποθήκευσαν τα τσιγάρα λοιπόν όπου μπορούσαν, σε αποθήκες, κατοικίες, φούρνους, στάβλους, λινούς.

Σαν μαθεύτηκε το γεγονός από τις Αρχές, οι ναυτικοί συνελήφθησαν και ύστερα από έρευνες εντοπίστηκαν και τα τσιγάρα στα σπίτια των χωρικών, και από εκεί μεταφέρθηκαν στο τελωνείο του νησιού. Αργότερα ακολούθησε δίκη, όπου καταδικάστηκαν ο πλοιοκτήτης και οι πειρατές – λαθρέμποροι, τα δε τσιγάρα πουλήθηκαν σε πλειστηριασμό και οι Ιταλοί απελάθηκαν στην πατρίδα τους.

Ακολούθησε στη συνέχεια η λεηλασία του πλοίου. Όποιος ήθελε, πήγαινε στο προσαραγμένο πλοίο και αποσπούσε ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί από αυτό. Τα πάντα έγιναν φύλλο και φτερό. Έμεινε σκέτο κουφάρι, να χτυπιέται από τον αγέρα, να σκουριάζει και να κατατρώγεται από την αλμύρα του θαλασσόνερου. Παράλληλα, τα κύματα συσσώρευαν σιγά σιγά όλο καιπερισσότερα βότσαλα μεγαλώνοντας την σπιάντσα και αποκόβοντας την επαφή του πλοίου με τη θάλασσα. Κάπου εκεί τραβήχτηκαν και οι πρώτες φωτογραφίες και φανερώθηκε στους πολλούς η ομορφιά του τοπίου. Η ομορφιά εκείνη, που είχε γενναιόδωρα χαρίσει η Ζακυνθινή φύση, και την προσδιόριζε πληθωρικά μια εικόνα γεμάτη από φως και χρώμα.

Με την ανάπτυξη του τουρισμού και με δεδομένη την ύπαρξη των σπηλαίων της περιοχής, που ήταν γνωστά από τα παλαιότερα χρόνια, εντάξανε οι βαρκάρηδες και την επίσκεψη στον όρμο του ναυαγίου, όπως πλέον ονομάστηκε ο όρμος του Σπυριλή. Άς κάνουμε όμως ένα ταξίδι στο παρελθόν.

Το εσωτερικό της μονής του Αϊ Γιώργη των Γκρεμνών..Προτού συμβεί το ναυάγιο, η περιοχή ήταν γνωστή στους ψαράδες της δυτικής ορεινής περιοχής και σε κάποιους υποψιασμένους αναζητητές της φυσικής ομορφιάς του νησιού, έτσι όπως προσφερόταν από ψηλά, από τους απόκρημνους γκρεμούς, σαν έφταναν εκεί για να ξεκουράσουν το μάτι τους, να αναπνεύσουν τον αγέρα του βουνού και της θάλασσας, και να θαυμάσουν το μοναδικά στολισμένο με μύρια χρώματα ηλιοβασίλεμα. Σε όσους δηλαδή έφταναν στις πέρα του Αγίου Γεωργίου στα Γκρεμνά, απόκρημνες πλαγιές των βουνών.

Στο βιβλίο “Πρώται Γνώσεις Φυσικής και Πολιτικής Γεωγραφίας μετά Πατριδογραφίας Ζακύνθου, προς χρήσιν των εν Ζακύνθω Δημοτικών Σχολείων” του Α.Σ. Μπισκίνη, που εκδόθηκε το έτος 1897, διαβάζουμε για την περιοχή : “Νησί του Αγ. Γεωργίου. Κάτωθεν της Μονής πλησίον των κρημνωδών ακτών είναι σκόπελος ηνωμένος δια μικρού ισθμού μετά της ξηράς, ούτος καλείται νησί του Αγ. Γεωργίου. Επ’ αυτού υπήρχε μέχρι το 1550 η Μονή αύτη, ήδη δε υπάρχουσιν ερείπια, 15 δεξαμεναί και ο ναός σώος μεν αλλά κενός και εγκαταλελειμμένος. Ούτος καλείται Κάτω Αϊ Γιώργης”.

