90 χρόνια μετά το 1922: Μνήμη γενοκτονίας του μικρασιατικού ελληνισμού

Γενοκτονία

Γενοκτονία

Οι περισσότεροι από όσους παρευρισκόμαστε εδώ πιστεύω ότι θυμόμαστε μια ιδιαίτερη εκπομπή του κρατικού ραδιοφώνου, που παιζόταν μετά το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων. Ήταν οι «Αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού». Ανάμεσα στις δεκάδες σύντομες ανακοινώσεις ανθρώπων που αναζητούσαν συγγενείς τους, υπήρχαν κάποιες που μου έχουν εντυπωθεί ανεξίτηλα στη μνήμη: Πρόκειται για ανθρώπους που αναζητούσαν αδέλφια, γονείς και συγγενείς από τις φοβερές μέρες της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Ήταν μέσα της δεκαετίας του 1980. Περισσότερα από εξήντα χρόνια είχαν περάσει, τότε, κι όμως ακόμη υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ακόμη μέσα τους την ελπίδα να μάθουν κάτι για τους αγαπημένους τους, που τους αποχωρίστηκαν με βίαιο τρόπο μέσα σε μερικές μόνο στιγμές, στο τέλος του καλοκαιριού του 1922.

Καθεμιά απ’ αυτές τις ανακοινώσεις έκρυβε και μια μικρή ιστορία από εκείνες τις δεκάδες χιλιάδες που συνθέτουν την εικόνα της μεγαλύτερης ανθρωπιστικής καταστροφής που γνώρισε ο Ελληνισμός, ίσως σε ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας του. Σήμερα, 90 χρόνια μετά τη σφαγή της Σμύρνης, ελάχιστοι από όσους κατόρθωσαν να ζήσουν εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές βρίσκονται ακόμα στη ζωή – ευτυχώς πολλές από τις πολύτιμες μαρτυρίες τους έχουν καταγραφεί σε ιστορικά ντοκουμέντα από φορείς και σωματεία του Μικρασιατικού ελληνισμού.

Είναι όμως χιλιάδες οι ιστορίες απόγνωσης, αγωνίας και φρίκης που δεν θα μάθουμε ποτέ. Και αυτοί ακόμα οι αριθμοί των νεκρών, των αγνοουμένων, των αιχμαλώτων, εκείνων που βασανίστηκαν, κακοποιήθηκαν, αλλά και εκείνων που πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς, αριθμοί τρομακτικοί, δεν είναι σε θέση να αποτυπώσουν το κλίμα των ημερών εκείνων. Αντί να αναφερθούμε σε αριθμούς, ας κάνουμε έναν απλό συλλογισμό: Ας βάλουμε για ένα λεπτό τους εαυτούς μας στη θέση εκείνων των ανθρώπων, κι ας σκεφτούμε πώς είναι να φεύγεις πανικόβλητος και κυνηγημένος από τον τόπο που γεννήθηκες και μεγάλωσες, αφήνοντας πίσω σου πτώματα αγαπημένων σου ανθρώπων, το σπίτι σου καμμένο, τη ζωή σου ολόκληρη κατεστραμμένη, και πεινασμένος, βρώμικος, τραυματισμένος, κακοποιημένος, στοιβάζεσαι μαζί με δεκάδες άλλους, σ’ ένα πλοιάριο με άγνωστο προορισμό.

