Τηλεοπτική σειρά για τους Έλληνες νεομετανάστες στην Αυστραλία

Κλείνει το αυστραλιανό εμπορικό γραφείο στην Αθήνα

Τηλεοπτική σειρά για τους Έλληνες νεομετανάστες στην Αυστραλία.

Σίριαλ στη μικρή οθόνη γίνεται το νέο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων στην Αυστραλία. Κεντρικό πρόσωπο της τηλεοπτικής σειράς που γυρίζει διεθνής εταιρεία παράγωγης, είναι ένας Έλληνας μετανάστης που προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή του στη Μελβούρνη. Στόχος της σειράς είναι να περάσει το μήνυμα στους ξένους, ότι Έλληνας δεν σημαίνει μόνο «λαμόγιο» και «καλοπερασάκιας»

Κάθε μήνα, δεκάδες Έλληνες, πρώην εργαζόμενοι και νυν άνεργοι, μαζεύουν τα απομεινάρια από τα όνειρα και τις ελπίδες τους και μεταναστεύουν στο εξωτερικό. Ο ξεριζωμός των Ελλήνων της δεκαετίας του 1960 αναβιώνει και πάλι, καθώς χιλιάδες πλέον Έλληνες, στην πλειονότητά τους νέοι, αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον σε μια νέα πατρίδα που θα τους προσφέρει εργασία και ποιότητα ζωής. Ανάμεσά τους και πολλοί που επιλέγουν την Αυστραλία.
Φτάνοντας στο Σίδνεϊ, τη Μελβούρνη ή σε κάποια άλλη μεγαλούπολη, ξεκινά γι’ αυτούς ένας νέος Γολγοθάς. Εκείνος του εγκλιματισμού και της προσαρμογής στη νέα τους ζωή. Ο αγώνας των Ελλήνων μεταναστών της Αυστραλίας αποτυπώνεται σε ένα σίριαλ εφάμιλλο με την πραγματικότητα, με πρωταγωνιστές Έλληνες και Αυστραλούς ηθοποιούς.

Η ιδέα αναπτύχθηκε από τον 33χρονο Έλληνα μετανάστη, Σπύρο Χελιώτη, ο οποίος είναι και ο πρωταγωνιστής της σειράς «Dream of a shadow», και τον Νικήτα Μπάλλα, Έλληνα δεύτερης γενιάς.

Σκοπός της σειράς είναι, αφενός, να αναδείξει τις δυσκολίες που συναντούν οι ομοεθνείς μας στη νέα τους πατρίδα, αφετέρου, να κάνει τους ξένους να διαγράψουν από τη μνήμη τους τούς προσβλητικούς για εμάς όρους «λαμόγια» «κλέφτες» και «τεμπέληδες» που έχουν χαραχτεί στο μυαλό τους, από το άκουσμα της μεγάλης φοροδιαφυγής που υπάρχει στη χώρα μας και της παράνοιας της ελληνικής πολιτικής εφαρμογής.
Η παραγωγή έχει Ελληνίδα σκηνοθέτιδα, τη γνωστή μέσα από τους «Μικρούς Μήτσους» Μαρίνα Λεοντάρη. Στη σειρά πρωταγωνιστούν επίσης η Ιωάννα Πηλιχού, η οποία υποδύεται τη σύντροφο του Σπύρου Χελιώτη, και η Σάννυ Χατζηαργύρη.

ΣΕΝΑΡΙΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ

Πάνε δέκα μήνες από τότε που ο Σπύρος πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στη Μελβούρνη. Εκτός από το εισιτήριό του για την Αυστραλία, είχε ένα ισχυρό κίνητρο για να βρεθεί τελικά από τη μια μέρα στην άλλη σε μια τόσο μακρινή ήπειρο. Όνειρα και δίψα για ζωή. Ό,τι δηλαδή κατάφερε να του στερήσει η πατρίδα του τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Οι σπουδές του, πλέον, στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, ευελπιστεί να είναι το «κλειδί» για να καταλάβει μια υψηλόβαθμη θέση ανάμεσα στους Αγγλοσάξονες, αφήνοντας στο παρελθόν τη δουλειά του σερβιτόρου. Όχι όπως οι περισσότεροι ομοεθνείς του, που, στην καλύτερη περίπτωση, συμβιώνουν με μακρινούς συγγενείς και εργάζονται ως παρκαδόροι, σερβιτόροι, ακόμη και καθαριστές τουαλετών για να επιβιώσουν, όταν κάποτε στην πατρίδα κέρδιζαν έναν παχυλό μισθό και απολάμβαναν έναν πολύ καλύτερο τρόπο ζωής.

Εκείνος, τουλάχιστον, δεν άφησε πίσω του γυναίκα και παιδιά. Η 5χρονη σχέση του που έληξε δύο μήνες πριν βρεθεί στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» ήταν ένας ακόμη λόγος για να μαζέψει άρον-άρον τα πράγματά του σε μια μεγάλη βαλίτσα με προορισμό τη «Γη της Επαγγελίας».

Από τότε είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του τη σκέψη να καταφέρει να μείνει στη μακρινή ήπειρο εάν μελλοντικά σταθεί τυχερός στον επαγγελματικό του τομέα. Βέβαια, εδώ δουλειές υπάρχουν, αρκεί κάποιος να έχει όρεξη. Ο Σπύρος έχει πλούσιο βιογραφικό: κάτοχος εταιρείας εκκλησιαστικών ειδών, διευθυντής πωλήσεων μεγάλης εταιρείας -η οποία έκλεισε μετά την ένταξή της στο Χρηματιστήριο- αλλά και με γνώσεις πάνω στην αρωματοποιία και τη βοτανολογία.

Στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε τίποτα, δεν του θυμίζει πια τα χρόνια της ευμάρειας και της ξεγνοιασιάς. «Έχει περάσει το μήνυμα ότι ο Έλληνας είναι καλοπερασάκιας. Πρέπει να τους αποδείξεις το αντίθετο για να σε αγκαλιάσουν οι Αυστραλοί» του είχε πει τον πρώτο καιρό ο Νικήτας, με τον οποίο είναι πλέον φίλοι. Εκείνος γνωρίζει καλύτερα, αφού είναι μετανάστης δεύτερης γενιάς. Τότε που οι ξένοι είδαν στο πρόσωπο των Ελλήνων την ανθρωπιά, το φιλότιμο, την εργασιομανία.
«Ώπα», έλεγαν στα γλέντια τους και αναστέναζαν τα νυχτερινά μαγαζιά, κάνοντας τους ντόπιους να κοιτούν με απορία τον αυθορμητισμό των Ελλήνων.
Όλα αυτά, όμως, ανήκουν σε μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί. Σήμερα ομάδες Ελλήνων συγκατοικούν σε λίγα τετραγωνικά, σφίγγουν το ζωνάρι και αποταμιεύουν χρήματα είτε για να στείλουν στις οικογένειές τους είτε για να μπορέσουν μια μέρα να τις πάρουν κοντά τους.

Εκείνοι που έχουν αυστραλιανή υπηκοότητα ή συγγενείς στην Αυστραλία, είναι τυχεροί, καθώς μπορούν να εργαστούν χωρίς να τους απασχολεί η εγκατάστασή τους εκεί. Για κάποιους άλλους, όμως, η προσπάθεια της παραμονής τους με μόνη οδό την τουριστική βίζα είναι άκαρπη και η επιστροφή τους στην Ελλάδα οριστική.

email
Πηγή άρθρου: neoskosmos.com