Ακραία καιρικά φαινόμενα στην Κεφαλονιά του 18ου αιώνα

Ακραία καιρικά φαινόμενα

Ακραία καιρικά φαινόμενα

Μεθοδικές πληροφορίες για το κλίμα του νησιού μας (θερμοκρασία, βροχές, ξηρασία, χιόνι, χαλάζι και ανέμους) κατέγραψε την εξαετία 1885-1890 ο πολυτάλαντος Γερμανός καθηγητής Γεωγραφίας Ιωσήφ Παρτς. Οι ενθυμήσεις που δημοσιεύονται στη συνέχεια, ανέκδοτες οι περισσότερες, συγκροτούν ένα αξιομνημόνευτο σύνολο, καθώς περιγράφουν παραξενιές του καιρού που παρατηρήθηκαν στην Κεφαλονιά τον 18° αιώνα.

Παράλληλα γνωστοποιούνται και παράπλευρες συνέπειες που επέφεραν στην καθημερινή ζωή των κατοίκων του νησιού, αφού μετά από μια θεομηνία επικρατεί μεγάλη αναστάτωση στη γεωργική παραγωγή και στις αντοχές μιας αγροτικής κοινωνίας.

Σφοδρή καταιγίδα, συνοδευόμενη από υδροστρόβιλο, που εκδηλώθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1719, σημειώνεται από τον ιερομόναχο Ιερεμία Κόκκαλη:

«Ταύτη τη νυκτί χνεώχθησαν οι καταρράκται του ουρανού και έπεσεν επί το πρόσωπο της γης ταύτης, πυρ, χάλαζα και χειμών δριμύς, λίαν σφόδρα. Αστραπαί και βρονταί, αναμεταξύ με την χάλαζα, οπού ουδέποτε ούτως έγνωμεν εις το πρόσωπον μας … τα όρνεά μας ευρέθησαν τε-θανατωμένα και τα ερπετά και πετεινά του ουρανού. Και αυτά ομοίως τα οψάρια της θαλάσσης από την κοίτη τους φεύγοντας, ήλθαν εις την στερεάν γην και απέθαναν».

Το απόσπασμα αυτό, ωσάν σκηνικό του βιβλίου της Αποκάλυψης (π.χ. κεφ. 11, στίχ. 19 και κεφ. 16, στίχ. 18), προέρχεται από εκτενέστατη καταγραφή, η οποία, γραμμένη με στόμφο κηρύγματος και διανθισμένη με Βιβλική ορολογία, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον και γι’ αυτό δημοσιεύεται ολόκληρη στο τέλος του παρόντος.

Δέκα χρόνια αργότερα, ο Ληξουριώτης ιερέας Φραγκίσκος Κονταρίνης καταχωρεί στο ημερολόγιο του μια παρατεταμένη χαλαζόπτωση:

«1729, Σεπτεμβρίου 20. Εις τας πέντε ώρας της ημέρας έπεσε χαλάζι, το κάθε κλωνί εφτά ογγιές (;) και εκράτησε μια ώρα και ετσάκισε τα κεραμίδια και επέρνανε συχώρεση ένας τον άλλον και ελέγαμε πως δεν είναι άλλη ώρα».

Τούτος ο χαλασμός, ίσως συνετέλεσε στη φοβερή πείνα που ακολούθησε τους επόμενους μήνες, όπως καταγράφεται σε Κώδικες Ναών της Λειβαθούς: «.1729. Μεγάλη πείνα στο νησί τση Κεφαλονιάς, οπού εμαύρισαν οι άνθρωποι και έκαμναν δέκα ημέρας να φάνε ψωμί και εκράτησεν η πείνα από τον Νοέμβριον μέχρι του Μαίου».

Για την ίδια σιτοδεία, ο ηγούμενος της Μονής της Παναγίας των Αγριλίων στη Σάμη Χριστόδουλος Λιβαθινόπουλος, σημειώνει:

«1729. Εγίνι πείνα μεγάλη εις το νησί της Κεφαλληνίας όσο που εμαυρίσανε οι άνθρωποι και εκάνανε δέκα μέρες να φάνε το ψωμί. Και ας είναι διά βίστο σας χριστιανοί μου. Και εκράτησε η πείνα όλο τον χρόνο, από τον Νοέμβρη έως τον Μαγιού μήνα. Και ήτανε σύντιχοι της Κεφαλληνίας ο εξοχότατος signοr  Αναστάσης Άννινος και ο signor Γιώργος Κολώνιας και ο signor Μαρής Μεταξάς. Και ήτανε πρεβεδούρος ο εξοχότατος αφέντης Γαμπρέλης Μπουλδούς και γκενεράλες».

