Από την Ιστορία της Κεφαλονιάς

Κεφαλληνία

Κεφαλληνία

Ορόσημο στην ιστορική διαδρομή της Κεφαλονιάς αποτελεί η προσάρτησή της στις βενετικές κτήσεις. Η γαιοστρατηγική σημασία της αναδεικνύεται στα τέλη του 15ου αιώνα, όταν η Βενετία χάνει τα οχυρά της στην Πελοπόννησο. Με τη συνδρομή ισπανικών δυνάμεων αποφασίζει να καταλάβει την Κεφαλονιά. Η πολιορκία του φρουρίου του Αγίου Γεωργίου, όπου είχε καταφύγει η οθωμανική φρουρά, διαρκεί έως τα Χριστούγεννα του 1500, οπότε και ολοκληρώνεται η κατάληψη του νησιού.

Η πτώση του Χάνδακα, το 1669, σηματοδοτεί την ανάδειξη της Κεφαλονιάς σε κτήση απόλυτης στρατηγικής σημασίας για την Βενετία. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης επιτρέπει στην Βενετία να ελέγχει τις οθωμανοκρατούμενες περιοχές σε Στερεά, Πελοπόννησο και Λευκάδα, ενώ αποτελεί σημαντικό σταθμό για το διαμετακομιστικό εμπόριο και τη ναυτιλία της Γαληνοτάτης. Αυτοί οι λόγοι ωθούν την Βενετία στην περαιτέρω ενίσχυση του φρουρίου της Άσου, το οποίο βρίσκεται απέναντι από τις νότιες ακτές της Λευκάδας και από τα τέλη ήδη του 16ου αιώνα αποτελεί έναν σημαντικό κρίκο στην γραμμή άμυνας της Βενετίας, από την Αδριατική έως την Κρήτη.

Κεφαλλήνες θα συναντήσουμε, επίσης, να συμμετέχουν στην προσπάθεια της Βενετίας να καταλάβει την Πελοπόννησο στα 1684, στα Ορλωφικά, στις αρχές του 1770, καθώς και στο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη στο Αιγαίο, στις αρχές του 1790.

Διοικητική και στρατιωτική οργάνωση

Οι βενετικές αρχές εγκαταστάθηκαν στο φρούριο του Αγίου Γεωργίου και παραμένουν εκεί έως το 1757, οπότε και μεταφέρεται η πρωτεύουσα στο Αργοστόλι.

Τη γενική διοίκηση αποτελούσαν: ο Προβλεπτής, με πολιτικές και στρατιωτικές εξουσίες και δύο σύμβουλοι. Παράλληλα υπήρχε η Διοίκηση Ληξουρίου, η Διοίκηση της Άσου και το Συμβούλιο της Κοινότητας της Κεφαλονιάς, με δυνατότητα λήψης αποφάσεων επί των εσωτερικών ζητημάτων του νησιού. Συμμετοχή στο συμβούλιο μπορούσαν να έχουν οι εγγεγραμμένοι στην Χρυσή Βίβλο Κεφαλλήνες ευγενείς, από τους οποίους εκλέγονταν και οι σημαντικότεροι αξιωματούχοι της τοπικής διοίκησης (σύνδικοι, κήνσορες, δικαστές). Υπήρξαν συχνές οι προσπάθειες για επιβολή ευνομίας και ευταξίας στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου, εξαιτίας της συμμετοχής στο σώμα προσώπων χωρίς κριτήρια καταγωγής ή ανίκανων να διαχειρισθούν δημόσια υπουργήματα.

Ως προς την στρατιωτική οργάνωση του νησιού, ανώτερος στρατιωτικός διοικητής ήταν ο Προβλεπτής. Σε αυτόν υπάγονταν οι διοικητές πεζικού και ιππικού. Στα ανωτέρω σώματα συμμετέχουν μισθοφόροι, καθώς και υπόχρεοι σε στρατολόγηση Κεφαλλήνες. Μόνιμη ναυτική δύναμη στο νησί δεν υφίσταται, μια και η Γενική Διοίκηση του Στόλου έδρευε στην Κέρκυρα.

