Αναμνήσεις – Μαρίνος Γερουλάνος: Το Ληξούρι

Ληξούρι

Ληξούρι

Η πόλις του Ληξουρίου είχε ίδιον χαρακτήρα, με τους ακανόνιστους, αλλού πλατείς και αλλού στενούς δρόμους, με διάφορες επίσης ακανόνιστες πλατείες, τάς παλαιάς πολυάριθμους μικράς και μεγάλας Εκκλησίας και το χαρακτηριστικόν οικοδόμημα του Μαρκάτου.

Τα σπίτια ενεφάνιζον διαφόρους τύπους, διαφό­ρων εποχών, μονόροφα ή και διόροφα ανάμικτα, άπλα και χωρίς διακοσμήσεις. Καμμία συνοικία δεν διεκρίνετο από την άλλην. Δεν υπήρχεν καμμία συνοικία ευπόρων ή απόρων. Και εις αυτάς τας συνοικίας του γεωργικού πληθυσμού ήσαν ανάμικτα απλά, με μεγαλύτερα και καλυτέρας εμφανίσεως σπίτια. Αύτη η ανάμιξις των οι­κημάτων ήτο τι το χαρακτηριστικόν. Επαρουσίαζεν την καλήν γειτονιά μεταξύ των οικογενειών, πού κατοικούσαν εις αυτά.

Το Μ α ρ κ ά τ ο με τον αρχαΐζοντα ρυθμόν του, το περιστήλιον, με ανά 20 κολώνας εις την ανατολικήν και δυτικήν πλευράν και ανά 8 εις την νοτίαν και βορείαν, εκτίσθη το 1824 επί αγγλικής προστασίας. Δια το Κωδωνοστάσιον της Εκκλησίας του Παντοκράτορος μαρτυρεί αναμνηστική πλάκα, υπεράνω της εισόδου, ότι ηγέρθη επί του Άγγλου Διοικητού Κεφαλληνίας Dr. Bosset το 1813. Πιθανώς επί της διοικήσεως του ίδιου να έγινε και το Μαρκάτο. (Ληξούρι, Ελλ. Έγκυκλοπ. Τόμ. Ε’ σ. 393). Αι κολώνες ήσαν ως εις το ύψος του ισογείου, μονοκόμματοι, πέτριναι, από τό λατομείον παρά την Κοντογενάδα. Ως εκ του χρόνου είχον φθαρεί, ώστε μετά τους σεισμούς του 1933, ο τότε Δήμαρχος Νικόλαος Δ. Δελλαπόρτας, θέλων να κάμει το κτίριον αντισεισμικόν, αντικατέστησεν τις πέτρινες κολώνες με άλλες από μπε­τόν, όπως και τον ευρύν εξώστην γύρω του όλου κτιρίου τον όποιον αύται υπεστήριζαν. Κατά τους τελευταίους σεισμούς (1953) κατέρρευσεν το κεντρικόν κτίριον και παρέσυρε και τον εξώστην.

Οι δρόμοι και τα σπίτια

Το Ληξούρι, ως πόλις, είχεν εξαιρετικώς εύχαριν χαρακτήρα. Το Μαρ­κάτο με την έσω και έξω πλατείαν της αγοράς, οι πλατείς δρόμοι προς την Εκκλησίαν του Παντοκράτορος, ο παραλιακός δρόμος με τους λιμενοβραχίονας, που συνεκράτουν το βλέμμα, χωρίς να το περιορίζουν, πάρα πέρα το Ποτάμι με τους παρακειμένους δρόμους και ταις κτισταίς δύο γέφυρες, έδιδον χαρμόσυνον όψιν εις την πόλιν και επαρουσίαζον ωραία γραφικά τοπία. Αι γέφυραι κατεσκευάσθησαν το 1836 μαζί με τον λιμένα. Τότε έγινε το πρώτον κάθετον τμήμα του μεσημβρινού λιμε­νοβραχίονος, το κρηπίδωμα της παραλίας και οι τοίχοι, πού συγκρατούν τας όχθας του Ποταμίου. Επίσης πολ­λοί εσωτερικοί δρόμοι ήσαν ευρείς, αλλά ακόμη και στα στενά καντούνια είχον τα σπίτια κάποιαν αυλήν ή κτιστήν ταράτσαν με την περγουλιά άπ’ επάνω. Όλα δε ήσαν εστραμμένα προς τον ήλιον, είχον τον ήλιον ελεύ­θερον. Όλη η πόλις ήτο ανοικτή, χαρούμενη. Το πολύ καμμία συνοικία μικρή στα Κουράτα ή εις τον Άγιον Γεράσιμον να ήτο κάπως κλειστή. Αι πολλαί Εκκλησίαι, αι περισσότεραι με μίαν πλατείαν γύρω, υπεβοήθουν αυ­τήν την εντύπωσιν. Εις τούτο προστίθεται και κάτι άλλο ακόμη εξαιρετικόν, οι πολλοί μεγάλοι λαχανόκηποι μέσα εις την πύλιν. Όλα αυτά και ο ανοικτός ορίζων, πού δεν περιορίζεται από λόφους ή βουνά, έδιδον τον χαρμόσυνον αυτόν χαρακτήρα. Οι λαχανόκηποι δεν έδιδον μόνον υγιεινήν τροφήν, άλλ’ ήσαν συγχρόνως και οι πνεύμονες της πόλεως. Ο μεγάλος κήπος του Δελλαπόρτα ήτο εις το κέντρον της πόλεως από την αγοράν έως τον Άγιον Νικόλαον και από την Ανάληψιν έως τον Άγιον Ίωάννην Δελλαπορτάδων. Ό λαχανόκηπος Μηλιαρέση, εις τα δυτικά της πόλεως έφθανε σχεδόν έως εις την αγοράν. Παρά το Ποτάμι ήσαν οι λαχανόκηποι του Πρετεντέρη και του Ξυδιά, παρά τον Άγιον Νικό­λαον των Ξένων οι Χαριτέϊκοι. Προς νότον ήσαν δύο ή τρεις κήποι, παρά την βρύσην του Παρτίδου. Τόσοι κή­ποι! Σπανίως ευρίσκονται τόσοι μεγάλοι λαχανόκηποι μέσα εις μίαν πόλιν. Δεν θα έπρεπε με ένα νέον σχέδιον ανοικοδομήσεως να διαιρεθούν και εξαφανισθούν! Ανή­κουν και αυτοί στον χαρακτήρα της πόλεως και από υγιεινής απόψεως είναι πολυτιμώτεροι παρά μία ξηρά πλατεία.