Mια έντονη και ασυνήθιστη χιονόπτωση καταγράφεται από τον ιερομόναχο Ιωσήφ Κόκκαλη:

«1740, Φλεβαριού 25, να ξημερώνει Τρίτη. Έριξε και έκαμε ένα χιόνι ώστε οπού επήγε ως το περγιάλι. Και τόσο έριξε, ώστε οπού επήγε ένα ζωνάρι οπού δεν το θυμήθηκε κανένας άνθρωπος να κάμει τόσο πράμα. Και το έγραψα διά μια ενθύμηση».

Ο ίδιος κληρικός αμέσως παρακάτω σημειώνει με κόκκινο μελάνι (προφανώς για να δώσει έμφαση στη δυστυχία του λαού) τη μεγάλη πείνα που έπληξε την Κεφαλονιά, πιθανότατα εξαιτίας της παραπάνω χιονόπτωσης αλλά και άλλων αντίξοων καιρικών φαινομένων:

«1740, Μαγιού 10. Τα βάνομε εις ενθύμηση του παρόντος χρόνου, την ακρίβεια και τη λίμα, οπού εχάνανε οι χριστιανοί από δέκα ημέρες να ντο ιδούνε το ψωμί. Εζησανε … δίχως λάδι. Και επήγε και το στάρι σαράντα δύο λίτρες το βατσέλι, ώστε οπού εμαυρίσανε οι άνθρωποι και δεν εγνώριζε ένας τον άλλο. Και δεν απόμεινε τίποτες κανενού πτωχού, οπού από ντη μπείνα τους όλα πα πουλησανε μισοτιμής. Και ο αφέντης ο θεός να μη το ματαδώσει τέτοιο κακό πλειό.

Η παραπάνω ισχυρή χιονόπτωση και οι επιπτώσεις της (πείνα, φτώχεια, κακοδιαχείριση των αγαθών, εκμετάλλευση του πληθυσμού, αλλά και προσφυγιά ογδόντα οικογενειών στην τουρκική επικράτεια) καταγράφονται πολλές δεκαετίες αργότερα (το έτος 1889) από τους Μαρίνο και Νικολό Πινιατώρους, οι οποίοι όμως δίχως να αναφέρουν την πηγή τους παραθέτουν διαφορετική χρονολογία:

«1738. Ε 1ί 26 Febraro fu fatta gran neve che duro 24 hore et molti sono rimasti senza haver mangiato cosa alcuna. Dalla gran care- stia, miseria, ponuria e fame e dalle gran ti- rannie praticate cosi deli fattori e ministri ed alti confidenti come pure dal mal govemo et incuria da tutti queli a qualli incombeva, sono partite piu di 80 famiglie et andatte in Turchia con abandono di tutti i loro haveri, ecco 1 augurio»10.

Από εδώ αντλώντας ο Τσιτσέλης, μεταφέρει στα Σύμμικτά του την ίδια κακοκαιρία:

«1738, Φεβρουαρίου 28. Φοβερά χιονοθύελλα, διαρκέσασα δι’ όλης της ημέρας, κατεκάλυφε διά παχέος στρώματος και τα χθα μαλότερα της νήσου μέρη, όπερ σπανίως συνέβη».

Στο επικίνδυνο μετεωρολογικό φαινόμενο των κεραυνών και στις ολέθριες συνέπειές του, κάνουν αναφορά οι επόμενες δύο ενθυμήσεις.

Στην πρώτη, ο Ηλίας Τσιτσέλης αναφέρει:

«1743, Ιανουαρίου 18. Υπό κεραυνού κατεκρημνίσθησαν αι επάλξεις του φρουρίου Αγίου Γεωργίου».

Στη δεύτερη, ο ιερομόναχος της Μονής Γρούσπας Άνθιμος Κόκκαλης (ανιψιός του Ιωσήφ) καταγράφει μια θανατηφόρο κεραυνοπληξία:

«1759. Σεπτεμ¬βρίου 20. Εκαμε πολλές βροχές και έκαμε και μιαν αστραπή και αστραποκάηκε ένας άνθρωπος στο Στάβερι».

Από τον ίδιο ιερομόναχο καταγράφεται, επίσης, ένα όχι ακραίο αλλά οπωσδήποτε αξιοσημείωτο για την αγροτική ζωή του νησιού καιρικό φαινόμενο, μια δεκαπενθήμερη χειμερινή ανομβρία:

«1747, Φλεβαριού 2. Δεν έβρεξε στάλα νερό έως την σήμερον οπού έχομε δεκαεπτά του Φλεβαριού. Και ο θεός να κάμει έλεος».