Σε ότι αφορά, τέλος, την εκκλησιαστική πολιτική της Βενετίας, η τελευταία ιδρύει την Καθολική Επισκοπή Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, διατηρώντας παράλληλα την ορθόδοξη επισκοπή και χορηγώντας στον κλήρο δικαίωμα εκλογής πνευματικού ποιμένα.

Κοινωνία

Στην Κεφαλονιά ισχύει η ακόλουθη κοινωνική διάρθρωση: ευγενείς (nobili), αστοί (civili), λαός (popolo). Συχνά προκαλούνται ταραχές λόγω των αυθαιρεσιών των ευγενών έναντι της βενετικής αρχής και της καταπίεσης που ασκούν στους χωρικούς, ενώ διενέξεις ανάμεσα σε ευγενείς και αστούς (εμπόρους, βιοτέχνες) προκαλούσε ο αποκλεισμός των δεύτερων από το Συμβούλιο του νησιού, συμμετοχή στο οποίο είχαν μόνο οι νόμιμοι ευγενείς. Οι διενέξεις τερματίστηκαν στα τέλη του 17ου αιώνα, όταν αποφασίστηκε οι αστοί να γίνονται δεκτοί στο Συμβούλιο. Σε ό,τι αφορά τη λαϊκή τάξη από τις αρχές του 17ου αιώνα αρχίζει να ζητά πολιτικά δικαιώματα και κυρίως την δυνατότητα σύνταξης και αποστολής αιτημάτων προς την Βενετία. Σε ό,τι αφορά την εκκλησιαστική πολιτική της Βενετίας, η τελευταία ιδρύει την Καθολική Επισκοπή Κεφαλληνίας και Ζακύνθου.

Οικονομία

Η Βενετία συγκροτεί στα Επτάνησα πέντε οικονομικές περιφέρειες με χωριστά δημόσια ταμεία. Η Κεφαλονιά μαζί με την Ιθάκη αποτελούσε μία ξεχωριστή οικονομική περιφέρεια και κύρια μεριμνά της ήταν η απρόσκοπτη συλλογή των φόρων. Παράλληλα λαμβάνει μέτρα ενίσχυσης της κτηνοτροφίας και της γεωργίας και αποδίδει ιδιαίτερο βάρος στην καλλιέργεια της ελιάς, για να μειωθεί η εισαγωγή λαδιού στο νησί. Σταθμός στην οικονομική ιστορία της Κεφαλονιάς αποτελεί η απόφαση της Βενετίας να καταστήσει τη σταφίδα μονοκαλλιέργεια, γεγονός που οδήγησε σε μείωση της παραγωγής σιτηρών και δημητριακών και προκάλεσε προβλήματα επιβίωσης στο νησί.

Σε ό,τι αφορά τη ναυτιλία, παρατηρείται αξιόλογη ναυτιλιακή και εμπορική δραστηριότητα, η οποία ενισχύεται την εποχή της μονοκαλλιέργειας.

ΠΡΩΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

Διοίκηση

Στην Κεφαλονιά, μετά την κατάληψή της από τους Γάλλους το 1797, συστήνονται Προσωρινά Δημαρχεία σε Αργοστόλι, Λειβαθώ, Άγιο Γεώργιο, Ληξούρι και Άσο. Στο Αργοστόλι συγκροτείται κεντρική διοίκηση από 40 πολίτες όλων των κοινωνικών τάξεων. Τα Προσωρινά Δημαρχεία ασχολήθηκαν με την απονομή δικαιοσύνης και παράλληλα ιδρύθηκαν πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, στην βάση των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης.

Το Νοέμβριο του 1797 καθορίστηκε η νέα διοικητική οργάνωση. Η Κεφαλονιά μαζί με Ιθάκη, Λευκάδα, Μεγανήσι, Κάλαμο, Καστό, περιοχές της Πρέβεζας και της Βόνιτσας αποτέλεσε το Νομό Ιθάκης, με έδρα την Κεφαλονιά. Διέθετε μία πενταμελή Κεντρική Διοίκηση. Ανώτερη αρχή στο νομό ήταν ο Γάλλος επίτροπος.