Τα σπίτια του Ληξουρίου είχον κτισθεί κατά δια­φόρους εποχάς, σύμφωνα με τας ανάγκας κάθε οικογε­νείας και την διάθεσιν του ιδιοκτήτου, όπως του ήρχετο βολικά και όπως του ήρεσεν. Εκ τούτου το ποικιλλόμορφον και ακανόνιστον σπιτιών και δρόμων. Τα περισσότερα σπίτια είχον κτισθεί δια συμβολής γενεών. Δια τούτο κάθε σπίτι είχε ιδιαίτερον χαρακτήρα, όλα έκλειον παράδοσιν ζωντανήν, δεν ήσαν άψυχα. Αλλοίμονον αν το νέον σχέδιον πόλεως διαιρέσει την πόλιν εις ορθογώ­νια τετράγωνα και χρησιμοποίησει παραλλήλους και κα­θέτους γραμμάς!

«Αφήστε, μη μας κτίσετε ένα όμορφο

μα άψυχο Ληξούρι» (1954).

Μέσα εις το ποικιλλόμορφον των σπιτιών, ήσαν διά­φορα του αυτού τύπου, κάθε τύπος της αυτής εποχής, τα του αυτού τύπου όμοια εις την εξωτερικήν εμφάνισιν και εσωτερικήν διαρρύθμισιν. Ένας τύπος ήτο διόροφα σπίτια με χαμηλά νταβάνια και με μικρά παράθυρα, ή είσοδος ευρίσκετο εις το πλάγιον της οικίας, εις το ισόγειον και αμέσως αριστερά του εισερχομένου ήτο η ξύ­λινη σκάλα που έφερε επάνω εις ευρύ κεντρικόν δωμάτιον. Γύρω τούτου ήσαν τα λοιπά 2 ή 3 δωμάτια και προς τα όπισθεν του κεντρικού δωματίου ή κουζίνα. Ως παράδειγμα αναφέρω το παλαιόν σπίτι της οικογενείας Περιστιάνου και το της οικογενείας Κατσαΐτη παρά την Εκκλησίαν Αναλήψεως, το προ τίνων ετών από πυρκαϊάν καταστραφέν, της οικογενείας Κωνστ. Λασκαράτου πλησίον της Εκκλησίας Αγίας Παρασκευής, το πα­λαιόν της οικογενείας Λοβέρδου πλησίον της Εκκλησίας Αγίου Σπυρίδωνος και άλλα διάφορα.

