Πού πήγαν οι τεμπελχανάδες οι αγανακτισμένοι;

Αγανακτισμένοι

Αγανακτισμένοι

Πίσω στο χρόνο, πριν τρία μονάχα χρόνια, ο στοχαστής ΓΑΠ μαζί με το επαίσχυντο παρεάκι του, έπιαναν κότσο το εκλογικό σώμα. Τάζανε φράγκα, ασημικά, διονυσιακά πάρτι με ούζα και άφθονη σαμπάνια, αιώνια ευδαιμονία και συνουσίες μαγικές. Μεγάλες καταπράσινες στιγμές απάτης.

Πείσανε τον κοσμάκη όχι μόνο ότι η Μπεφάνα και οι λοιπές καλές νεράιδες υπάρχουν, αλλά κι ότι θα σκάνε μύτη στα τζάκια του εις τους αιώνες των αιώνων. Κουβαλώντας σάκους με κυμπάρικα φανταχτερά δώρα στον εκλεκτό του Θεού, ελληνικό λαό. Για επιδόρπιο υποσχέθηκαν κωλόχαρτα από εικοσάευρα στα wc του λαουτζίκου και χρυσελεφάντινα καζανάκια για τις επιδέξιες σοσιαλιστικές του αφοδεύσεις..

Την ίδια στιγμή η πράσινη ψείρα είχε προσχεδιάσει το εθνικό ξεζούμισμα, ξεβράκωμα, ξεπούλημα ή ξέσκισμα, «υπογράφοντας» ήδη προεκλογικά τα συμβόλαια εκχώρησης με το Διεθνή ΝΤαβατζή το Δ.ΝΤ και τον πορνόγερο τον Στρος Καν. «Τον έχετε μεγαλύτερο από όλους» διατυμπάνιζαν στα μπαλκόνια και κανείς δεν μυρίστηκε ότι οι αλήτες «φωτογράφιζαν» του βαρελιού μας τον πάτο.

Το ψέμα, όμως, δεν ζει για να γεράσει κι ο κόσμος δεν άργησε να αντιληφθεί το βρώμικο παιχνίδι εξαπάτησης. Δε μάσησε από τις ψαρόβαρκες του Καστελόριζου και τον αυταρχισμό του παντοδύναμου τότε Παπακωνσταντίνου. Η κομπανία βάλθηκε ύπουλα να τον ξεκάνει. Προσάναμμα για φωτιά.

Που έπιασε στην καρδιά και έστειλε στο μυαλό καπνό.

Μέσα σε λίγους μήνες και για πολλούς μήνες οι πλατείες δεν θα είναι ποτέ ίδιες.Εκατομμύρια αγανακτισμένων ψυχών ξεχύθηκαν στους δρόμους και με επίκεντρο το Σύνταγμα φώναξαν ΤΕΡΜΑ στην κοροϊδία. Αποστροφή για το διεφθαρμένο μεταπολιτευτικό μόρφωμα και αηδία για το ξεπούλημα της ελληνικής ψυχής.

Ο κόσμος στις πλατείες δεν συγχώρεσε ποτέ την ασέλγεια που οι άτιμοι τέλεσαν στο ταλαιπωρημένο κορμί του. «Με τις ψυχές μην κάνετε αρπαχτές» φώναζαν συγκινητικά οι έλληνες Indignados και το τσουνάμι της θετικής τους ενέργειάς, παρέσυρε θαρρείς όλη τη σαπίλα και τα κακώς κείμενα στο πέρασμά του. Έμοιαζε ικανό να θεραπεύσει όλες τις ανίατες μεταπολιτευτικές νόσους και να επουλώσει τα πολλά μολυσματικά αποστήματα του έθνους. Και ήμασταν ακόμα στο πρώτο Μνημόνιο.

