H άγνωστη συνέντευξη της Κίττυς Αρσένη

H άγνωστη συνέντευξη της Κίττυς Αρσένη

H άγνωστη συνέντευξη της Κίττυς Αρσένη

«Έφυγε» από τη ζωή ύστερα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο, η ηθοποιός, σκηνοθέτις και συγγραφέας, Κίττυ Αρσένη, γνωστή επίσης για την αντιδικτατορική της δράση.

Η Κίττυ Αρσένη γεννήθηκε στο Αργοστόλι. Μετά την αποφοίτησή της από τη Δραματική Σχολή του Καρόλου Κουν, έπαιξε στα περισσότερα θέατρα της Αθήνας. Το καλοκαίρι του 1967 συνελήφθη, βασανίστηκε και καταδικάστηκε ως μέλος του Πατριωτικού Μετώπου σε πολυετή φυλάκιση από τη χούντα. Έναν χρόνο αργότερα, μετά την αμνηστία, έφυγε από την Ελλάδα και κατέθεσε ως μάρτυς στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Μετά τη δικτατορία επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έπαιξε και σκηνοθέτησε σε πολλά θέατρα της πρωτεύουσας.

Η κηδεία της θα γίνει την Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου, στις 17:30 στο κοιμητήριο Αμαρουσίου.

Συνέντευξη είχε δώσει στο Ρεπορταζ Χωρίς Σύνορα η ηθοποιός και αγωνίστρια κατά της δικτατορίας Κίττυ Αρσένη

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: 21η Απριλίου. Πώς το μαθαίνετε και τι γίνεται εκείνη την στιγμή στην Ελλάδα.

Κίττυ Αρσένη: Ήμουνα στην Θεσσαλονίκη με έναν θίασο και είχαμε γυρίσει ξημερώματα στο ξενοδοχείο που μέναμε γύρω στις 5:00 η ώρα, γιατί είχαμε πάει στα μπουζούκια και διασκεδάζαμε, και γύρω στις 6:00, 6:30 μας ξύπνησε όλους ένας κεραυνός μέσα μας, δηλαδή γινήκαμε κομμάτια όλοι. Για μένα ήμουν απ’ αυτούς που επειδή δεν ήθελα δεν πίστευα ότι θα γινότανε δικτατορία. Διάβαζα εξάλλου την «Αυγή», που η Αυγή είχε βγει εκείνη την ημέρα με τον τίτλο «Γιατί δεν θα γίνει δικτατορία».

Και πραγματικά αυτό ήταν μία πάρα πολύ μεγάλη ανατροπή μέσα μου. Νόμιζα ότι είχα γίνει πια ένας άλλος άνθρωπος, δεν είχα καμία σχέση με αυτά που έκανα πριν. Εδώ ανοιγότανε κάτι φοβερό άγνωστο μπροστά μας που έπρεπε να το αντιμετωπίσουμε.

Θυμάμαι ότι κατεβαίνοντας από την Θεσσαλονίκη, γιατί σταματήσανε οι παραστάσεις, για την Αθήνα με ένα αυτοκίνητο, ήταν και συννεφιά και σκοτεινιά, περνάγαμε από διάφορα μέρη που όλα τα σχολεία ήταν γεμάτα στρατώνες. Ο στρατός, άνθρωποι περίεργοι.Γυρίσαμε στην Αθήνα βρήκαμε μία Αθήνα μέσα στις πληγές της, άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί, είχαν φυλακιστεί, οι υπόλοιποι ήταν χαμένοι. Δηλαδή περπατούσες στο δρόμο και νόμιζες ότι οι άνθρωποι δεν είχαν πρόσωπο.

Κατά τα άλλα νομίζω ότι κάπως έτσι αντέδρασε κι’ όλος ο κόσμος που δεν το περίμενε, ή που και το περίμενε ακόμα. Και αυτοί που το περιμένανε αιφνιδιαστήκανε.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι άλλαξε στην Ελλάδα εκείνη την ημέρα, δηλαδή πέρα από το ό,τι την εξουσία την πήραν οι συνταγματάρχες. Πριν υπήρχε μία άνθηση.