Άλλη κατηγορία ήσαν προφανώς νεωτέρας εποχής οικήματα πλέον ευπαρουσίαστα, διόροφα, με υψηλότερα νταβάνια και μεγαλύτερα παράθυρα. Και αυτά είχον την είσοδον εις την πλαγίαν πλευράν κατ’ ευθείαν εις τον άνω όροφον οπού έφερεν εξωτερική πέτρινη σκάλα, συνήθως από την αυλήν και ήτο σκεπασμένη με μια περγουλιά. Τοιαύτα ήσαν το της οικογενείας Πολυκαλά, απέναντι της οικίας Γερουλάνου, το της οικογενείας Τσιτσέλη επί της πλατείας Αγίου Νικολάου, της οικογε­νείας Χωραφά απέναντι της Εκκλησίας Αγίου Σπυρίδωνος, το της οικογενείας Παυλή δυτικώς της ιδίας Εκ­κλησίας, της οικογενείας Στελακάτου εις ένα στενό προς το Ποτάμι, το παλαιόν της οικογενείας Τιμοθέου Χαριτάτου παρά τον Άγιον Νικόλαον των Ξένων, το όποιον αντικατεστάθη υπό νέας οικοδομής κ.α. Η εσωτερική διαρρύθμισις προσωμοίαζε προς τα της προηγουμένης κατηγορίας. Η εξωτερική πέτρινη σκάλα έφερεν δια στενού διαδρόμου εις κεντρικήν ευρείαν αίθουσαν, ήτις εχρησιμοποιείτο ως σαλόνι και τραπεζαρία. Γύρω απ’ αυτήν ήσαν τα δωμάτια.

Άλλος τύπος μονορόφων σπιτιών με αρκετά χαμηλή στέγη ήσαν ακόμη αρχαιότερα οικήματα. Καίτοι μονόροφα εσηκώνοντο κατά 2 ή 3 σκαλιά από του εδάφους. Τοιαύτα δεν ενθυμούμαι πολλά ή δεν γνωρίζω τον τελευταίον κάτοχον δια να τα καθορίσω. Χάνονται άλ­λωστε μέσα εις την πληθύν μεταγενεστέρων μονορόφων. Ένα τοιούτον οίκημα ήτο άλλοτε το της οικογενείας Φορέστη εις ένα στενό από την Αγίαν Παρασκευήν προς το Ποτάμι (του Νικολάκη Φορέστη στην εποχήν που περιγράφω).

Εάν υπολογίσωμεν ότι σπίτια ως το της οικογενείας Ιωάν. Γερουλάνου, το της οικογενείας Αυγερινού παρά τον Άγιον Αλύπιον, πού φέρουν άνω της εισόδου χρονολογίαν, το μεν 1841, το δε 1815, ανήκουν όθεν εις τας αρχάς του 19ου αιώνος, τότε οι τρεις άνω αναφερό­μενοι τύποι παλαιών σπιτιών ήσαν κατά πολύ αρχαιότεροι. Θα έθετον τα ολίγα μέχρι της τελευταίας κατα­στροφής διατηρηθέντα μονόροφα εις το τέλος της 16ης και αρχάς 17ης εκατονταετηρίδος. Ο δεύτερος τύπος, τα χαμηλά διόροφα, θα εσυνηθίζετο κατά την 17ην, ο τελευταίος τύπος κατά την 18ην εκατονταετηρίδα. Άλλα οικήματα καλυτέρας εμφανίσεως ήσαν όλα νεώτερα και θα ηγέρθησαν κατά την 19ην εκατονταετηρίδα, ότε διετηρείτο ακόμη η μεγαλύτερα ευπραγία του τόπου. Τίνες οικίαι έφερον επάνω από την κυρίαν είσοδον λίθινον κεφαλήν προς διακόσμησιν, ως η άνω αναφερομένη Αυγερινοϋ πού έφερεν τρεις τοιαύτας επάνω από τας τρεις εξώθυρας. Μία εις την οικίαν Τ. Αλεξανδράτου (Μόμολου) έφερεν μεσαιωνικήν περούκαν.

Τοιαύτα οικήματα, ως οι τρεις αρχικοί τύποι, δεν υπήρχον εις το Αργοστόλι. Μόνον ένα υπάρχει εις την παραλίαν διόροφον του δευτέρου τύπου το όποιον ανήκεν εις την οικογένειαν Λοβέρδου. Ήτο όθεν Ληξουριώτικο και είχεν εγερθεί προ της συστηματικής οικήσεως του Αργοστολίου (1757). Ότε η Διοίκησις της νήσου μετεφέρθη από το φρούριον Αγ. Γεωργίου εις το Αρ­γοστόλι, εχρησιμοποιήθη η οικία αυτή ως Διοικητήριον και μέρος της τότε πλησίον κειμένης Μονής των Καθο­λικών ως αποθήκαι και κρατητήριον (Ηλ.Τσιτσέλη σ. 325).