Οι γνωστές σε όλους μας εικόνες του οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου της Ιωνίας, της Σμύρνης, στις φλόγες, αλλά και των καραβιών με τους πρόσφυγες να αποχαιρετούν για πάντα τη γη της Ιωνίας, σηματοδοτούν, σε μακροσκοπικό επίπεδο, τον πρωτοφανή ξεριζωμό των Ελλήνων από έναν τόπο στον οποίο έζησαν, αναπτύχθηκαν και έδρασαν για δυόμισι χιλιετίες. Η ανείπωτη αυτή καταστροφή έχει με νόμο του Ελληνικού κράτους, εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια, χαρακτηριστεί γενοκτονία – και η 14η Σεπτεμβρίου, ημέρα που τα κεμαλικά στρατεύματα πυρπόλησαν τη Σμύρνη, τιμάται ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Πέρα από τις νομικές διαστάσεις του όρου «γενοκτονία» σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όταν αναφερόμαστε στο 1922, συνήθως εστιάζουμε στο μέγεθος των βιαιοτήτων και τις φρικιαστικές περιγραφές, προσπερνώντας άλλες, ουσιωδέστερες παραμέτρους που επέδρασαν καθοριστικά στον βίαιο ξεριζωμό των Ελλήνων από μια πανάρχαιη ιστορική τους κοιτίδα. Η καταστροφή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, σε συνδυασμό με εκείνες των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, αλλά και των Αρμενίων, θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας συνολικής πολιτικής στρατηγικής της Τουρκίας, στα χρόνια μετά το κίνημα των Νεοτούρκων, αλλά και ενός διεθνούς ανταγωνισμού οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.

Ο καθυστερημένος σε σχέση με την Ευρώπη μετασχηματισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε εθνικό κράτος έχει ως προτεραιότητα τη συρρίκνωση ή και εξαφάνιση των «διαφορετικών». Η απουσία αυτών των διαφορετικών θα της εξασφάλιζε εθνική συνοχή, αλλά θα την απάλλασσε και από την παρουσία ισχυρών παραγόντων της οικονομικής ζωής. Η καινούρια για τη χώρα αστική τάξη των Τούρκων, καταλύτης για τη δημιουργία κάθε εθνικού κράτους, είχε να ξεπεράσει ένα σημαντικό εμπόδιο: Την αστική τάξη των Ελλήνων και των Αρμενίων, που ήλεγχαν σε μεγάλο ποσοστό κρίσιμους τομείς της οικονομικής και εμπορικής ζωής των κοσμοπολίτικων αστικών κέντρων.

Το γεγονός ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι βρέθηκαν σε αντίπαλες συμμαχίες στους πολέμους που είχαν προηγηθεί ήταν ασφαλώς η καλύτερη αφορμή για να ξεκινήσουν συστηματικοί διωγμοί των Ελλήνων, ήδη από τη δεκαετία του 1910, με αποτέλεσμα χιλιάδες Έλληνες να έχουν ήδη φύγει από τη Μικρά Ασία ως το 1920. Από προαιώνιοι κάτοικοι της περιοχής και ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, οι Έλληνες γίνονται σιγά σιγά ξένοι στην ίδια τους τη γη της Ιωνίας.

Όταν ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη το 1919, και άρχισε να προωθείται προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ο τουρκικός εθνικισμός είχε άλλο ένα επιχείρημα για να καλλιεργήσει στις τάξεις του στρατού, που δεν υπάκουαν πλέον στον σουλτάνο, αλλά στον Κεμάλ Ατατούρκ, το μίσος για τους «κατακτητές» Έλληνες. Μπορεί να υπήρχαν κι άλλοι νικητές του πολέμου στη Μικρά Ασία (Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί), ωστόσο μόνο οι Έλληνες ήταν εκείνοι που είχαν μόνιμο πληθυσμό στην περιοχή – άρα ήταν η πιο σοβαρή απειλή.

Το σχέδιο από εδώ και πέρα ήταν διπλό: Από τη μία, διπλωματία με τους ισχυρούς, και από την άλλη, πόλεμος εναντίον των «προφανών» εχθρών. Οι σύμμαχοι της Ελλάδας, Ιταλοί και Γάλλοι, αλλά και οι Σοβιετικοί, έκλεισαν επωφελείς οικονομικές συμφωνίες με τον Κεμάλ, ενώ οι Έλληνες, τους οποίους οι σύμμαχοι είχαν «αδειάσει» κυριολεκτικά, δεν ήταν πλέον μόνο οι «πλούσιοι αστοί» της πολιτισμένης δυτικής ακτής, έγιναν και οι «κακοί εισβολείς» – ο ιδανικός δηλαδή στόχος της αναδυόμενης τουρκικής εθνικής αντίστασης.

