Η Αμαλία Αρσένη κάνει το θεατρικό της ντεμπούτο.

Αμαλία Αρσένη

«Από τη μια είναι ευλογία, τιμή μου και χαρά μου να έχω τους γονείς που έχω, από την άλλη είναι ένα βάρος και μια σκιά» λέει η Αμαλία Αρσένη.Πηγή φώτο(tovima.gr)

Οταν η Αµαλία Αρσένη κέρδισε τον ρόλο, έπρεπε να διακόψει τις σπουδές της στην Αµερική και να επιστρέψει για πρόβες και παραστάσεις στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί η ακρόαση, ανάµεσα σε άλλες υποψήφιες, από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο στο Θέατρο του Νέου Κόσµου.

«Μου µένουν µόνο τρεις µήνες για το πτυχίο» λέει, καθώς το «Στάλερχοφ» του Κρετς έχει µόλις κάνει πρεµιέρα και η ίδια συστήνεται για πρώτη φορά στο κοινό ως ηθοποιός. Και αν η Μπέπι, το 14χρονο καθυστερηµένο κορίτσι που ζει σε µια φάρµα της Βαυαρίας, δεν θυµίζει σε τίποτε την ξανθιά και όµορφη Αµαλία που την υποδύεται, ίσως τελικά να έχει δίκιο: «Αυτός ο ρόλος είναι πραγµατικό λαχείο». Με αυτή τη φράση την υποδέχθηκε ο καθηγητής της στο Smith College της Μασαχουσέτης, όπου σπουδάζει, όταν του µίλησε για την παράσταση. «Να σκεφθείτε ότι το “Στάλερχοφ” ήταν στην ύλη της χρονιάς, αλλά ο καθηγητής µου επέλεξε να µην το διδαχθούµε τελικά, ώστε να µην επηρεασθώ από άλλες αναλύσεις και να το γνωρίσω µέσα από τον σκηνοθέτη µου. Για την τελική µου απόφαση σκέφτηκα πολύ και το συζήτησα µε τους γονείς µου – εκείνοι µε άφησαν να αποφασίσω, όπως κάνουν πάντα, αφού µου εξέφρασαν τις σκέψεις τους. Οµολογώ ότι ακόµη έχω την έννοια της επιστροφής στο Πανεπιστήµιο. Θα γυρίσω όµως να πάρω το πτυχίο µου. ∆εν µου αρέσουν οι εκκρεµότητες. Το οφείλω άλλωστε και σε µένα και στους δικούς µου».

Η Αµαλία από τότε που θυµάται τον εαυτό της ηθοποιός ήθελε να γίνει: «Ανεξάρτητα από την οικογενειακή παράδοση, ένας µαγνήτης µε καλούσε προς το θέατρο». Εβλεπε βέβαια παραστάσεις, παιδικές στην αρχή και µετά Εθνικό, Ηρώδειο, Επίδαυρο. Στην Α’ Γυµνασίου µπήκε στη θεατρική οµάδα του σχολείου της. Οι δικοί της το είδαν θετικά: «“Να κάνεις αυτό που θες και αγαπάς” ήταν πάντα η συµβουλή τους. Μου εξήγησαν βέβαια τα προβλήµατα και τις δυσκολίες, µια που το θέατρο και η πολιτική µοιάζουν. Την πολιτική την απέρριψα νωρίς. Στο θέατρο µε έσπρωξε η αγάπη µου για τη ζωή και τον άνθρωπο – όσο φιλοσοφικό κι αν ακούγεται αυτό. Μου αρέσει να δουλεύω µε τους ανθρώπους, µε τους χαρακτήρες τους, µε τον λόγο και τη λογοτεχνία, να προσφέρω, να προβληµατίζω, να προβληµατίζοµαι».

Οσο για ταλέντο, η Αµαλία Αρσένη είχε να πάρει… «Οποιοσδήποτε πάει προς αυτόν τον χώρο, κάτι µέσα του έχει δει. Αναρωτιόµουν όµως αν έχω κλίση. Η µη τέρα µου µε βοήθησε να το ξεδιαλύνω, λέγοντάς µου ότι κλίση είναι αυτό που θες πιο πολύ, που βγαίνει από µέσα σου». Προτίµησε όµως να σπουδάσει έξω, σκεπτόµενη και την επωνυµία της.