Εκκλησίαι

Όπως τα οικήματα ούτω και αι Ε κ κ λ η σ ί α ι δεν ήσαν πολύ παλαιάς εποχής. Καμμία δεν ενεφάνιζεν τοιχογραφίας και καμμία δεν ήτο βυζαντινού ρυθμού. Η αρχιτεκτονική των προσομοιάζει με τα άνω περιγραφέντα αρχαιότερα οικήματα. Αι παλαιότεραι θα εκτίσθησαν από τον 16ον έως τον 17ον αιώνα. Τοιαύται ήσαν ή της Ευαγγελιστρίας παρά την άνω γέφυραν του Ποταμίου και η της Αγίας Παρασκευής. Άλλαι εκτίσθησαν κατά τας αρχάς ή τα μέσα του 17ου αιώνος, ως ή του Αγίου Σπυρίδωνος, πιθανώς το 1663. Η του Αγίου Νικολάου Μηνιατάδων του 18ου, το 1773 εις την θέσιν παλαιοτέρας, όπου η ομώνυμος Μονή, και αναφέρεται από του 1606.

Τα τέμπλα των Εκκλησιών Αγ. Παρασκευής και Αγ. Σπυρίδωνος κατεσκευάσθησαν προφανώς σχεδόν συγχρόνως από ξένους καλλιτέχνας, ως ή παράδοσις λέγει από Ηπειρώτας, κατά τα τέλη του 17ου αιώνος. Το του Αγ. Σπυρίδωνος φέρει χρονολογίαν 1663. Ταύτα δεν έγιναν από εντοπίους, άλλως θα ευρίσκοντο και εις σπί­τια παλαιών οικογενειών ανάλογα καλλιτεχνήματα.

Αι υπό των σεισμών καταστραφείσαι Εκκλησίαι ήσαν η του Παντοκράτορος παρά την αγοράν, νεω­τέρας εποχής. Η παλαιά Εκκλησία του Παντοκράτορος είχε καταστραφεί από τους σεισμούς του 1867. Η νέα ηγέρθη περί τους 20 χρόνους βραδύτερον με νεώτερον ρυθμόν. Αυτή απετέλει την Μητρόπολιν. Κατά το 1813 ανηγέρθη το Κωδωνοστάσιον. Κεντρικαί Εκκλησίαι ήσαν αι του Αγίου Νικολάου Μηνιατάδων, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η Παναγία των Περλιγκάδων, η του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Δημητρίου, της Αγίας Παρασκευής, της Αναλήψεως, η Παναγοπούλα λε­γομένη Εκκλησία της Θεοτόκου παρά την αγοράν, η οποία εξυπηρετούσεν ιδίως τον εργατικόν κόσμον και η των Εισοδίων της Θεοτόκου, η Μεσοσπορίτισσα. Εκείθεν του Ποταμίου ήσαν η της Ευαγγελίστριας, η του Αγίου Νικολάου των Ξένων, η των Αρχαγγέλων και η παλιά του Αγίου Γερασίμου, η οποία κατά τα τελευταία έτη αντικατεστάθη από νέαν μεγάλην. Εις την συνοικίαν Δεμπονεράτα ήτο η της Αγίας Τριάδος. Εν συνόλω 15 ενοριακαί Έκκλησίαι εις τας οποίας προστίθενται ιδιω­τικαί μικραί ως αι του Αγίου Ιωάννου Δελλαπορτάδων, του Αγίου Ιωάννου εις το Ποτάμι, του Αγίου Ιωάννου παρά τον στρατώνα, του Αγίου Αλυπίου και των Τριών Ιεραρχών. Εν συνόλω 20 Εκκλησίαι εντός της πόλεως. Εκτός της πόλεως πολυσυχναζόμεναι Εκκλησίαι Μονών, ήσαν, προς βορράν παρά την παραλίαν η Μονή του Αγίου Σπυρίδωνος εις τον Πλατύν, προς νότον παραλιακώς η Μονή της Αγίας Παρασκευής εις τα Λέπεδα εξοχικά δε βορείως της πόλεως η Μονή της Παναγίας εις τον Κεχριώνα, η Μονή της Υπαπαντής και η Μονή της Κοιμήσεως Θεοτόκου εις το Κορωνάτο. Εν συνόλω 25 Εκκλησίαι ενοριακαί, ιδιωτικαί ή Μοναί. Εις ταύτας προστίθεται ή Εκκλησία των Καθολικών εγερθείσα κατά τα μέσα του 17ου αιώνος. Τούτο δεικνύει πόσον το θρησκευτικόν αίσθημα ήτο ανεπτυγμένον αλλά και όποιος πλούτος, οποία ευημερία υπήρχεν άλλοτε εις τον τόπον.