Αρσένη: Τι άλλαξε στην Ελλάδα μετά την δικτατορία; Τα πάντα. Ναι, ήταν η άνοιξη, ήταν τα πρώτα ανοίγματα που έκανε η Ελλάδα όταν άρχισε να τραγουδάει τα τραγούδια του Μίκη, να περπατάει τις πορείες ειρήνης, να κάνει συγκεντρώσεις με τους πνευματικούς ανθρώπους. Να βγαίνουν περιοδικά πνευματικά, πολιτικά. Και ήτανε αυτή η άνθηση. Μας σταματήσανε επάνω εκεί που περπατούσαμε στους δρόμους και τραγουδούσαμε.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εσείς πως μπλέκεστε στο δίκτυο του Μίκη Θεοδωράκη. Δηλαδή βοηθήσατε να πάνε κάποιες κασέτες με τα τραγούδια του στο εξωτερικό. Θα μας περιγράψετε λίγο πως έγινε η σύνδεση και πως μπλεχτήκατε εσείς σε αυτή την υπόθεση;

Αρσένη: Μετά τη δικτατορία, την 21η Απριλίου δηλαδή, όσοι είχαμε απομείνει από εμάς έξω και είμαστε ακόμα φίλοι και είχαμε και εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, γιατί μέσα απ’ αυτά που έσπειρε η διδακτορία ήταν και μία φοβερή δυσπιστία. Ξαφνικά υπήρχαν αυτές ότι οι τοίχοι έχουν αυτιά, ο διπλανός ήταν χαφιές, σε παρακολουθούσε. Η αίσθηση αυτής της φοβερής ασφυξίας και της φοβερής δυσπιστίας που υπήρχε.

Όσοι λοιπόν είχαμε τις φιλίες μας, την εμπιστοσύνη μας, γιατί κόμματα δεν υπήρχαν, οργανώσεις δεν υπήρχαν, ηγέτες δεν υπήρχαν, μαζευόμαστε με μία αυτή να πούμε στον κόσμο ότι κάτι θα κάνουμε, κάτι θα γίνει. Ότι δεν το βάζουμε κάτω, εδώ θα αντισταθούμε.

Εγώ με το που έγινε σχεδόν η δικτατορία βρέθηκα σε μία οργάνωση που μόλις είχε γίνει από τον Μίκη τον Θεοδωράκη και ήταν το «Πατριωτικό Μέτωπο», όπου θα σας έχει μιλήσει και ο Μίκης Θεοδωράκης πως έγινε αυτή η συνάντηση του Πάσχα που λέει τότε, και ανακατευτήκαμε με οτιδήποτε. Δηλαδή άπειρη κιόλας και ενθουσιώδης και λίγο παράτολμη, ή μάλλον αρκετά παράτολμη, και ανακατεύτηκα με τα πάντα. Δηλαδή από το να βρούμε έναν πολύγραφο, από το να κρύψουμε, να βρούμε σπίτια να κρυφτούνε παράνομοι που δεν είχαν προλάβει να τους συλλάβουν. Από το να μαζεύουμε χρήματα, γιατί έπρεπε να στηριχθούνε κάποιοι άνθρωποι και ό,τι μπορούσαμε κάναμε.

Και ξαφνικά κάποιος κάπου κάτι τέτοιο μου έδωσε μία κασέτα να την δώσω σε κάποιον κάπου από το θέατρο που ήμουνα για να πάει στο εξωτερικό. Αυτό ήταν το αδύνατο σημείο, ο αδύνατος κρίκος που λέμε, γιατί αυτός που ήρθε να μου δώσει την κασέτα συνελήφθη και βρέθηκε το όνομά μου επάνω του. Και όταν τον ρωτήσανε τι σημαίνει αυτό το όνομα, είπε αυτός ότι την πήγα την κασέτα σ’ αυτήν για να την στείλει στο εξωτερικό.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η κασέτα αυτή τι είχε μέσα; Σας γυρίζω πίσω, ούτως ή άλλως θα τα ξαναπούμε. Θέλω να μου περιγράψετε πως ήταν η πρώτη επαφή με το ΠΑΜ, πως μπήκατε εσείς μέσα στην οργάνωση.