Ο Λεωνίδας Ζώης στο βιβλίο “Ιστορία της Ζακύνθου”, που εκδόθηκε το 1966, γράφει : “Άγιος Γεώργιος ή Νησί του Αϊ Γεώργη, ή Κάτου Αϊ Γιώργης, ξηροσκόπελος, ή νησίς κάτω της Μονής του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών, ηνωμένος δια λίθων μετά της ξηράς. Μέχρι του 1550 υπήρχεν εκεί η άνω Μονή, της οποίας σώζονται ερείπια. Οι μοναχοί, δια το ακατάλληλον της θέσεως, προέβησαν εις την ανοικοδόμησιν της νυν Μονής. Προς Β. της νησίδος υπάρχει σπηλιά, του Αγ. Γερασίμου καλουμένη, διότι και εκεί ησκήτευεν ο Άγ. Γεράσιμος”.

Ο Ντίνος Κονόμος στη σειρά “ΖΑΚΥΝΘΟΣ 1478-1978, Ύπαιθρος Χώρα”, τόμος 2 γράφει : “Κάτου Αϊ Γιώργης ή Νησί του Αγ. Γεωργίου ή Καταϊγιώργης ή Αϊ Γιώργης στα Γκρεμνά ο Παλαιός, βορειοδυτικά του μοναστηριού της Αναφωνήτριας και στην κορυφή ενός δασωμένου ακρωτηρίου, που σχηματίζει μικροσκοπική χερσόνησο, υπήρχε η αρχαία εκκλησία του Αγ. Γεωργίου των Κρημνών. Η εκκλησία τούτη ανήκε από παλαιότερα στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας και παραχωρήθηκε το 1535 στους ιερομονάχους Μακάριο και Βαρλαάμ Μπελέτη για να την ανακαινίσουν. Εκείνο τον καιρό η αρχαία εκκλησία ήταν ερειπωμένη, από μεγάλο σεισμό ή πειρατική επιδρομή”.

Ο Λουδοβίκος Σαλβατόρ στο βιβλίο του “ΖΑΝΤΕ”, που εκδόθηκε στα Γερμανικά το 1904 στην Πράγα, είναι ο πρώτος που σκιτσάρησε την περιοχή, κοιτάζοντάς την από ψηλά και βάζοντας λεζάντα στο σκίτσο “ΓΚΡΕΜΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΜΑΓΚΛΙΕΡΑ”. Το σκίτσο φτιαγμένο με μολύβι, αποθανατίζει τον απόκρημνο βράχο και τη βόρεια πλευρά της νησίδας με την εσοχή, όπου το 1982 προσάραξε το “Παναγιώτης”. Είναι ίσως η πρώτη γνωστή απεικόνιση του χώρου, που όπως ήδη αναφέραμε, έγινε το πιο πολυφωτογραφημένο σημείο του νησιού. Στο σχετικό κείμενο περιγράφοντας την περιοχή, γράφει : “Κάτω από τον Άγιο Γεώργιο στα Γκρεμνά κατέρχεται ένα μονοπάτι μέσα από θαμνώδεις πλαγιές με κάποια πεύκα. Εδώ υπερισχύουν τα φιλίκια, οι λιστοι των δύο ειδών και μερικοί θάμνοι σχίνων και έχει εξαίρετη θέα προς τη χερσόνησο της παλαιάς εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου στα Γκρεμνά, του Παλαιού. Υπάρχουν τώρα μόνο ένα τειχισμένο κτίριο με τα ερείπια μιας παλιάς μικρής οικίας και κοντά λίγα πεύκα. Ένα άσχημο μονοπάτι οδηγεί στην κομμένη άκρη του γκρεμού. Είναι όμως καλύτερα να αποβιβαστεί κανείς από τη θάλασσα και από κει να ανηφορίσει.

Ακόμα όμως ωραιότερη είναι η θέα από μια επάνω κορυφή που χωρίζεται από τη λαγκάδα, προς τους γιγάντιους, απότομους, άσπρους γκρεμούς του Μαγκλιέρα, από όπου βλέπουμε ολόκληρη τη χερσόνησο με την εκεί πίσω άκρη της, το Γκρεμνάρι”. (Η μετάφραση από τα Γερμανικά είναι του Ζαφείρη Ακτύπη). Μια φωτογραφία έγχρωμη της περιοχής από το ίδιο σημείο του σκίτσου του Σαλβατόρ, έχει καταχωρίσει στο βιβλίο της “Ζάκυνθος όπως την είδα και την φωτογράφησα” η Μαρία Αργυριάδου, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1976 από τις εκδόσεις “Ιωλκός”.