Όλαι ομοιότυποι και απλαί ήσαν αι Εκκλησίαι εκείναι εις την αρχιτεκτονικήν των. Ήσαν τύπου απλών ορθογωνίων Βασιλικών. Κατά τρεις βαθμίδας το γήπεδον του Ιερού Βήματος ήτο υψηλότερον του λοιπού της Εκκλησίας. Η στέγη δίκλιτος και υπ’ αυτήν η οροφή του έσω χώρου της Εκκλησίας, ελαφρώς θολωτή, ενίοτε με διακοσμήσεις από ξύλον ή ζωγραφικαί. Το Ιερόν διεχωρίζετο δια του Τέμπλου το οποίον κατελάμβανεν όλον το πλάτος και ύψος του έσω χώρου της Εκκλησίας. Προς δυσμάς διεχωρίζετο ο γυναικωνίτης δια ξύλινου κιγκλιδωτού διαχωρίσματος, εις δύο ορόφους του Ισο­γείου συγκοινωνούντος δια κλίμακας με τον άνω. Εις την εποχήν που περιγράφω δεν εγένετο χρήσις του γυναικωνίτου. Αι γυναίκες έμενον εις τον χώρον του δυτικού ημίσεως της Εκκλησίας. Απλή η κυρία είσοδος, κατά κανόνα εις το μέσον του δεξιού πλαγίου τοίχου. Εις την δυτικήν πλευράν ήτο η είσοδος δια τον γυναικωνίτην. Ανά δύο παράθυρα πολύ υψηλά εις τους πλά­γιους τοίχους συνεπλήρουν το όλον. Όον απλαί και εάν ήσαν αι Εκκλησίαι αύται είχον τι το ιδιαιτέρως συναισθηματικόν. Με την εσωτερικήν διαρρύθμισίν των και το εσωτερικόν ύψος του χώρου προσήλκυον το βλέμμα προς τα άνω και ενίσχυαν το θρησκευτικόν συναίσθημα. Η εσωτερική διακόσμησις ήτο επίσης απλή. Προείχον οι πολυέλαιοι, εις πολλάς Εκκλησίας από ορείχαλκον (μπρούντζον), ως επί το πολύ όμως από πρίσματα υάλινα ενετικής τέχνης. Θα παραμείνουν τοιαύτοι εις τον Άγιον Χαράλαμπον και τινας Εκκλησίας των βο­ρείων χωριών της επαρχίας, οι λοιποί θα μείνουν αχρη­σιμοποίητοι. Εις τας προχείρους Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν. Με μεγάλην προσπάθειαν θα διατηρηθούν οι θρόνοι. Εις πολλούς τούτων ήσαν αι επιφάνειαι σκεπασμέναι από λεπτάς αργυράς πλάκας με ανάγλυφους ιεράς παραστάσεις, ως του Αγίου Σπυρίδωνος κ. ά. Πολλαί παλαιαί εικόνες διεσώθησαν και θα κοσμούν τας πρόσκαιρους Εκκλησίας, ως και πολλά ιερά σκεύη. Εκείνο όμως το όποιον δεν θα επανασυσταθεί πλέον είναι τα καλλιτεχνικά τέμπλα όπου τοιαύτα υπήρχον, ως εις τας Εκκλησίας του Αγ. Σπυρίδωνος, Αγίας Παρασκευής, Αγίου Δημητρίου κ. ά. Πιθανώς και εις τας Εκκλησίας τινών χωριών να διετηρήθησαν τοιαύτα. Τα τέμπλα αυτά, ρυθμού μπαρόκ ή­σαν πλουσιώτατα εις την διακόσμησιν. Ήσαν εσκαλισμένα από ξύλον και επιχρυσωμένα. Μεταξύ εις τας δια­κοσμήσεις παρουσίαζαν προσωπικάς παραστάσεις, ως του Ιησού Χριστού και των Αποστόλων, εις άλλην σειράν τους Προφήτας, τον Ησαΐαν κεκλειμένον κ.α. Από τα τέμπλα αυτά διεσώθησαν τεμάχια μόνον, αλλά κατεστράφησαν τελείως, ως το της Αγίας Παρασκευής. Εις τας πρόσκαιρους Εκκλησίας δεν υπάρχει χώρος έστω και εν μέρει να τοποθετηθούν, ούτε τα μέσα υπάρχουν, ούτε οι τεχνιται προς συμπλήρωσιν των καταστραφέντων. Τα τέμπλα αυτά εχάθησαν οριστικώς.

Θα ήτο ευχής έργον αν ιδρύετο Μουσείον το ό­ποιον να περιλάβει τοιαύτα τμήματα τέμπλων και ό,τι αλλά καλλιτεχνικά, αξίας λόγου, αντικείμενα, είτε από τας Εκκλησίας προερχόμενα, είτε από δωρεάς οικογε­νειών, δια να διατηρηθεί κάπως ή καλλιτεχνική ανάμνησις παρελθούσης εποχής. Προς τούτο θα έπρεπε να εμφανισθεί ο φιλόμουσος.

