To ρεσάλτο, του Δ.Καμπουράκη

Christiania & Resalto

Christiania & Resalto

Ένα τσούρμο από αγουροξυπνημένα δεκαοχτάχρονα και εικοσάχρονα παιδιά, προχωρούσε βιαστικά προς την άκρη του μικρού μόλου. Παραφορτωμένα σαν νεαρά γαϊδουράκια, με τα sleeping bags στηριγμένα στο ρετιρέ του σακιδίου κι ένα ζευγάρι ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια κρεμασμένα από κάτω, άνοιγαν το βήμα τους προς το πλοίο της γραμμής που έριχνε τον καταπέλτη.

Έτρεχαν να βρουν μια καλή θέση κάτω από καμιά σκάλα για σκιά ή κανένα γωνιακό παγκάκι που δεν το δέρνει η αλμύρα της θάλασσας. Βιαζόντουσαν, δεν είχαν πιεί καφέ, δεν είχαν πολλή όρεξη για κουβέντα στις επτά το πρωί, όμως όλα τούτα δεν τα εμπόδιζαν να κοιτάνε γύρω τους.

Γιατί τα σανδάλια τους πατούσαν πάνω σε σωρούς από γυαλιά, σπασμένα ποτήρια, βρώμικα πιάτα, άδεια μπουκάλια κρασιού και μπύρας, χαρτοπετσέτες, αποτσίγαρα και κόκκαλα από μπριζόλες. Γκαρσόνια με παπιγιόν μετακινούσαν θορυβωδώς τραπέζια και καρέκλες, ενώ με μεγάλες σκούπες έσπρωχναν το σκουπιδαριό στην άκρη του μόλου για να περάσει ο κόσμος δίχως να κόψει τα πόδια του. Τα παιδιά κοίταζαν με νεκρό βλέμμα τις δεκάδες ξεζουμισμένες μποτίλιες σαμπάνιας, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τιμή κάθε μιας απ’ αυτές ξεπερνούσε το κόστος ολόκληρων των διακοπών τους.

Ήξεραν καλά τι ήταν αυτό που είχε μετατρέψει το μικρό λιμανάκι σε υπαίθριο διασκεδαστήριο πολυτελείας, αφού δυο ολόκληρα βράδια είχαν μείνει ξάγρυπνα στην διπλανή παραλία όπου είχαν κατασκηνώσει. Τα τεράστια ηχεία χτυπούσαν κατ’ ευθείαν στ’ αυτιά τους ως το ξημέρωμα.

Ήταν διότι η οικογένεια του μεγαλοεφοπλιστή του μικρού νησιού έκανε το ετήσιο διήμερο πάρτι της. Η εξέδρα στήθηκε στον μόλο του λιμανιού μπροστά στη βίλα τους και οι σειρές με τα τραπέζια μπροστά στο αραγμένο τους κότερο. Και κάλεσαν όλους τους φίλους τους εφοπλιστές, εισοδηματίες και χρηματιστές από την Ελλάδα και το εξωτερικό να παραβρεθούν και φράκαρε ξάφνου το λιμανάκι και οι γύρω κολπίσκοι από κότερα, πελώρια σαν υπερωκεάνια και κάτασπρα σαν ψυγεία.

Γέμισε ο τόπος από Φιλιππινέζους υπηρέτες που φρόντιζαν να μην αδειάζουν τα ποτήρια των αφεντικών κι από τετράποδα ράτσας ντυμένα με καρό σκυλοφούστανα κι άρχισαν να πηγαινοέρχονται βάρκες φορτωμένες με ψητές ψαρούκλες για να τρώνε όσοι ήταν αρόδου, λόγω ελλείψεως χώρου μέσα στο λιμάνι. Και κάθε τρία τέταρτα να ‘σου το ελικόπτερο της οικογενείας να κατεβάζει εκλεκτό κόσμο και να ξαναφεύγει αμέσως για Αθήνα για να φέρει κι άλλους.

Ένα ολόκληρο διήμερο πηγαινοερχόταν το διαολεμένο ιπτάμενο μηχάνημα, μέχρι που στην τελευταία πτήση του έφερε και τη μεγαλύτερη φίρμα της Αθηναϊκής νύχτας για να κάνει κέφι στους καλεσμένους.  Ήρθαν κι άλλα ελικόπτερα, κατέφθασε και μια ολόκληρη ορχήστρα με το καράβι της γραμμής, ενώ οι ντόπιοι βεβαίωναν πως βγήκε απ’ το πλοίο και μια νταλίκα-ψυγείο γεμάτη ποτά και ευαίσθητα φαγητά πολυτελείας.

