Ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες της κρίσης;

Κρίση και Πολιτική

Κρίση και Πολιτική

Σε άρθρο που έγραψαν από κοινού ο Νομπελίστας Paul Krugman και ο Richard Layard, Βρετανός οικονομολόγος και καθηγητής στο London School of Economics, παρουσιάζουν τις αιτίες της σημερινής κρίσης και την απάντηση που θα πρέπει να δοθεί.

Οι αιτίες: Πολλοί επιμένουν ότι η κρίση προκλήθηκε εξαιτίας του ανεύθυνου κρατικού δανεισμού. Με ελάχιστες εξαιρέσεις – όπως αυτή της Ελλάδας – αυτό δεν είναι αλήθεια. Αντιθέτως, για τις συνθήκες που οδήγησαν στην κρίση ευθύνεται ο υπερβολικός δανεισμός του ιδιωτικού τομέα. Όταν έσκασε αυτή η φούσκα οδηγηθήκαμε σε μεγάλη πτώση του παραγόμενου προϊόντος και κατά συνέπεια των φορολογικών εσόδων. Τα σημερινά ελλείμματα είναι συνέπεια της κρίσης, όχι η αιτία της.

Η φύση της κρίσης: Όταν έσκασαν οι φούσκες των ακινήτων και στις δύο μεριές του Ατλαντικού, σημαντικό μέρος του ιδιωτικού τομέα προχώρησε σε περικοπή δαπανών, ώστε να αποπληρώσει παλαιά χρέη. Αυτό ήταν μεν μία λογική αντίδραση σε ατομικό επίπεδο, αλλά συλλογικά αποδείχθηκε αυτοακυρούμενη, καθώς οι δαπάνες ενός ατόμου σημαίνουν το εισόδημα κάπου άλλου. Η κατάρρευση αυτή των δαπανών οδήγησε σε ύφεση η οποία επιδείνωσε τα δημόσια χρέη.

Η κατάλληλη αντίδραση: Σε μία περίοδο που ο ιδιωτικός τομέας είναι εγκλωβισμένος σε μία συλλογική προσπάθεια να δαπανάει λιγότερα, οι πολιτικές του κράτους θα πρέπει να δράσουν εξισορροπητικά με σκοπό τη διατήρηση των δαπανών. Τουλάχιστον, δεν θα πρέπει να κάνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα μέσω τεράστιων περικοπών στις κρατικές δαπάνες ή μέσω μεγάλων αυξήσεων στους φορολογικούς συντελεστές για τους απλούς πολίτες.

Το μεγάλο λάθος: Αν και η ανταπόκριση στην αρχή της κρίσης υπήρξε ικανοποιητική, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν έκτοτε ήταν σε λάθος κατεύθυνση, καθώς επικεντρώθηκαν στα κρατικά ελλείμματα, επιχειρηματολογώντας υπέρ της μείωσης των κρατικών χρεών σε συνδυασμό με την αντίστοιχη μείωση στον ιδιωτικό τομέα. Αντί να λειτουργήσουν σταθεροποιητικά, κατέληξαν να επιδεινώσουν τις συνέπειες των περικοπών του ιδιωτικού τομέα.

Για την αποφυγή ενός σοβαρού σοκ, η νομισματική πολιτική θα μπορούσε να αναλάβει δράση. Αλλά με τα επιτόκια σχεδόν μηδενικά, δεν μπορεί να φέρει σε πέρας από μόνη της όλη τη δουλειά. Θα πρέπει συνεπώς να υπάρξει ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα μείωσης των κρατικών ελλειμμάτων, αλλά αν πέσει όλο το βάρος εκεί τότε θα ακυρωθεί από μόνο του καθώς δεν θα επιτύχει ανάπτυξη. Ένα σημείο κλειδί θα πρέπει να είναι η μείωση της ανεργίας πριν αυτή γίνει ενδημική, κάνοντας έτσι την ανάκαμψη και τη μελλοντική μείωση του ελλείμματος ακόμα πιο δύσκολη υπόθεση.