Εντός των Εκκλησιών εις το δάπεδον ευρίσκοντο, εις πολλάς Εκκλησίας, μαρμάριναι πλάκες πού έφερον το όνομα του ενταφιασθέντος. Άλλοτε ενεταφιάζοντο οι νεκροί εντός της Εκκλησίας, έφ’ όσον αυτή ήτο ιδιο­κτησία της οικογενείας, ή εις το προαύλιον της Εκκλη­σίας, μέχρι του 1900, ότε ιδρύθη το Γενικόν Νεκροταφείον και απηγορεύθη ο ενταφιασμός εις άλλο μέρος. Και αι πλάκες αύται κατεστράφησαν κατά το πλείστον από τους τελευταίους σεισμούς.

Αξία όπως διατηρηθεί εις την ανάμνησιν, είναι η μαρμάρινη πλάκα που ήτο εντοιχισμένη εις το Κωδωνοστάσιον του Αγίου Νικολάου, παριστάνουσα τον Βυζαντινόν δικέφαλον αετόν. Παραπλεύρως εις τον τοίχον, προφυλαγμένος από τζάμι, υπήρχεν σταυρός σκαλιστός, ως λέγεται, ότι άφησεν αυτόν εκεί περιοδεύων ο Άγιος Κοσμάς ο Θεσσαλός από τα Φουρνιά. Η πλάκα ήτο άλλοτε εντός της Εκκλησίας εες το δάπεδον, προ της Ωραίας Πύλης και εδείκνυεν κατά βυζαντινήν συνήθειαν, ότι έως εκεί έπρεπε να φθάση κατά την λειτουργίαν ο ιερεύς φέρων «Τα Άγια».

Μετά τους τελευταίους σεισμούς ηγέρθησαν εντός ολίγων μηνών εις το Ληξούρι, επτά Εκκλησίαι εις πα­ραπήγματα και άλλαι εις τα χωριά, το οποίον δεικνύει πόσον ζωηρόν διατηρείται εις τον τόπον το θρησκευτικόν αίσθημα. Κάθε ενορία ήθελε να ανεγείρει την ιδικήν της Εκκλησίαν. Εις τούτο επέτυχον με ιδικήν των συμβολήν αι μεγαλύτεραι ενορίαι. Αι Εκκλησίαι αύται είναι πρόχειρα μετάλλινα ή ξύλινα παραπήγματα επί κτιστής από μπετόν βάσεως. Ποιος θα ανοικοδομήσει έστω και μίαν από τας παλαιάς Εκκλησίας; Ούτε οι εν­τόπιοι έχουν πλέον τα μέσα, ούτε εκ του εξωτερικού είναι να αναμένεται τοιαύτη βοήθεια. Πολύ ολιγώτερον από το Κράτος, μετά τοιαύτας καταστροφάς, παρά πάσαν προσπάθειαν ανασυγκροτήσεως. Ευτυχώς διετηρήθη κάπως η Εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, η οποία θα παραμείνει ως υπόδειγμα. Αι λοιπαί ενορίαι θα συμπτυχθοΰν και θα διατηρήσουν τάς προσωρινάς, τα πολύμορφα παραπήγματα-Εκκλησίες επί μακρόν. Δεν αρκούν δεκαετηρίδες. Είθε να δυνηθεί ο τόπος με την βοήθειαν συμπολιτών εκ του εξωτερικού και άλ­λων εισφορών να απόκτηση τουλάχιστον μίαν νέαν κεντρικήν μεγάλην Εκκλησίαν του παλαιού ρυθμού.

Κωδωνοστάσια

Έκτος από το προαναφερθέν της Εκκλησίας Παντοκράτορας, ακαλαίσθητον, ως μία τετράγωνος στήλη, εις απόστασιν από τον ναόν, υπήρχον ακόμη δύο υψηλότερα κωδωνοστάσια, τα του Αγίου Νι­κολάου Μηνιατάδων και των Αρχαγγέλων με θολωτήν κορυφήν. Τα λοιπά, οπού τοιαύτα υπήρχον, ήσαν όλα του αυτού ρυθμού. Επάνω εις αρκετά υψηλόν απλούν τοίχον και εις υψος της στέγης της Εκκλησίας, ανυψούντο τρεις κτισταί κολώνες, η μία παραπλεύρως της άλλης, μεταξύ των οποίων εκρέμοντο δύο καμπάνες. Επάνω από τας κολώνας ήτο εκτισμένη πυραμιδοειδής αψίς. Τα κωδωνοστάσια ταύτα ήσαν είτε συνεχόμενα με τον ανατολικόν τοίχον της Εκκλησίας, είτε ήσαν ανεξάρτη­τα εντός του περιβόλου της Εκκλησίας, όπως το της Α­ναλήψεως κ.α. Ως υπόδειγμα παραμένει το εις την Μονήν Κηπούρια υπεράνω της εισόδου εις το προαύλιον.