Τρία χρόνια μετά, τίποτε δεν θυμίζει το ποτάμι αγανάκτησης εκείνου του καλοκαιριού. Κι ας πέρασαν από τότε Μνημόνια, Μεσοπρόθεσμα και εφαρμοστικοί νόμοι. Τίποτα δεν είναι πια ίδιο, τίποτα δεν είναι πια εύκολο. Οι πόλεις ασφυκτιούν σε σύννεφα αιθαλομίχλης, ποινικοποιήθηκε η ιδιοκτησία, «τιμωρήθηκε» η θέρμανση και αναβίωσε ο Ηρώδης με το ανελέητο φοροκυνηγητό των παιδιών. Από ευνουχισμένους διανοούμενους, μικρούς ανίκανους και τυφλούς κυβερνήτες, που έλεγε κι ο Σεφέρης…

Κι, όμως, πέπλο ανησυχητικής ησυχίας κάλυψε τον πάλαι ποτέ ακτιβισμό. Μα, καλά, τί απέγιναν οι αγανακτισμένοι;

Το Τροϊκανό σύστημα δεν άργησε να θέσει στημένα ερωτήματα, έντεχνα κι επιτηδευμένα να τα απαντήσει:

«- Πού είναι η αγανάκτηση;

– Μάζεψε στο πλυντήριο;

– Πήγε διακοπές;

– Τελικά είδατε που το Μνημόνιο ήταν η μόνη λύση και όλοι οι ψευτοεπαναστάτες με τις μούτζες εδέησαν να το καταλάβουν στο φινάλε;»

Με τους κάθε λογής μνημονιακούς βολεμένους εξυπνάκηδες να δίνουν τη δική τους υποτιμητική εκδοχή, ξεφτιλίζοντας κι άλλο τους πληβείους της διπλανής πόρτας, δίνοντας τον δικό τους ορισμό στο λήμμα «αγανακτισμένος»:

Γιαλαντζί αδικημένοι. Αργόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι, που κάποιος διεφθαρμένος Μαυρογιαλούρος πολιτευτής σε αντάλλαγμα με τα ψηφαλάκια όλου του σογιού, τους έμπασε για πάντα στην κοιλιά της ιερής αγελάδας του Δημοσίου. Αμετανόητοι τεμπελχανάδες που οι εργατοώρες τους σε 20 χρόνια υπηρεσίας μετριόνται στα δάχτυλα του χεριού κουλοχέρη και τα νύχια τους είναι μαύρα από πήγματα αίματος, απότοκα του αέναου ξυσίματος των γεννητικών τους οργάνων. Απαίδευτοι μαλάκες που επί χρόνια απολάμβαναν αστακομακαρονάδες, ουρές μόσχου με σάλτσα μαδέρας και σπαράγγια σοτέ αλά κρεμ σε πεντάστερα στη Μύκονο, μόνο και μόνο επειδή ο πατέρας τους κούναγε πράσινες σημαίες στις ομιλίες του Ανδρέα. Ειδεχθείς κοπρίτες που αν ο ωχαδερφισμός και ο σταρχιδισμός ήταν εργόχειρο, θα είχαν κάνει την προίκα τους. Προκλητικοί κωλοβαρετζήδες που γεννήθηκαν, ζουν και θα πεθάνουν με μότο τους τη φράση «Αράζω, άρα…ζω». Παιδιά της ρέκλας, της ρούχλας και της ξάπλας που έχασαν κάποια από τα προκλητικά τους προνόμια και σαν τις μυξοπαρθένες κλαίγονται στις πλατείες..

Γκεμπελικές μπούρδες, σπεκουλαδόρικες ανοησίες θα ανταπαντήσω εγώ. Η σωστή απάντηση στο ερώτημα «πού πήγε η αγανάκτηση;» είναι μικρή, περιεκτική, μία και αληθινή, ωμή και στενάχωρη:

Η αγανάκτηση κύριοι δεν διορίστηκε, ούτε προσλήφθηκε. Δεν δίνει διαλέξεις σε φημισμένα πανεπιστήμια, ούτε μπήκε σε καμιά λίστα Λαγκάρντ.

Η αγανάκτηση αρχικά πνίγηκε στα δακρυγόνα και κατόπιν μετετράπη σε συνενοχή. Και για να ακριβολογώ: Την αγανάκτηση αρχικά την πνίξατε στα δακρυγόνα και κατόπιν τη μετατρέψατε σε συνενοχή.

Η αγανάκτηση σήμερα έγινε πια κατάθλιψη. Και για κάποιες χιλιάδες κατέληξε σε αυτοκτονία. Για λεπτομέρειες ρωτήστε τον αυτόχειρα φαρμακοποιό στο Σύνταγμα. Η βασανισμένη του ψυχή ακόμα πλανάται στην πλατεία…

email
Πηγή άρθρου: aixmi.gr