Κι έγινε το μεγάλο πάρτι, με τους επίσημους καλεσμένους καθιστούς στα τραπέζια και όποιον ντόπιο ή τουρίστα ήθελε, όρθιο πίσω-πίσω. Μια σειρά ακίνητα γκαρσόνια επιτηρούσαν το ενδιάμεσο, ώστε να μη διασαλευτεί η τάξη και η ιεραρχία.

Κι όταν άρχισαν τα όργανα, κατέβηκε το τουριστομάνι στο λιμάνι ν’ ακούσει νησιώτικα και τον φιρμάτο τραγουδιστή, να δει πως κάνουνε τα πάρτι τους οι πλούσιοι και να πιεί τσάμπα κρασί σε πλαστικά ποτήρια, καθ’ ότι τα κρυστάλλινα ήταν για τους προσκεκλημένους. Και γνέφανε «ευχαριστώ» κάθε φορά που τα γκαρσόνια γέμιζαν τα πλαστικά τους, με τον ίδιο τρόπο που γνέφανε «ευχαριστώ» οι ιθαγενείς ινδιάνοι όταν παίρνανε χάντρες και καθρεφτάκια από στους άνδρες του Κολόμβου.

Και οι όρθιοι σχολίαζαν τις καθισμένες κυράτσες με τα αστραφτερά κοσμήματα και τις πλαστικές εγχειρήσεις στη μούρη και ξαφνικά ανακάλυψα -στο δεκαπεντάλεπτο που έμεινα όρθιος για να χαζέψω το νταβαντούρι- ότι η φτωχολογιά γύρω μου ήξερε τα πάντα για τους υψηλούς καλεσμένους. Ποιοι ήταν, ποιο κότερο είχαν, ποιες γυναίκες παντρεύτηκαν, ποιες γκόμενες εγκατέλειψαν, πόσα παιδιά έκαναν με κάθε μια και πως τα λέγανε. Που διάβολο τα μαθαίνει όλα τούτα ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας μικρομαγαζάτορας, ένας αγρότης; Και γιατί;

Να όμως που τα ήξεραν και ενώ τραγουδούσαν με πάθος τις επιτυχίες του φιρμάτου, σχολίαζαν γεμάτοι ζήλεια κάτι μεθυσμένους γόνους εφοπλιστικών οικογενειών, που μπροστά στην πίστα παρίσταναν ότι χορεύουν. Κάτι παράξενα πλάσματα βαφτισμένα στην έπαρση και την αναίδεια, που οδηγούν Porsche και Ferrari, ποντάρουν μέσω ipad από τη Μύκονο στον ιππόδρομο της Νέας Υόρκης και  δεν είναι μήτε Έλληνες, μήτε Εγγλέζοι, μήτε Αμερικάνοι, μήτε Κινέζοι.

Κάτι υπερεθνικά ερμαφρόδιτα που μεγάλωσαν δίχως γονείς αλλά με πολλούς υπηρέτες, που αποφοίτησαν από Ελβετικά κολέγια, που από το city του Λονδίνου πετάγονται για καφέ στην Καραϊβική και που τώρα παραλαμβάνουν τους στόλους που έφτιαξαν ο προπάππους κι ο παππούς κι άρχισε ήδη να ξεκοκαλίζει ο πατέρας. Δεν φταίνε οι ίδιοι για τον κόσμο στον οποίον γεννήθηκαν και ανατράφηκαν, πλην αυτό δεν αναιρεί την απέχθεια που δημιουργεί στον κανονικό άνθρωπο η αλλόκοτη Esperanto εικόνα τους.

Τραγουδούσαν σε σπασμένα μισά ελληνικά μισά αγγλικά κι εγώ λυπήθηκα τον μελλοντικό υπουργό εμπορικής ναυτιλίας που θα κάνει επικλήσεις στον ελληνικό πατριωτισμό τους για να κρατήσουν την ελληνική σημαία στα καράβια τους. Έπιναν δίχως μέτρο μέχρι που έπεφταν κάτω, αλλά όχι με τον καημό αυτού που γλεντά και νταλκαδιάζεται, αλλά με την παραφωνία του ρομπότ που απορυθμίζεται κι αρχίζει να κάνει σαν σπαστικό.

Και την άλλη το πρωί, όλοι τούτοι ξεράθηκαν μεθυσμένοι στις πολυτελείς καμπίνες των λευκών καραβιών τους, ενώ τα πληρώματα έλυσαν κάβους και την έκαναν δίχως πολλούς πια σαματάδες. Κάτι λίγοι που κοιμήθηκαν στο νησί, ανέβηκαν κι αυτοί στα ελικόπτερα και αποχώρησαν την άλλη το μεσημέρι, ενώ οι διοργανωτές δήλωναν περήφανοι για το κέφι που έγινε, για τη συμμετοχή στο πάρτι τόσο σημαντικών ανθρώπων και για τη διαφήμιση που γίνεται στο νησί από τέτοια top happenings.