 Η Μαρία Αργυριάδου, κόρη του Ζακυνθινού Διονυσίου Τσακασιάνου, ήταν μια από τις πρώτες γνωστές φυσιολάτρισσες. Με εφόδιο την απλόχερη καλωσύνη της, ένα ντορβά με πρόχειρο φαγητό και την φωτογραφική της μηχανή, φορώντας τα άρβυλά της, όργωνε κυριολεκτικά ολόκληρο το νησί κατά τις επισκέψεις της στη Ζάκυνθο. Γυρόφερνε και φωτογράφιζε τις ομορφιές του. Φωτογράφιζε ό,τι την ευαισθητοποιούσε. Στην εισαγωγή του βιβλίου της γράφει : “Σ’ αυτό μου το βιβλίο προσπάθησα να δείξω, όσο μπορούσα, τις ομορφιές της Ζακύνθου, που ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει, ακόμη κι’ εκείνοι που πήγαν. Δεν είμαι ούτε ιστορικός, ούτε αρχαιολόγος, ούτε γεωγράφος, μα ούτε και συγγραφεύς με λογοτεχνικές αξιώσεις. Αγαπώ την φύση και την Ζάκυνθο και προσπαθώ και με περιγραφές και με φωτογραφίες να δείξω σ’ όσους θελήσουν να με διαβάσουν, το φυσικό κυρίως, αλλά και το ανθρώπινο περιβάλλον του χαριτωμένου αυτού νησιού. Εκείνο που θέλω να τονίσω ιδιαιτέρως, είναι ότι σ’ όσα γράφω δεν υπάρχει η παραμικρότερη φαντασία…”.

Η Αργυριάδου, που την γνώρισα προσωπικά, γνώριζε Γερμανικά και ερχόταν στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού, όπου εργαζόμουν, και μελετούσε το ΖΑΝΤΕ του Σαλβατόρ από το πρωτότυπο. Έτσι στις περιηγήσεις της ακολουθούσε, κατά κάποιο τρόπο, τα βήματα του Σαλβατόρ. Βρέθηκε λοιπόν στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού και φωτογράφισε την περιοχή, πριν ακόμη γίνει διάσημη από το ναυάγιο του “Παναγιώτη”. Στη λεζάντα της φωτογραφίας γράφει : “Η χερσόνησος όπου ήταν άλλοτε η Μονή του Αγίου Γεωργίου”. Για την λήψη της φωτογραφίας (όπως φαίνεται από την σύγκριση των δύο εικόνων) είχε σταθεί στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου είχε σταθεί και ο Σαλβατόρ όταν σκιτσάρισε το τοπίο. Έτσι έχουμε την εικόνα της περιοχής με μολύβι από τον Σαλβατόρ και φωτογραφικά από την Αργυριάδου, και με χρονική απόσταση, μεταξύ των δύο απεικονίσεων, εβδομήντα δύο έτη.

Πριν από κάμποσα χρόνια και μετά την προσάραξη του “Παναγιώτης” βρέθηκα κι’ εγώ στο ίδιο σημείο. Φτάνοντας εκεί νομίζεις ότι βρίσκεσαι μέσα σε αεροπλάνο. Η περιοχή πανέμορφη. Παρασύρεσαι, ξεχνιέσαι και απολαμβάνεις την απεραντοσύνη της θάλασσας με τις διαφορετικές της αποχρώσεις έτσι που αλλάζουν συνεχώς, καθώς διαχέεται στον γκρεμό το φως του ήλιου με τις σκιές του. Γαλάζιο, γαλαζοπράσινο, σκούρο πράσινο, μπλε, βαθύ μπλε, σκούρο μπλε, ολόχρυσο, πορφυρό, χαρά Θεού, χάρμα των ματιών, και ο αέρας πρωτόγνωρος μοσχομυριστός σαν την πρώτη μας ανάσα, σαν το χάδι της μάνας μας.