Κοινωνία

Οι Γάλλοι επιφέρουν βαθιές αλλαγές στις πολιτειακές και κοινωνικές δομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι τότε κάηκε το Libro d’ Oro, ως σύμβολο της ταξικής διαφοροποίησης, στην δε πλατεία του Αργοστολίου φυτεύτηκε το «Δέντρο της Ελευθερίας». Παράλληλα λαμβάνονται μέτρα αποδέσμευσης των χωρικών από τους μεγαλογαιοκτήμονες ευγενείς, κατάλυσης των αρχών του προηγούμενου αριστοκρατικού καθεστώτος και επιβολής αρχών δημοκρατικής αυτοδιοίκησης. Όμως οι Γάλλοι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την ογκούμενη δυσαρέσκεια των ευγενών και τα σημαντικά οικονομικά προβλήματα.

ΡΩΣΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1798-1799)

Οι Ρώσοι έκαναν μεθοδικές προσπάθειες για την αύξηση της επιρροής τους στο νησί, με αποτέλεσμα να υπάρξει μεταστροφή των τάσεων του πληθυσμού. Ξεσπούν εξεγέρσεις σε Λειβαθώ και Ληξούρι. Στις 29 Οκτωβρίου 1798 οι Ρώσοι κατέπλευσαν στο Αργοστόλι και η ρωσική σημαία αντικατέστησε την γαλλική, ενώ ανασυστήθηκε το παλαιό αριστοκρατικό καθεστώς. Η ρωσική κυριαρχία διήρκεσε ένα έτος, καθώς είχαν αρχίσει οι κινήσεις για την ανεξαρτησία των Επτανήσων.

ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1800-1807)

Στις 21 Μαρτίου του 1800, υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε Ρωσία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και εκπροσώπους της Ιονίου Γερουσίας, συνθήκη συγκρότησης της «Πολιτείας των Επτά Ενωμένων Νησιών», υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης και συντάχθηκε το «Βυζαντινό» σύνταγμα, που επανέφερε το αριστοκρατικό πολίτευμα, παραχωρώντας την εξουσία στα συμβούλια των ευγενών και ακύρωσε τα προνόμια των λαϊκών τάξεων προκαλώντας αναταραχές στην Κεφαλονιά, κυρίως στην βάση οικογενειακών έριδων. Οι προσπάθειες επιβολής της τάξης στο νησί συνεχίστηκαν από όλους τους διοικητές του νησιού έως και την κατάλυση της Επτανήσου Πολιτείας.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1807-1809)

Την 1 Σεπτεμβρίου 1807, οι Γάλλοι επανέρχονται στο νησί με αρχηγό τον διοικητή των νησιών του Ιονίου στρατηγό Καίσαρα Berthier. Το αντιγαλλικό, όμως, κίνημα στο νησί ήταν έντονο και ενισχύθηκε περαιτέρω από το ναυτικό αποκλεισμό των Βρετανών και από τις βλέψεις των τελευταίων επί των Επτανήσων, με αποτέλεσμα και η δεύτερη περίοδος γαλλικής κυριαρχίας να τερματιστεί σύντομα.

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ (1809-1864)

Πρώιμη Αγγλοκρατία (1809-1815)

Στις 5 Οκτωβρίου 1809 οι Άγγλοι γίνονται κύριοι της Κεφαλονιάς. Την πρώτη διοίκηση αποτελούν ο άγγλος διοικητής του νησιού μαζί με έναν γραμματέα και συμβούλους κεφαλλήνες ευγενείς. Παράλληλα συγκροτείται ένα Διοικητικό Σώμα από μέλη εξεχουσών οικογενειών του νησιού. Κατά την πρώτη περίοδο της αγγλοκρατίας, 1809-1814, κυριαρχεί στην Κεφαλονιά η μορφή του ελβετού C. P. De Bosset, ο οποίος το 1810 διορίζεται στρατιωτικός διοικητής του νησιού και προχωρά σε σημαντικά έργα ανασυγκρότησής του.