Η αγωνία για την αγροτική παραγωγή που εκφράζεται εύγλωττα στην επίκληση για θεϊκή ευσπλαχνία, δίνει τη θέση της στη δοξολογική ευχαριστία, σε μια πολύ ικανοποιητική βροχόπτωση που παρατηρήθηκε λίγα χρόνια αργότερα:

«1760, Μαίου 4. Εκαμε και ο Απρίλης και ο Μάης πολλά νερά εις δόζαν θεού. Τόσο οπού ανοίξανε οι βρύσες». Η χρονιά εκείνη φαίνεται πως είχε «πολλά νερά», αφού το φθινόπωρο καταγράφεται από τον ίδιο κληρικό καταρρακτώδης βροχόπτωση, με πολλές ωστόσο καταστροφές στην περιοχή της Σάμης:

«1760, Οκτώβριος. Ακόμα έκαμε και ένα κυβετο την ύστερη του Οκτωβρίου οπού δεν τον ενθυμηθηκε κανείς. Και εχάλασε το ποτάμι τονε μισό κάμπο. Και τα ξεραύλακα τα χωράφια και αμπέλια. Και έκαμε πολύ φθορά».

Και ενώ αυτά συμβαίνουν όταν ανοίγουν οι ουρανοί, η Κεφαλονιά πλήττεται και από θυελλώδεις ανέμους:

«1763. Μαγιού 11. Έκαμε μια όστρια στις οκτώ του Μαγιού και την εκράτηε τρεις ημέρες. Ω! δεν έμεινε τίποτα. Ελιές, αμπέλια, γεννήματα, όλα επηγανε. Και θε να γενεί μεγάλη στέρεφη εις στο νησί. Εδώ ας σημειωθεί ότι ο ιερομόναχος Άνθιμος Κόκκαλης που καταγράφει την ανεμοθύελλα  προβλέπει τις δραματικές επιπτώσεις  στην ομαλή τροφοδοσία του αγροτικού πληθυσμού του νησιού και την αναμενόμενη ένδεια και πείνα.

Τρία χρόνια αργότερα, τον ίδιο ανοιξιάτικο μήνα ισχυρότατος ανεμοστρόβιλος, συνοδευόμενος από σφοδρή νεροποντή, πλήττει την Παλλική

Ο Τσιτσέλης, που χαρακτηρίζει το γεγονός  κυκλώνα, σημειώνει:

«1766, Μαΐου 20 Σφοδροτάτη τρικυμία. Εξερριζώθησαν δένδρα και κατέπεσαν κωδωνοστάσια και οικίαι ,έγιναν ναυάγια και διήρκεσε η μεγάλη δύναμις του ανέμου ώραν σχεδόν. Κατ’ άλλην πηγήν . ο κύκλων, εκριζώσας δένδρα, μετέφε- ρε αυτά εις μακρυνά διαστήματα. Περί της σπάνιας  ταύτης καταιγίδος και το εξής εύρομεν…

Βάνω στην ενθύμησι του καθενός πως  τις 4 ώραις της ημέρας, ώρα γεύματος, ήρ-θε  ενας έμπος με βροχήν από την μπάντα του Γαρμπή και μας εξεκεράμωσε τα σπίτια. Εφαίνετο ότι ο θεός ήθελε να μας χαλάση,και πάλιν μας εσπλαγχνίσθηκε, εμάς την Κατωγή και όχι άλλην περιοχή ν, ήγουν ετούτα τα πέντε χωρία Χαυριάτα, Βουνί, Μαντζαβινάτα, Γλάρους και Μιχαλιτσάτα».

Το έντονο τούτο καιρικό φαινόμενο, ήταν τόσο εντυπωσιακό ώστε μνημονεύεται έπειτα από πενήντα και πλέον χρόνια σε έναν Κατάλογο Αρχιερέων του νησιού:

«Εις τους 1766 Μαίου 20, έκαμε έναν αέρα τόσον σφοδρόν, οπού εύθασε να ξερηζώσοι ως και δένδρα»

Μέχρι το τέλος του 18°” αιώνα, δεν έχουμε επισημάνει άλλες μαρτυρίες για θεομηνία. Επόμενη αναφορά ασυνήθιστων καιρικών φαινομένων καταγράφεται από τον μεγάλο Ληξουριώτη ιστοριοδίφη στα Σύμμικτά του, όταν σημειώνει στο έτος 1824:

«Χειμών βαρύτατος. Δεινοτάτη πενία». Στην άκρως λιτή αλλά μεστή πληροφοριών αναγραφή, επαληθεύεται για μιαν ακόμη φορά η αλληλουχία των συνεπειών μιας δριμύτατης κακοκαιρίας, που όταν έπληττε την Κεφαλονιά, τότε, σχεδόν αναπόφευκτα, φοβερή πείνα ταλάνιζε τους κατοίκους της.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κεφαλονίτικη Πρόοδος

email