Συμπληρούται η όλη εικών της παλαιάς πόλεως εάν αναφέρω την αγοράν, η οποία κατά την εποχήν την οποίαν περιγράφω, περιωρίζετο εις την έσω πλατείαν και τους παρακειμένους δρόμους. Η έξω πλατεία όπου βραδύτερον το άγαλμα Μηνιάτη, δεν ήτο τότε διεσκευασμένη.

Τεχνικαί εγκαταστάσεις

Δρόμοι

Προς συμπλήρωσιν της εικόνος πού παρουσίαζεν τότε η πόλις αναφέρω τους δρόμους. Εκτός του παραλιακού που είχεν επίστρωσιν με κιαρίνα, οι περισσότεροι ήσαν καλτερίμνια, στρωμένοι με μικρά γουλιά, καρφωτά στο χώμα. Αυλάκι δια να τρέχουν τα νερά, ήτο συχνά εις το μέσον του δρόμου. Υπόνομοι δεν υπήρχον. Τα περιττώματα των σπιτιών εμαζεύοντο εις βόθρους. Κατά το Φθινόπωρον, το περιεχόμενον των βόθρων, εις πολλάς συνοικίας ιίδίως γεωργικάς, το έβγαζαν έξω εις την αυλήν ή εις τον δρόμον δια να αποστραγγισθεί και μεταφερθεί εις τους αγρούς.

Δια φωτισμόν εχρησιμοποιείτο γενικώς λάδι ελαίας. Ευπορούσαι οικογένειαι διέθετον ανάλογον αριθ­μόν από καντιλιέρηδες από ορείχαλκον (μπρούτζον) με 3 ή 4 φώτα. Ως μαθητής του Γυμνασίου εμελετουσα με το γλυκύ φως του καντιλιέρη. Μη εύπορουσαι οικογένειαι εχρησιμοποίουν λύχνους από λευκοσίδηρον (τενεκέ) ή λυχνάρια πήλινα. Πετρέλαιον εχρησιμοποιείτο μόνον εις τα εμπορικά καταστήματα και δια φωτισμόν των δρό­μων. Μετά κάποιαν δημαρχιακήν εκλογήν ενθυμούμαι ότι εξεδηλούτο η χαρά δια την επιτυχίαν, κατά την ανά την πόλιν περιφοράν, δια πυροβολισμών κάτω από τα φανά­ρια ότε φανάρι και λάμπα κατέπιπτον εις συντρίμματα. Πόσον ανεπαρκής ήτο ό φωτισμός των δρόμων, φανερώ­νει, ότι εις την παιδικήν μου ηλικίαν διετηρείτο ακόμη η παλαιοτέρα συνήθεια, το βράδυ δια να μεταβεί κανείς εις άλλο σπίτι έπρεπε να παίρνει το φανάρι μαζί του ή να συνοδευθεί ο ηλικιωμένος επισκέπτης με το φανάρι. Το φανάρι για το δρόμο, έπρεπε να είναι σε κάθε σπίτι πάντα έτοιμο στον τόπο του.

Η εγκατάστασις ηλεκτρικού ρεύματος, δωρεά της οικογενείας Θάνου Τ. Μπασιά εγένετο το 1928.

Η ύδρευσις των οικιών δια πόσιν και οικιακήν χρήσιν εγένετο από πηγάδια όπως και σήμερον. Επροτιμώντο ωρισμένα πηγάδια δια πόσιν και το νερό μετεφέρετο εις μεγάλα πήλινα αγγεία «ταις λαϊνες». Εις νεωτέρους χρόνους εβεβαιώθη ότι όλα τα πηγάδια ανεξαιρέτως είναι μολυσμένα, περιέχουν άζωτον και οργανικάς ουσίας. Εκ τούτου αι πολλαί εντερικαί λοιμώξεις το θέρος. Ας ελπίσωμεν ότι η καταστροφή θα φέρει την τελειοποίησιν του Υδραγωγείου, αφού μετά τόσων ετών προσπάθειας εξησφαλίσθη επαρκές νερό δια προέ­χουσας ανάγκας.

Η συγκοινωνία με τά χωριά της επαρχίας εγέ­νετο με ζώα ή κάρρα. Υπήρχον οι εξοχικοί δρόμοι εις πολύ καλυτέραν κατάστασιν παρά κατά τα τελευταία έτη, αλλά τότε έλειπον τα αμάξια. Οι εξοχικοί δρόμοι κατεσκευάσθησαν επί του Διοικητού το έτος 1814.Ανα­μνηστική πλάκα ήτο εντοιχισμένη εις ένα αρχαΐζον οικοδόμημα, εις την Κολώνα, όπως κοινώς ελέγετο, το όποιον επί τούτου είχεν εγερθεί παρά τον προς βορράν εξοχικόν δρόμον, προς την Ανωή. Και τούτο κατεστράφη κατά τους τελευταίους σεισμούς 1953. Διατηρώ αντίγραφον της πλακός.