«Ενωμένα Κράτη των Ιονίων Νήσων» (1815-1864)

Πολιτική και Διοίκηση

Η συνθήκη των Παρισίων (Νοέμβριος 1815) ανεξαρτητοποιεί τα Επτάνησα, υπό την αποκλειστική προστασία της Μεγάλης Βρετανίας. Πρώτος άγγλος αρμοστής διορίζεται ο Θωμάς Μαίτλανδ ασκώντας συγκεντρωτική και αυταρχική διοίκηση. Στην Κεφαλονιά, όπως σε κάθε νησί, διορίζεται ένας άγγλος τοποτηρητής και εκλέγεται ένα πενταμελές επαρχιακό συμβούλιο, με πρόεδρο τον Έπαρχο. Πρόκειται για πρόσωπα, που συνήθως πρόσκεινται φιλικά προς την βρετανική εξουσία, που οι ντόπιοι τους αποκαλούν «καταχθονίους», με κύριο εκπρόσωπο τον Δημήτριο Καρούσο. Στον αντίποδα αναπτύσσεται το φιλελεύθερο και κοινωνικό κίνημα των ριζοσπαστών, με κύριους εκπροσώπους τους Ζερβό-Ιακωβάτο, Ιωσήφ Μομφερράτο, Γεράσιμο Λιβαδά και με σημαντική συμβολή στη διαδικασία ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα. Η πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση των δύο αυτών ευρέων ομάδων στην Κεφαλονιά, σύγκρουση που κυριάρχησε σε ολόκληρη την Επτάνησο κατά την δεκαετία του 1850 και 1860, αντιμετωπίστηκε από το προστασιανό καθεστώς με δημεύσεις περιουσιών, εξορίες, αστυνομικά μέτρα, περιορισμό ελευθεριών, και άσκησε σημαντική επίδραση στην απόφαση της Βρετανίας να αποχωρήσει από τα νησιά. Η ένωση με το ελληνικό βασίλειο συντελείται στις 21 Μαΐου 1864.

Σημαντική, τέλος, δράση αναπτύσσουν οι Κεφαλλήνες στους κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, στον Αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας και στην διοικητική συγκρότηση του επαναστατημένου ελλαδικού χώρου.

Κοινωνία

Την περίοδο της βρετανικής προστασίας συναντούμε τις ακόλουθες τάξεις: α) ευγενείς μεγαλογαιοκτήμονες και μεγαλέμποροι, με σημαντική πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξουσία και πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα, οι οποίοι συχνά διαδραματίζουν ρόλο τοπικών κομματαρχών, β) αστοί, που διακρίνονται σε μεσαία αστική τάξη, η οποία συμπεριλαμβάνει πρόσωπα οικονομικώς εύρωστα, με εμπορικές, επιχειρηματικές, ναυτικές δραστηριότητες και με επιστημονικά ενδιαφέροντα και σε κατώτερη αστική τάξη, αποτελούμενη από βιοτέχνες και τεχνίτες, και γ) αγρότες.

Οικονομία

Η οικονομία διατήρησε τον γεωργικό της χαρακτήρα χωρίς να ληφθούν μέτρα εκσυγχρονισμού της, λόγω και των αντιδράσεων των μεγαλογαιοκτημόνων. Κύρια πηγή εισοδήματος παρέμειναν τα αγροτικά προϊόντα και κυρίως η σταφίδα, της οποίας η τιμολογική διακύμανση προκαλούσε συχνά οικονομική κρίση και εντάσεις στην Κεφαλονιά, όπως συνέβη και με τις εξεγέρσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1840, στην έκρηξη των οποίων υπέβοσκαν και εθνικοπολιτικά κίνητρα. Η προστασία προς αύξηση των εσόδων της επέβαλε υψηλούς φόρους, επιβαρυντικών κυρίως για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Παρά την οικονομική αφαίμαξη των κεφαλλήνων, η προστασία δαπανούσε ελάχιστα ποσά για την ανάπτυξη του νησιού.