Αρσένη: Δεν έγινε καμία μύηση, καμία μυσταγωγία, καμία αυτή. Τα πράγματα ήρθαν λίγο φυσικά. Δηλαδή λες κάτι θα κάνουμε. Τι θα κάνουμε; Θα πάμε και θα ρίξουμε σε μία συγκεκριμένη ώρα με το 14 που λέγαμε τότε από έναν θάλαμο σε όλους τους διανοούμενους κάτω από την πόρτα τους ένα γράμμα που θα λέει «προσέξτε γιατί η δημοκρατία θα είναι τιμωρός εάν συνεργαστείτε με την χούντα». Ένα τώρα που θυμάμαι απ’ αυτά. Να μαζευτούμε, να μαζεύουμε πληροφορίες τι συμβαίνει στα κρυφά στρατόπεδα, τι συμβαίνει στους εξόριστους, τι συμβαίνει εκεί. Δεν υπήρχαν ειδικότητες, ήταν μία διάθεση γενική. Και βέβαια έτσι την πατήσαμε κιόλας, γιατί μας πιάσανε. Μας πιάσανε και πολύ νωρίς.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πάμε στο πώς σας πιάσανε και τι έγινε με την περίφημη κασέτα. Τι ήταν αυτή η κασέτα.

Αρσένη: Εγώ δεν ήξερα τι ήταν αυτή η κασέτα, γιατί όπως είπα και προηγούμενα ορισμένα πράγματα, όχι όλα, μακάρι να γινόντουσαν όλα έτσι, ερχότανε κάποιος που δεν ήξερες και σου έδινε κάτι να το δώσεις σε κάποιον που θα περνούσε, που επίσης δεν ήξερε. Αυτά ήταν στοιχειώδη μέτρα της παρανομίας και συνωμοτικών κανόνων, που όπως είπα μακάρι να κρατιόντουσαν. Δεν κρατηθήκανε και γι’ αυτό την πάθαμε.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θέλω να μου πείτε αυτή την ιστορία το ότι ήρθε κάποιος μου είπε να δώσω την κασέτα σε κάποιον, αυτή η κασέτα είχε τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί να στέκει από μόνο του σαν διήγηση.

Αρσένη: Συνήθως αυτές οι ανταλλαγές, είτε ήταν τα περίφημα δελτία που τα λέγαμε τότε που τα έβγαζε ο Βότσης μαζί με μία άλλη συντροφιά εκεί, ήταν τα δελτία που έδιναν πληροφορίες, είτε χρήματα, είτε μια πληροφορία γραπτή, είτε κάποια κάτι τέλος πάντων. Συνήθως η διακίνηση γινότανε από το Θέατρο που έπαιζα εγώ, που τα πράγματα ήταν πάρα πολύ άνετα. Κατά σύμπτωση αυτή την περίφημη κασέτα που μου φέρανε μου την φέρανε στο σπίτι, οπότε το σπίτι εντοπίστηκε. Ήρθε κάποιος που δεν τον ήξερα και μου είπε αυτή την κασέτα θα την δώσεις σε κάποιον που υποτίθεται δεν ήξερα. Τον ήξερα. Ήταν οι κανόνες συνωμοτικοί όπως είπαμε και προηγούμενα, όπου τους μαθαίναμε και εμείς, είμαστε μαθητές, μαθητευόμενοι μάγοι δηλαδή. Αυτό βρέθηκε στην Ασφάλεια από τον άνθρωπο που τον πιάσανε. Ο άνθρωπος είπε εγώ πήγα σ’ αυτήν, σ’ αυτήν έδωσα την κασέτα του Μίκη του Θεοδωράκη και ήρθαν αμέσως και με πιάσανε.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πώς έγινε η σύλληψη. Έρχονται στο σπίτι σας ο Λάμπρου.

Αρσένη: Λόγω της σπουδαιότητας αυτής της κασέτας, ένα, και λόγω του ό,τι είχε ανακατευτεί ότι αυτός που είχε δώσει την εντολή να ρθει σε μένα η κασέτα ήταν του Φιλίνη, πιστέψανε ότι αν με πιάνανε εμένα θα βρίσκανε τον Κώστα τον Φιλίνη. Εξ’ ου και καταφθάσανε στο σπίτι μου βράδυ, ξυπνήσανε το θυρωρό, ανεβήκανε επάνω και επάνω κτυπήσανε το κουδούνι, δεν κτυπήσανε κάτω το κουδούνι. Είχανε πιάσει όλα τα πόστα, τα μπλόκα, και μπήκανε μέσα μου συστηθήκανε, είπε είμαι ο Λάμπρου, ο Μάγιος, και ο Μπάμπαλης. Μου συστηθήκανε όλοι.

