Το αιώνιο ελληνικό καλοκαίρι μέσα από τα μάτια μιας αμερικανίδας σεφ

Melia Marden

Η Melia Marden.Φωτογραφία:zero1magazine.com

Για τη νεοϋορκέζα σεφ Melia Marden, καλοκαίρι σημαίνει ελληνικό νησί, και ειδικότερα Ύδρα εδώ και σαράντα χρόνια. Πρώτα η μητέρα της, μετά και οι δύο γονείς της, τώρα η ίδια και η αδερφή της, περνούν τα καλοκαίρια σε ένα νησί που δε μοιάζει με τα υπόλοιπα. Στο Bon Appétit έγραψε τι είναι αυτό που τους κάνει να πηγαίνουν ξανά και ξανά.

“Ακόμα και πριν γίνω σεφ, αυτό που με τραβούσε κυρίως στην Ύδρα ήταν το φαγητό. Πέρασα πολλά καλοκαίρια τρώγοντας σε οικογενειακές παραλιακές ταβέρνες και αυτές οι γεύσεις έγιναν η βάση για το εστιατόριό μου The Smile στη Νέα Υόρκη. Λατρεύω τα ψητά ψάρια και τα παϊδάκια αλλά η αληθινή μου αγάπη είναι τα απλά τους φαγητά – λαδερά με ντομάτα, χόρτα, ψητό λεμονάτο κοτόπουλο – αυτά τα φαγητά μαγειρεύονται το πρωί και μένουν σε θερμοκρασία δωματίου μέχρι να τελειώσουν. Οι καλύτερες μου αναμνήσεις όμως είναι από πικ νικ πάνω σε καΐκια, μαζί με την οικογένειά μου.

Η Ύδρα, ένα μικρό νησί του Σαρωνικού κόλπου, μόλις δύο ώρες από την Αθήνα, ξεχωρίζει με την απαγόρευση κυκλοφορίας αυτοκινήτων, μηχανών, ακόμα και ποδηλάτων. Κυκλοφορούμε παντού με τα πόδια, υπνωτισμένοι από φωνές πετεινών, γαϊδουριών και τζιτζικιών.

Ένα πρωί του περασμένου καλοκαιριού μαζευτήκαμε στο μπαρ Πειρατής, ένα καφέ στο λιμάνι της Ύδρας. Οι πρωινοί επισκέπτες έπιναν φρέσκο χυμό πορτοκαλιού και φραπέ. Εμείς βρήκαμε έναν καπετάνιο που θα μας πήγαινε βόλτα με το χρωματιστό του καΐκι. Μια ώρα μετά ήμασταν στην παραλία του Αγίου Νικολάου, που είναι η αγαπημένη μας παραλία. Ο καπετάνιος, ο Τάσος, πήρε έναν υπνάκο ενώ εμείς κάναμε μπάνιο πηδώντας από τη βάρκα στα κρύα νερά. Η Πόπη, μια φίλη μας, βούτηξε για αχινούς.

Για το φαγητό μας προσπάθησα να μαζέψω όσα περισσότερα μπορούσα από τον κήπο μας μαζί με τα προϊόντα της λαϊκής αγοράς που δεν είναι ποτέ ίδια στη Νέα Υόρκη: τέλειες ώριμες ντομάτες, λεπτές μωβ μελιτζάνες και σφιχτά, ανοιχτοπράσινα κολοκυθάκια. Είχα αγοράσει φρέσκα κοτόπουλα από τον χασάπη. Τα είχα αρωματίσει με δεντρολίβανο από τον πυκνό θάμνο του κήπου μας, λεμόνια από το γέρικο δέντρο πίσω από το σπίτι μας και με το αγαπημένο μου μέλι: Αττική, το πλούσιο μέλι με την άγρια γεύση που κάνει την πέτσα τραγανή και της δίνει υπέροχο χρυσαφί χρώμα. Ματσάκια ελληνικού βασιλικού ήταν τυλιγμένα σε μια υγρή χαρτοπετσέτα, έτοιμα να μπουν σε μια απλή ντοματοσαλάτα.

Βάλαμε τα πιάτα στα γόνατά μας και φάγαμε, μιλήσαμε και ήπιαμε ρετσίνα από τα πλαστικά μας ποτήρια. Ξαναμπήκαμε στη θάλασσα πριν φάμε κεράσια με ελληνικό γιαούρτι. Όταν ο ήλιος άρχισε να πέφτει, ο Τάσος άναψε τη μηχανή και η ρυθμική κίνηση της βάρκας έφερε σε όλους λήθαργο. Το ταξίδι της επιστροφής ήταν όπως πάντα γλυκόπικρο: το τέλος της ημέρας σήμαινε το τέλος του ταξιδιού και την επιστροφή στη ζωή στην πόλη. Αλλά ήδη χαιρόμουν για τα μελλοντικά πικ νικ πάνω σε καΐκια με φίλους και οικογένεια, για πολλά χρόνια ακόμα.”

email
Πηγή άρθρου: lifo.gr