Εκπαίδευση

Την περίοδο της προστασίας εισάγεται στην Κεφαλονιά η αλληλοδιδακτική μέθοδος και ιδρύονται δύο τύποι σχολείων: α) τα αλληλοδιδακτικά ή προκαταρκτικά, που ιδρύονται σε πόλεις και χωριά και καλύπτουν την στοιχειώδη εκπαίδευση, και β) τα λύκεια, σε Αργοστόλι και Ληξούρι, που υπηρετούν τις ανάγκες της μέσης εκπαίδευσης. Παράλληλα λειτουργούν ξένα εκπαιδευτήρια και σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο «ιδιώτης δάσκαλος».

Από την Ένωση έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1864-1941)

Αξιόλογη είναι η συμβολή των Κεφαλλήνων στην ανάπτυξη και διακίνηση «κοινωνιστικών» – σοσιαλιστικών ιδεών στα Επτάνησα αλλά και στον ελλαδικό χώρο, με εκπροσώπους τους Παναγιώτη Πανά, Ρόκο Χοϊδά, Μαρίνο Αντύπα. Παράλληλα συγκροτούνται ορισμένα πρώιμα συνδικαλιστικά σχήματα σε Αργοστόλι και Ληξούρι και στις αρχές του 20ου αιώνα σημαντική είναι η παρουσία του «Κοινωνιστικού Ριζοσπαστικού» κόμματος του Μαρίνου Αντύπα, με ευρεία απήχηση στον κεφαλληνιακό λαό. Η εμφάνιση του Βενιζέλου επηρεάζει την κεφαλληνιακή πραγματικότητα και κυριαρχεί έως τον Δεκέμβριο του 1915. Τον Αύγουστο του 1916 ξεσπά το κίνημα της Θεσσαλονίκης, συγκροτείται δεύτερη ελληνική κυβέρνηση υπό τον Βενιζέλο και η Κεφαλονιά προσχωρεί τον Απρίλιο του 1917.

Την περίοδο που ακολουθεί έως τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα κυριαρχήσει η σύγκρουση ανάμεσα στον βενιζελισμό, υπό την σκέπη του κόμματος των Φιλελευθέρων, και τον κεφαλλήνα και μετέπειτα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, που ως αρχηγός του κόμματος των Ελευθεροφρόνων και βασιλόφρων ο ίδιος θα ασκήσει σημαντική επιρροή στο νησί έως την κατάληψη της Κεφαλονιάς από τα ιταλικά φασιστικά στρατεύματα, στις 30 Απριλίου 1941.

Πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα

Η προσάρτηση της Ιθάκης στις βενετικές κτήσεις πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Ενετοτουρκικού πολέμου, των τελών του 15ου – αρχών του 16ου αιώνα. Η Ιθάκη καταλαμβάνεται από τις βενετικές δυνάμεις το 1503, ενώ έχει ήδη προηγηθεί η κατάληψη της Κεφαλονιάς, τον Δεκέμβριο του 1500. Η προηγούμενη περίοδος (1477-1500) είναι περίοδος οθωμανικών επιδρομών, διώξεων και πρόσκαιρης κατοχής του νησιού από τους Οθωμανούς.

Αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας υπήρξε η σχεδόν ολοκληρωτική πληθυσμιακή ερήμωση του νησιού και με διάταγμά της στα 1504 η βενετική γερουσία, αφού χαρακτηρίζει την Ιθάκη ως «isola al presente disabitata», λαμβάνει μέτρα για επανακατοίκησή της, δωρίζοντας γαίες και απαλλάσσοντας τους επήλυδες από την φορολογία. Στους νέους κατοίκους συμπεριλαμβάνονται πολλοί Κεφαλλήνες, Ζακυνθινοί, Κερκυραίοι, Λευκαδίτες, Ακαρνάνες, Πελοποννήσιοι, καθώς και αρκετοί «στρατιώτες» (stradioti).

Διοίκηση, κοινωνία, οικονομία

Η Ιθάκη, διοικητικά, προσαρτήθηκε στην Κεφαλονιά και στην ουσία ακολούθησε τις τύχες της τελευταίας. Συχνά, μάλιστα, αποκαλούνταν στα έγγραφα της Βενετίας ως μικρή Κεφαλονιά (Cefalonia picolla) ή άλλη Κεφαλονιά (l’ altra Cefalonia).