Εγώ ήμουνα πάρα πολύ άνετη έκανα ότι «τι θέλετε, τι θέλετε εδώ». Λέει, που έχεις την κασέτα. Ποια κασέτα, έλεγα εγώ, δεν ξέρω τίποτα και ήμουνα πραγματικά πάρα πολύ άνετη. Αυτοί ήταν αποφασισμένοι να με συλλάβουν εν πάση περιπτώσει. Και μου λέει πάμε. Ήταν και η μητέρα μου, ήτανε η νύφη μου, ήταν ο αδελφός μου ο οποίος ήταν στρατιώτης.

Με το «πάμε» του Λάμπρου είχε κρεμασμένο όπως έχω εδώ πέρα τα διάφορα τζάντζαλα μάντζαλα στον τοίχο ένα ταγάρι και μέσα στο ταγάρι πρόλαβα όταν άκουσα το κουδούνι να ρίξω κάποιες προκηρύξεις μέσα και φεύγοντας από το δωμάτιο ο Μπάμπαλης πέφτει το μάτι του στο ταγάρι, βάζει το χέρι του μέσα στο ταγάρι και βλέπει τις προκηρύξεις. Άρα εγώ δεν ήμουνα και τόσο αθώα που έλεγα δεν ξέρω τίποτα. Είχαν τα πρώτα πειστήρια ότι ήμουν ανακατεμένη. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν πήγανε αμέσως στο Μπουμπουλίνας.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πού σας πήγαν;

Αρσένη: Με πήγαν στα νταμάρια. Τότε ήταν τα νταμάρια η Κυψέλη ήταν γεμάτη τα νταμάρια της Κυψέλης λεγότανε τότε, ήταν έρημος τόπος εκεί, το αυτοκίνητο σταμάτησε κάπου σε κάτι αυτά, ανεβήκαμε κάποια κατσάβραχα και εκεί έγινε μία πρώτη έτσι επίδειξη δύναμης βασανιστηρίων και εκφοβισμού με εικονικές εκτελέσεις, έγινε και μία φάλαγγα μέσα στο αυτοκίνητο. Πέφτανε και κάτι έτσι αδέσποτες επάνω στο κεφάλι μου. Και μετά από κάποια ώρα επειδή εγώ δεν μιλούσα με πήγαν στην Ασφάλεια.

Φεύγοντας η μητέρα μου μού είχε δώσει μία κουβέρτα, την οποίαν μπαίνοντας στην Ασφάλεια μου κρατήσανε τα πάντα και την κουβέρτα. Ήταν καλοκαίρι φορούσα ένα φουστάνι πάρα πολύ λεπτό και λοιπά και με βάλανε σε ένα κελί.

Από κει και πέρα άρχισε μία περίοδος ανακρίσεων άλλου τύπου, εξοντωτικές, αϋπνίες, αυστηρά απομόνωση, που σήμαινε ότι σε ένα κελί δεν έπινες νερό, δεν έτρωγες, δεν έβγαινες για τις σωματικές σου ανάγκες. Και βεβαίως η επίσκεψη επάνω στην περίφημη ταράτσα.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σας πήγανε και εσάς στην ταράτσα;

Αρσένη: Ναι, βέβαια.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι γινόταν εκεί;

Αρσένη: Εκεί ήταν το λεγόμενο πανηγύρι το λέγανε. Το λέγανε το πανηγύρι. Εκεί ήταν πιο συστηματικά τα βασανιστήρια. Δηλαδή ενώ στα Νταμάρια ήτανε κάποιοι άνθρωποι που κτυπούσαν, κλωστάγανε και είχες την αίσθηση ότι μπορείς και να τους αντιμετωπίσεις στην ελεύθερη, εκεί άρχισαν πιο συστηματικά. Ήταν ο πάγκος, ήταν το δέσιμο πάνω στον πάγκο να είσαι ακίνητος. Ήτανε τα νερά που σου ρίχνανε και δεν μπορούσες να αντιδράσεις, και η φάλαγγα η κανονική που είναι αυτό το κτύπημα στα πέλματα με ματσούκια. Φαντάζομαι, δεν τα είδα. Το σκοτάδι, οι πατσαβούρες που ήταν πίσω που σου ρίχνανε. Τέλοσπαντων δεν είμαι διατεθειμένη να περιγράψω αυτή την στιγμή κάποια βασανιστήρια που γινόντουσαν. Νομίζω καταρχήν ότι έχουν ειπωθεί αρκετά και δεν χρειάζεται να τα λέμε και να τα ξαναλέμε.

email
Πηγή άρθρου: iefimerida.gr