Ενθυμούμαι τους ιατρούς Άρδαβάνην, Αύλάμην, Ρουχωτάν, να μεταβαίνουν δι΄ επίσκεψιν ασθενούς εις τα χωριά, με το μουλάρι. Τον χειμώνα τυλιγμένοι με το μαντυλότο και με ανοικτήν την ομπρέλα, αν έβρεχε. Το πρώτο αμάξι έφερε ο Παλούκης μετά το 1900.

Περί της συγκοινωνίας με το Αργοστόλι με τα καΐκια, εγένετο ανωτέρω λόγος. Εκείνην την εποχήν περί το 1880, έφερον δια την συγκοινωνίαν με το Αργοστόλι μικρόν πλοίον ατμοκίνητον τον Μπελούρη. Μου είναι άγνωστον πόθεν η ονομασία. Ως πρώτον ατμόπλοιον δια τακτικήν συγκοινωνίαν με Πάτρας, Πειραιά κλπ. ενθυμούμαι την Καρτετίαν. Μικρόν πλοίον όπως το μετεχειρίζοντο εις τους ποταμούς, με δύο μεγάλους τροχούς εξωτερικούς εις τα πλάγια, αντί έλικος. Κατόπιν ήλθεν το ατμόπλοιον «Αθήναι», «Ερμούπολις» κλπ. Το πρώτον ιδιωτικόν αυτοκίνητον έφερεν ο Βεργωτής το 1917.

Ο Λιμήν

Κατά τα μαθητικά μου χρόνια συνεπληρώθη ο νότιος βραχίων του λιμένος και κατεσκευάσθη ο βόρειος περί το 1885. Έως τότε υπήρχε μό­νον εν μέρος του νοτίου βραχίονας που είχε κατασκευασθεί από το 1835. Τότε είχε κατασκευασθεί και το κρη­πίδωμα της προκυμαίας, αι όχθαι και αι δύο γέφυραι του Ποταμίου και εγράφη το σατυρικόν ποίημα του Λασκαράτου.

Το πρώτον εκείνο κάθετον προς την παραλίαν μι­κρόν τμήμα του βραχίονος δεν προεφύλαττε τα πλοία από βορείους και ανατολικούς ισχυρούς άνεμους, τον γρέγο κλπ., δια τούτο εχρησιμοποιείτο ως ασφαλές μέρος ακόμη το Ποτάμι, έως εις την πρώτην πέτρινην γέφυραν. Ενθυμούμαι και εις τας δύο πλευράς του Ποταμίου να είναι προσδεδεμένα τα καΐκια, ενίοτε τον χειμώνα εις διπλήν σειράν. Θα ήμην πολύ μικρός ότε σε μία πολύ μεγάλη κατεβασιά του Ποταμίου τα ορμητικά νερά παρ­έσυραν τα καΐκια εις τα ανοικτά. Μερικά μάλιστα τα έφεραν επάνω εις την πλατείαν του Παντοκράτορας η οποία είχεν πλημμυρίσει. Η παραλιακή σιδηρά γέφυρα απέκλεισε το Ποτάμι δια τα πλοία. Η τελειοποίησις του λιμένος με τους δύο λιμενοβραχίονας έκαμε το Ποτάμι να είναι, ως λιμήν, περιττός (1885).

Ακόμη έως σήμερον νομίζω ότι σώζονται τα κανό­νια, που επί ενετοκρατίας εχρησίμευον προς υπεράσπισιν του λιμένος. Δύο μικρότερα είχαν στηθεί όρθια όταν είχε γίνει το πρώτον τμήμα του λιμενοβραχίονος και εχρησίμευον δια να προσδένονται τα πλοία. Το μεγάλον με λατινικήν επιγραφήν λεγόμενον «ο Κάρλος» εκείτο κάτω και εχρησίμευεν δια κάθισμα δι’ ημάς τα παιδιά. Η νόνα μου εδιηγείτο, ότι όταν ήταν 8 ετών και οι Άγγλο-Ρώσσοι ήλθαν να πάρουν το Ληξούρι που κατείχον οι Γάλλοι, εχρησιμοποιήθησαν τα κανόνια προς υπεράσπισιν του λιμένος (1808). Αλλά η ιστορία του Μεγάλου Ναπολέοντος δεν περιλαμβάνει αυτήν την ναυμαχίαν: «Παρά το Ληξούρι». Ημπορούσε να συμβαίνουν κοσμοϊστορικά γεγονότα καί να μένη αμέτοχο το Ληξούρι;

Μαρίνος Γερουλάνος, Αναμνήσεις

Αντίγραφο του πρωτοτύπου εδόθη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ από τον αείμνηστο εγγονό του Γεώργιο Γερουλάνο

Carte-Postale Αρχείο ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

email
Πηγή άρθρου: Από την Εφημερίδα των Κεφαλλήνων