«Οχι, δεν ήταν ο κύριος λόγος, αλλά θα ήθελα να µε κρίνουν αυτόνοµα. Οµολογώ ότι ειδικότερα στο Λονδίνο, όπου σπούδασα Κλασικό Θέατρο (σ.σ. Σαίξπηρ και Ιακωβιανό Μεσαιωνικό στη London Academy of Music), τα πράγµατα ήταν ακόµη πιο αυστηρά. Και ό,τι κατέκτησα το κατέκτησα µόνη µου. Ως παιδί πολιτικών, ήξερα. Από τη µία είναι ευλογία, τιµή µου και χαρά µου να έχω τους γονείς που έχω, από την άλλη όµως είναι ένας βάρος και µια σκιά. Είναι κρίµα να σε κρίνουν από αυτό. Οπως συµβαίνει µε τη συµµαθήτριά µου Παυλίνα Βουλγαράκη, που έχει µια τόσο ωραία φωνή. Γι’ αυτό κι εγώ λέω: πρώτα δες µε και άκουσέ µε, και µετά πες ό,τι θες. ∆υστυχώς, η κοινωνία δεν το αντιµετωπίζει έτσι. ∆εν είναι όµως δική µου αδυναµία, αλλά των άλλων».

«Πιο όμορφη από κάθε Ιουλιέτα»

Παρ’ ότι δεν είχε ονειρευθεί να πάρει το επαγγελµατικό της βάπτισµα µε µια ηρωίδα όπως η Μπέπι, που έχει πρόβληµα όρασης και είναι, λόγω συνθηκών, καθυστερηµένη, η Αµαλία παραδέχεται ότι «τελικά είναι καλύτερη απ’ ό,τι κι αν ονειρεύτηκα, πιο όµορφη από κάθε Ιουλιέτα. Μιλάει ελάχιστα, αλλά ό,τι λέει είναι διαµαντάκι, και είναι συνέχεια στη σκηνή. Με έχει µαγέψει ο εσωτερικός της κόσµος, πλούσιος και αθώος. Και όµως, ούτε τότε που γράφτηκε το έργο ούτε τώρα µπορούν να την καταλάβουν. Εχει τόση οµορφιά µέσα της, συσσωρευµένη και καταπιεσµένη. Ζητάει αγάπη και µια αγκαλιά… Οπως όλοι µας». Αυτή την αγάπη, που πάει χέρι-χέρι µε τη βία, τη βρίσκει στο πρόσωπο του Ζεπ. Η παράξενη ερωτική έλξη που αναπτύσσεται ανάµεσά τους καταλήγει σε εγκυµοσύνη – και ενδιάµεσες τολµηρές θεατρικές σκηνές: «Από την αρχή ένιωσα προστατευµένη τόσο από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο όσο και απ’ όλους τους συναδέλφους – ο Μάνος Βακούσης ειδικά που παίζει τον επιστάτη ήταν κύριος απέναντί µου».

Χαρούµενη για όλα αυτά που της συµβαίνουν, ξέρει ότι αυτή η εµπειρία θα επηρεάσει την πορεία της. Γιατί είδε πώς είναι να δουλεύεις στο θέατρο και επιβεβαίωσε την αγάπη της γι’ αυτό που διάλεξε. Οπως επίσης και τη βεβαιότητά της ότι θέλει να γυρίσει στην Ελλάδα, να κάνει θέατρο αλλά και κινηµατογράφο. «Εχω πολλά όνειρα και πολλές φιλοδοξίες, αλλά προς το παρόν έχω πολλά να µάθω».

Τι την ενοχλεί; «Η απάθεια και ότι για όλα όσα συµβαίνουν γύρω µας δεν κάνουµε τίποτε. Τα βλέπουµε, βρίζουµε και µετά πάµε για καφέ. Κανείς δεν παίρνει πρωτοβουλίες, δεν πράττει. Ακριβώς όπως και στο “Στάλερχοφ”, όπου οι γονείς της Μπέπι τη βλέπουν και δεν κάνουν τίποτε, δεν αντιδρούν».

Πολλαπλή κληρονοµιά

«Δυστυχώς δεν πρόλαβα να γνωρίσω τη γιαγιά μου και τον παππού μου. Είμαι πολύ συγκινημένη που κάνω το πρώτο μου ξεκίνημα και θα ήθελα να ήταν εδώ. Ιδίως ο παππούς μου, που είχε αγάπη για το γερμανικό θέατρο, το είχε μελετήσει, είχε γράψει και βιβλία. Και η μητέρα μου ξεκίνησε για το θέατρο. Τώρα έχω τις θείες μου, που είναι και πολύ αυστηρές» λέει η Αμαλία Αρσένη. Η ίδια, χωρίς να έχει πάρει το γαλάζιο χρώμα των ματιών τους, μοιάζει και στους δύο γονείς της: είναι κόρη της Λούκας Κατσέλη και του Γεράσιμου Αρσένη, εγγονή του σκηνοθέτη Πέλου Κατσέλη και της ηθοποιού Αλέκας Κατσέλη, ανιψιά της Κίττυς Αρσένη και της Νόρας Κατσέλη. Εχει τρεις (πολύ) μεγαλύτερους ετεροθαλείς αδελφούς, «που έχουν κι εκείνοι κάποια σχέση με την τέχνη».

email