Όταν βρέθηκα εκεί θαύμασα τα βράχια τα κρεμαστά, τα απότομα βράχια των γκρεμών, κεντημένα θαρρείς με διάφορους πέτρινους σχηματισμούς και μύριες αποχρώσεις της γης, γκρίζες, ασπριδερές, ροζ, αλλά και στολισμένα με πράσινα τρυφερά πεύκα, μοβ ρείκια, ξεραμένους από τους αέρηδες κορμούς δέντρων. Όλα τούτα θαρρείς φιλοτεχνημένα στην καλύτερη ώρα δημιουργίας του Θαυμαστού Πλάστη της γης, της γης όπου μας χάρισε να ζήσουμε εμείς και να την αφήσουμε παρακαταθήκη στα παιδιά μας. Την γη που έχουμε υποχρέωση να διαφυλάξουμε και να προστατέψουμε.

Πόσο λίγο αλήθεια έχουμε γνωρίσει τον τόπο μας; Πόσο λίγο γνωρίζουμε το νησί μας; Κάποτε είχα προσπαθήσει να φτάσω στην περιοχή του ναυαγίου και από την πλευρά της θάλασσας, ταξιδεύοντας με ένα από τα ημερόπλοια που κάνουν το γύρο του νησιού. Φτάνοντας όμως στο ακρωτήρι του Αγ. Νικολάου στις Βολίμες, η μεγάλη θαλασσοταραχή μας ανάγκασε να επιστρέψουμε στο λιμάνι.

Πρόσφατα, τελευταίες μέρες του περασμένου Αυγούστου (2008), αποφάσισα να κάνω το γύρο του νησιού με το ταχύπλοο του Μιχάλη. Ένα πεντάμετρο φουσκωτό σκάφος, που σε λιγότερο από μια ώρα από την αναχώρησή μας από το λιμάνι της Χώρας, μας είχε οδηγήσει στον όρμο του ναυαγίου. Επειδή ήταν ακόμη πρωί, δεν είχαν φτάσει τα ημερόπλοια από το λιμάνι της Χώρας ούτε και τα πλοιάρια από τα κοντινότερα λιμανάκια, και έτσι απέφυγα την πολύβουη παρουσία των τουριστών. Το μόνο πλεούμενο που βρισκόταν στον όρμο ήταν ένα κότερο, που προφανώς είχε διανυκτερεύσει στον υπήνεμο ορμίσκο.

Μόλις έφτασα, έζησα την απομυθοποίηση του “ναυαγίου” στην τραγική της μεγαλωσύνη. Το σκουριασμένο, εγκαταλειμμένο κουφάρι, σπαραγμένο, κακοποιημένο, λεηλατημένο, γυμνωμένο, ξεσκισμένο, παραπεταμένο, αχρηστεμένο, να στέκει σιωπηλά. Η ανθρώπινη αδιαφορία και κακότητα να έχουν βάλει την καταλυτική τους σφραγίδα πάνω του. Κακογραμμένα αρχικά ονομάτων και διάφορες επιγραφές ασχημονούσαν στα πλευρά του. Κάποιοι επένδυαν την υστεροφημία τους πάνω στο κακόπαθο σκαρί. Ίδιο με σκιάχτρο, έτσι που το κατάντησαν, να αγριεύεται για να σε διώξει από την περιοχή.

Μάταια γοργοφτέρουγες μαυροσταχτάρες (τάρταροι), πετώντας από πάνω μας προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή μας από την ασχήμια του λαβωμένου από το ανθρώπινο χέρι πλοίου. Μάταια τα χρώματα της θάλασσας αιχμαλώτιζαν το φως του πρωϊνού ήλιου για να αναδείξουν τις ομορφιές του κολκπίσκου. Μάταια ο αγέρας βάλθηκε να τραγουδήσει θαλασσινά τραγούδια παρηγοριάς. Το πλοίο άφωνο, βουβό, ντροπιασμένο, ξεψυχούσε παράταιρα. Δεν γνωρίζω πώς αντιμετωπίζουν οι άλλοι την εικόνα που παρουσιάζει το πολυφωτογραφημένο “ναυάγιο” σαν το δουν από κοντά. Εμένα με προσγείωσε καταλυτικά, με απογοήτευσε. Ίσως κάποια άλλη φορά προσπαθήσω να το ξαναδώ, όχι όμως από κοντά αλλά από ψηλά, από τον γκρεμό του Μαγκλιέρα. Ίσως έτσι μπορέσω και ξεπεράσω την ασχήμια της εγκατάλειψης, αλλά και την εντύπωση που μου προκάλεσε η επίσκεψή μου εκεί.