Η Ελλάδα, προσπαθώντας να υπερασπιστεί τους πληθυσμούς της, και μέσα από πολλές δικές της αστοχίες και παλινωδίες, βρέθηκε να λειτουργεί ως εμπροσθοφυλακή των συμμάχων που την εγκατέλειψαν όταν βρήκαν καλύτερους τρόπους για να επιτύχουν αυτό που πραγματικά επιθυμούσαν: Τον οικονομικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής των Στενών, της Μαύρης Θάλασσας, της Εγγύς Ανατολής, και τις καλύτερες δυνατές συμφωνίες για τις εταιρείες τους. Η τύχη των Ελλήνων ήταν μια παράπλευρη απώλεια στην αλλαγή στρατηγικής όλων. Κι αυτό το αποδεικνύει η απάνθρωπη στάση των πληρωμάτων των συμμαχικών πλοίων απέναντι στους απελπισμένους Έλληνες που πάσχιζαν να γλιτώσουν τη σφαγή και τη φωτιά.

Αυτό που βίωσε η Ελλάδα στα χρόνια που ακολούθησαν την Καταστροφή, με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών που προέβλεπε η συνθήκη της Λωζάνης, ήταν ακόμη πιο συγκλονιστικό. Πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες ρακένδυτοι και πεινασμένοι πρόσφυγες, κυρίως στη Μακεδονία και στους λόφους γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, προσπαθούν να επιβιώσουν κάτω από άθλιες συνθήκες σε μια μητέρα πατρίδα που είχε κυριολεκτικά διαλυθεί μετά από μια δεκαετία με τέσσερις πολέμους και έναν εθνικό διχασμό.

Οι Μικρασιάτες Έλληνες γίνονται για δεύτερη φορά ξένοι. Αυτή τη φορά, ξένοι όχι στην ίδια τους τη γη, αλλά στην μητέρα πατρίδα τους, που λίγο πριν φάνηκε ότι τους είχε απελευθερώσει, και τώρα ήταν αδύναμη να διαχειριστεί μια τόσο μεγάλη ανθρωπιστική κρίση και να υποδεχτεί έναν πληθυσμό ίσο με περίπου το 20% του μέχρι τότε πληθυσμού της. Είναι πάρα πολλοί οι πρόσφυγες που, έχοντας επιζήσει από τη σφαγή της Μικράς Ασίας, θα πεθάνουν τον πρώτο δύσκολο χειμώνα στην Ελλάδα, μέσα στους προσφυγικούς καταυλισμούς, και πολλοί επίσης εκείνοι που θα αντιμετωπίσουν το φόβο, την καχυποψία, ακόμα και βίαιη συμπεριφορά από κάποιους «αυτόχθονες» Έλληνες. Παρά τις δυσκολίες όμως θα ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, μπολιάζοντάς την με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της Ιωνίας, με ένα άρωμα ανατολίτικο και ταυτόχρονα κοσμοπολίτικο, ό,τι μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους από τις στάχτες της Σμύρνης.

Στο πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα, το ελληνικό κράτος μεγιστοποιήθηκε και συρρικνώθηκε εδαφικά με βίαιο τρόπο – αντίθετα, ο μείζων ελληνισμός, «των Ελλήνων οι κοινότητες», ισχυρά οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα που για αιώνες μεγαλουργούσαν σε όλη τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, περιορίζονται στα σύνορα του ελληνικού κράτους. Οι οικονομικές συμφωνίες που είχαν προηγηθεί της καταστροφής, οι πολιτικές αποφάσεις, που εξώθησαν στην καταστροφή δεν περιελάμβαναν τον παλιό ελληνικό κόσμο στα σχέδιά τους.

Αυτός ο καινούριος σχεδιασμός είχε ως συνέπεια εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πρόσφυγες. Οι Έλληνες έγιναν θύματα μιας αλόγιστης εθνικιστικής βίας. Μιας βίας που καλλιεργήθηκε και σχεδιάστηκε με λεπτομέρεια και επιμέλεια, προκειμένου να εξυπηρετηθούν γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα. Μιας βίας που βρήκε το ελληνικό κράτος διχασμένο, τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις ανήμπορες να συνεργαστούν για το εθνικό καλό.