Τι λένε αυτοί που διαφωνούν με την άποψή μας και υποστηρίζουν τη σημερινή τακτική;

Το πρώτο τους επιχείρημα είναι ότι τα ελλείμματα θα οδηγήσουν σε αύξηση των επιτοκίων και θα εμποδίσουν την ανάκαμψη. Αντιθέτως, μέσω της λιτότητας θα ενισχυθεί η εμπιστοσύνη και θα ενθαρρυνθεί τελικώς η ανάκαμψη.

Δεν υπάρχει όμως κανένα στοιχείο υπέρ αυτού του επιχειρήματος. Παρά τα εξαιρετικά υψηλά ελλείμματα, τα επιτόκια είναι σε ιστορικά χαμηλά σε όλες τις χώρες όπου υπάρχει μία κέντρική τράπεζα που λειτουργεί κανονικά. Τα επιτόκια είναι ψηλά, μόνο σε κάποιες χώρες της Ευρωζώνης, εξαιτίας της αδυναμίας της ΕΚΤ να παρέμβει ως έσχατος δανειστής των κυβερνήσεων. Ειδάλλως, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να χρηματοδοτήσουν το έλλειμμα, αφήνοντας έτσι την αγορά ομολόγων ανέπαφη.

Επιπλέον, δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο όπου οι περικοπές δαπανών να οδήγησαν τελικά σε αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μελέτησε 173 υποθέσεις περικοπών δαπανών και διαπίστωσε ότι το αποτέλεσμα είναι οικονομική συρρίκνωση. Αυτό που συμβαίνει είναι: οι χώρες με τις μεγαλύτερες περικοπές στον προϋπολογισμό τους βίωσαν και τη μεγαλύτερη πτώση στο ΑΕΠ.

Στην πραγματικότητα, οι περικοπές στις δαπάνες δεν εμπνέουν καμία επιχειρηματική εμπιστοσύνη. Οι επιχειρήσεις θα επενδύσουν εκεί όπου βλέπουν αρκετούς πελάτες με αρκετό εισόδημα για να ξοδέψουν. Η λιτότητα αποθαρρύνει τις επενδύσεις.

Το δεύτερο επιχείρημα κατά της ενίσχυσης της ζήτησης είναι ότι το ΑΕΠ περιορίζεται από τη μεριά της προσφοράς. Αν αυτή η θεωρία ήταν σωστή, όμως, κάποιοι τομείς της οικονομίας θα έπρεπε να είναι σε πλήρη άνθηση, το ίδιο και κάποια επαγγέλματα. Αλλά στις περισσότερες χώρες δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το πρόβλημα είναι ένα ευρύτερο έλλειμμα προσφοράς και ζήτησης.

Το 1930, το ίδιο επιχείρημα είχε χρησιμοποιηθεί κατά της προληπτικής αύξησης των δαπανών στις ΗΠΑ. Αλλά όταν οι δαπάνες αυξήθηκαν μεταξύ του 1940 και 1942, το παραγόμενο προϊόν αυξήθηκε κατά 20%. Το πρόβλημα το 1930 ήταν πρόβλημα ζήτησης, όχι πρόβλημα προσφοράς – όπως και σήμερα.

Ως αποτέλεσμα των λανθασμένων ιδεών τους, πολλοί πολιτικοί στις δυτικές χώρες προκαλούν τρομερή δυστυχία στους πολίτες. Οι ιδέες που έχουν υιοθετήσει σχετικά με το πώς πρέπει να διαχειριστούν την κρίση έχουν απορριφθεί από σχεδόν όλους τους οικονομολόγους μετά το καταστροφικό 1930! Είναι τραγικό που στη σύγχρονη εποχή, αυτές οι ξεπερασμένες ιδέες εφαρμόζονται και πάλι.

Οι πολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν θα είναι διαφορετικές ανά χώρα και θα προκύψουν μέσα από αντιπαράθεση. Αλλά θα πρέπει να βασίζονται σε σωστή ανάλυση του προβλήματος.

email
Πηγή άρθρου: lifo.gr