Και το πίστευαν ακράδαντα ότι πλήρωσαν απ’ την τσέπη τους ένα γνήσιο λαϊκό πανηγύρι κι όχι ότι επιδόθηκαν σε μια προκλητική επίδειξη του πλούτου τους, διότι αυτός είναι ο κόσμος που ζουν. Και μπορεί να ‘χουν λίγο δίκιο, διότι κάποιοι απ’ τους κοτεράδες ίσως βάλουν το νησί στους χάρτες τους και ξαναπεράσουν για να φάνε κανένα ψάρι στις παράλιες ταβέρνες αφήνοντας γενναίο μπουρμπουάρ. Όμως το νησάκι, εκτός απ’ τα φιλοδωρήματα χρειάζεται απεγνωσμένα μια αφαλάτωση (για παράδειγμα) που στοιχίζει όσο πέντε πτήσεις του ελικόπτερου κι αυτή θα ήταν μιας άλλης ποιότητας βοήθεια, αλλά ο χορτάτος, τον πεινασμένο ούτε τον πιστεύει ούτε τον καταλαβαίνει.

Δεν λέω, δικά τους είναι τα λεφτά, ας τα κάνουν ότι γουστάρουν. Πάντα η ναυτιλία έβγαζε χρήμα με το τσουβάλι και πάντα οι πλοιοκτήτες έτρωγαν βασιλικά, δίνοντας ξεροκόμματα στους μούτσους. Στο τέλος-τέλος, αυτοί παίρνουν τα μεγάλα ρίσκα για τις πελώριες περιουσίες τους, αυτοί έχουν και τις θηριώδεις απολαβές.

Ούτε είπε κανείς ότι θα ήταν καλύτερα να έφευγαν για αλλού μαζί με τα μεγαθήρια τους. Απλώς, ανθρωπίνως και λογικά σκεπτόμενοι, ας προσέξουν λίγο παραπάνω σε τούτους τους καιρούς, διότι τα πράγματα έχουν σφίξει κι ένα κομμάτι του φτωχόκοσμου (αντί να τρέχει στο τσάμπα κρασί τους), αρχίζει να παίρνει ανάποδες όταν πέφτει πάνω σε οφθαλμοφανείς προκλήσεις και σπατάλες. Ας αντιληφθούν ότι και με δική τους ευθύνη, τα ήρεμα δεκαοχτάχρονα παιδιά στην διπλανή παραλία (που μετράνε τα λεφτά τους για το βραδινό σουβλάκι), βλέπουν παράξενα όνειρα μέσα στα sleeping bags που κοιμούνται.

Παλιότερα, ίσως ήλπιζαν ότι με τύχη και δουλειά θ’ ανέβαιναν πάνω στα φωτισμένα κότερα, μα τώρα συνειδητοποίησαν βίαια ότι δρόμος τέτοιος γι’ αυτούς δεν υπάρχει. Και τρίζουν τα δόντια μέσα στον ύπνο τους τα δεκαοκτάχρονα παιδιά κι όσο δυναμώνει η μουσική απ’ το απέναντι πάρτι, φαντάζονται πως πετάγονται αλαφιασμένα, δένουν ένα μαύρο μαντήλι με νεκροκεφαλές στο κεφάλι και γλιστράνε στα σκοτεινά νερά. Ανάμεσα στα δόντια τους κάτι αντιφεγγίζει στο φεγγάρι του Αιγαίου, κολυμπούν αθόρυβα προς τα φωτισμένα πλεούμενα, φτάνουν στους κάβους, σκαρφαλώνουν γρήγοροι σαν σατανάδες και από τις κουπαστές κάνουν ρεσάλτο στα καταστρώματα όπου γίνεται το ξεφάντωμα…

Ξέρω ότι η θαλασσινή και κάθε άλλο είδος πειρατείας ούτε είναι λύση, ούτε θα  αλλάξει ποτέ τη ροή της ανθρώπινης ιστορίας. Πόσο μάλλον οι νεανικές φαντασιώσεις γι’ αυτήν. Μη με παραφράσετε, δεν κάνω πολιτική. Μια χαζή περιπετειώδη κινηματογραφική εικόνα έφτιαξα, για να περάσει η ζεστή καλοκαιρινή μου νύχτα… μια ακίνδυνη εικόνα απ’ αυτές που ήταν πάντα κομμάτι του Αιγαίου… Εντάξει;

email
Πηγή άρθρου: protagon.gr