Διχασμός και εθνικιστική βία υπήρξαν εκείνη την περίοδο και στις δυο πλευρές του Αιγαίου, με διαφορετική δοσολογία σε καθεμιά. Και διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην εκρηκτική εξέλιξη των πραγμάτων. Αλλά και εξυπηρέτησαν, με τίμημα την αιματοχυσία χιλιάδων αθώων, τα οικονομικά συμφέροντα δυνάμεων που παρακολουθούσαν από μακριά τη σφαγή και τη φωτιά της Σμύρνης. Ο διχασμός και η βία είναι παιδιά του μίσους. Του μίσους που βρίσκει εύφορο έδαφος σε περιόδους κρίσης, που μεταλαμπαδεύεται στις ψυχές των ανθρώπων με ταχύτητα τόσο μεγάλη όσο η φωτιά που έκαψε τη Σμύρνη.

Στις περιόδους μεγάλων κρίσεων είναι που οι αρχιτέκτονες του μίσους, για να επεκταθεί η φωτιά του στους απλούς ανθρώπους, ανακαλύπτουν ή κατασκευάζουν εχθρούς. Στοχοποιούν κάποιους ως «ξένους», ξένα σώματα που πρέπει να αφανιστούν, προσπαθούν να χωρίσουν τους ανθρώπους, να στρέψουν τη μία κοινωνική, εθνική, θρησκευτική ομάδα ενάντια στην άλλη, για να μπορούν εκείνοι ανενόχλητοι να εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Από αυτό το μίσος, που φέρνουν ο διχασμός και η εθνικιστική βία, οφείλουμε να προστατεύσουμε την κοινωνία μας, και τις γενιές που έρχονται.

Τα τελευταία χρόνια στα σχολικά μας εγχειρίδια ο μικρασιατικός πόλεμος και η καταστροφή αντιμετωπίζονται με αμηχανία – πολλές φορές και με αυτό που ονομάζουμε «πολιτική ορθότητα». Και εμείς οι δάσκαλοι δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε στις σχολικές αίθουσες το σημαντικότερο ίσως γεγονός της σύγχρονής μας ιστορίας, και καμιά φορά, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι έτσι υπηρετούμε την ειρηνική συνύπαρξη των λαών, «στρογγυλεύουμε» κάποιες αιχμηρές γωνίες της ιστορίας.

Οι νέοι μας μαθαίνουν ελάχιστα για την καταστροφή της Σμύρνης – κι αυτό δεν έχει μόνο ενδεχόμενο κίνδυνο τη λήθη, τη λησμονιά. Η λήθη δημιουργεί ένα κενό γνώσης και ανοίγει τον δρόμο σε κάποιους για να γεμίζουν τις συνειδήσεις των νέων με στερεότυπα, μισές αλήθειες, γενικεύσεις, εν τέλει με μίσος.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να φοβόμαστε την ιστορία. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να διδάξουμε στα παιδιά μας γι’ αυτή τη μεγάλη καταστροφή, σε όλη την έκταση και τις διαστάσεις της. Η γνώση της ιστορίας είναι το μοναδικό αντίδοτο της κοινωνίας στον διχασμό και το μίσος. Οι λαοί, για να συνυπάρξουν ειρηνικά, οφείλουν να γνωρίζουν τι συνέβη στο παρελθόν, και γιατί συνέβη. Όχι για να διαιωνίζεται το μίσος, αλλά για να συνειδητοποιήσουν πόσο μεγάλο κακό έκανε στους προγόνους τους αυτό το μίσος.

Οφείλουν και στους προγόνους αυτούς, αλλά και στα παιδιά τους, να προχωρούν μπροστά, όχι ξεχνώντας, αλλά γνωρίζοντας.

Και, τέλος, μαθαίνοντας από τα διδάγματα της Ιστορίας οφείλουν να θωρακίζουν την πορεία τους προς την πρόοδο απομονώνοντας το μίσος, και προωθώντας την ενότητα, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, την ειρήνη

email