Ίσως μπορέσω να δω το τοπίο αφαιρετικά, παραβλέποντας τη σημερινή πραγματικότητα, με τα χρώματά του, με τις μυρωδιές του, με την ωραιότητά του. Με την πρωτόγεννη χαρά, που αντιστεκόμενη μας χαρίζει ακόμη η Ζακυνθινή φύση.

Υ.Γ.

1. Στην “Ημέρα τση Ζάκυνθος” φύλλο 3392/17.10.2008, γίνεται αναφορά στη λίστα Concierge από το Conde Nast Traveller του National Geographic με θέμα τις ωραιότερες παραλίες του πλανήτη, και σημειώνεται ότι η παραλία του ναυαγίου βρίσκεται στην πρώτη θέση : “… η παραλία είναι τόσο όμορφη που ακόμη κι’ αν έλειπε το πλοίο – σήμα κατατεθέν της – η αξία της θα παρέμενε η ίδια!”.

2. Επίσης, στην εφημερίδα “η Φωνή των Βολιμιατών”, που εκδίδεται στην Αθήνα, φύλλο 78 Ιούνιος-Ιούλιος-Αύγουστος 2008, ο φίλος Ν. Θεοδόσης – Φεξούλης, αναφέρεται στην απόφαση του Δήμου Ελατίων για σύνταξη μελέτης σκοπιμότητας αξιοποίησης της περιοχής του ναυαγίου. Στο άρθρο του (που ανεπιφύλακτα στηρίζω) επισημαίνει τα προβλήματα της περιοχής σήμερα, αλλά και όσα θα ακολουθήσουν από την όποια αξιοποίηση λάβει χώρα εκεί. “Κάτω τα χέρια από το μνημείο της φύσης! Το τοπίο πάνω απ’ την παραλία του “ναυαγίου” έχει ήδη αλλοιωθεί. Δεν πρέπει και να καταστραφεί”, γράφει χαρακτηριστικά.
Σχόλιο “Rib and Sea”.

Είχα την τύχη να θαυμάσω τον όρμο του Σπυριλή και το ναυάγιο του “Παναγιώτης”, από τα Γκρεμνά του Αϊ Γιώργη, όταν πριν από τρία χρόνια είχα επισκεφτεί για λίγες ημέρες τη Ζάκυνθο. Η θέα από κει είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια. Επικροτώ λοιπόν απολύτως την περιγραφή που έκανε ο κ. Γιάννης Δεμέτης, όταν κι’ αυτός στάθηκε στο ίδιο ακριβώς σημείο.

Πολλά μικρά και μεγάλα σκάφη μεταφέρουν τουρίστες στον όρμο του Σπυριλή. Εδώ ένα ημερόπλοιο έξω από τον Αγ. Νικόλαο Βολιμών. Αεροφωτογραφία : Ι. Παπαδόπουλος 2011Δεν είδα το κουφάρι του “Παναγιώτης” από κοντά, παρ’ όλο που έμεινα φέτος δύο ολόκληρες εβδομάδες στη Ζάκυνθο. Δεν έχω, ως εκ τούτου, άποψη για την βάναυση λεηλασία, κακοποίηση και εγκατάλειψή του. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι το “ναυάγιο” αυτό έχει αποφέρει πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σ’ αυτούς που εκμεταλλεύτηκαν την παρουσία του, όλα αυτά τα χρόνια, και θα τους αποφέρει ακόμη περισσότερα, όσο χρόνο τουλάχιστον παραμείνει στη θέση του. Και, μεταξύ μας, δεν πιστεύω ότι το λεηλατημένο κουφάρι του “Παναγιώτης” θα παραμείνει στον όρμο του Σπυριλή για πολύ ακόμη. Η θάλασσα ξέρει να αποκαθιστά τις ισορροπίες και να βάζει ανθρώπους και πράγματα στη θέση τους. Το μπάζωμα άλλωστε του ναυαγισμένου πλοίου και της παραλίας του Σπυριλή, με άμμο, γίνεται με γοργούς ρυθμούς και αυτό καταγράφεται, σταδιακά, στις χιλιάδες φωτογραφίες που τραβούν κάθε χρόνο οι επισκέπτες…

Γράφει ο Γιάννης Δεμέτης (αναδημοσίευση από το περιοδικό “Libro”, τεύχος 12 του 2008)

email
Πηγή άρθρου: ribandsea.com