Την διοίκηση της Ιθάκης ασκούσε ένας Κεφαλλήνας ευγενής, εκλεγόμενος από το Συμβούλιο της Κεφαλονιάς και έχοντας λάβει την επικύρωση της εκλογής του από τον προβλεπτή της Κεφαλονιάς. Στην Ιθάκη λόγω της περιορισμένης εδαφικής έκτασής της δεν είχε συσταθεί Συμβούλιο ευγενών, ενώ ο πληθυσμός ήταν κυρίως αγροτικός και ναυτικός.

Στην Ιθάκη, όπως και στα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου, αναπτύχθηκε μερικώς ο θεσμός της φεουδαρχίας και λόγω της περιορισμένης της έκτασης στα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας συναντάμε, χαρακτηριστικά, την ύπαρξη μίας μόνο βαρωνίας. Η Ιθάκη υπαγόταν, επίσης, στην οικονομική περιφέρεια της Κεφαλονιάς και κύρια προϊόντα που παράγει και εξάγει είναι το λάδι και η σταφίδα.

Σε ότι αφορά, τέλος, την εκκλησιαστική διάρθρωση του νησιού, αυτό διέθετε δικό του πρωτοπαπά, με επισκοπική εξουσία και χωρίς την δυνατότητα χειροτονίας ιερέων, ενώ υπαγόταν στην ορθόδοξη επισκοπική έδρα της Κεφαλονιάς.

ΠΡΩΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ 

Με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο, τον Οκτώβριο του 1797, οι πρώην βενετικές κτήσεις περνάνε στην κυριαρχία της Γαλλικής Δημοκρατίας και θα διαιρεθούν σε τρεις νομούς. Η Ιθάκη μαζί με την Κεφαλονιά, τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και την Βόνιτσα αποτέλεσε το Νομό Ιθάκης, με πρωτεύουσα το Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, όπου έδρευε και ο γάλλος κυβερνητικός επίτροπος. Σύντομα, όμως, η αδυναμία των Γάλλων να αντιμετωπίσουν τα οξύτατα κοινωνικά προβλήματα και η βαριά φορολογία που επέβαλαν, προκάλεσε σημαντικές αντιδράσεις από τη μεριά των αυτοχθόνων και σύντομα θα λήξει η πρώτη περίοδος της γαλλικής κυριαρχίας στα Επτάνησα, με την κοινή απόφαση Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

ΡΩΣΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1798-1799) και ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1800-1807)

Ο ενωμένος ρωσοοθωμανικός στόλος υπό τον ρώσο ναύαρχο Ουσακώφ έχοντας ήδη καταλάβει Κύθηρα, Ζάκυνθο και Κεφαλονιά καταλαμβάνει τον Οκτώβριο του 1798 και την Ιθάκη. Στις 21 Μαρτίου 1800 ιδρύεται η Επτάνησος Πολιτεία. Η ανασύσταση, όμως, του αριστοκρατικού πολιτεύματος προκάλεσε ταραχές στην Ιθάκη και η Ιόνιος Γερουσία αποφασίζει την αποστολή επιτρόπων της για να ελέγξουν την έκρυθμη κατάσταση. Μέχρι την κατάλυση της Επτανήσου Πολιτείας η Ιθάκη θα ακολουθήσει τις τύχες των υπολοίπων Επτανήσων.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1807-1809)

Τον Αύγουστο του 1807 η Ιθάκη καταλαμβάνεται από τους Γάλλους, οι οποίοι διατηρούν την προηγούμενη διοικητική οργάνωσή της. Ο βρετανικός αποκλεισμός, όμως, των νησιών, προκάλεσε σημαντικά προβλήματα στα νησιά και οδήγησε τους Επτανησίους να ζητήσουν από την Βρετανία να τους βοηθήσει να απαλλαγούν από την γαλλική κυριαρχία. Έτσι, στις 8 Οκτωβρίου του 1809 η Ιθάκη περνά στα χέρια των Άγγλων και μέχρι τον Απρίλιο του 1810 θα έχουν καταληφθεί όλα τα νησιά πλην της Κέρκυρας και των Παξών.

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ (1809-1864)

Κατά την περίοδο της πρώιμης Αγγλοκρατίας 1809 – 1815 η Ιθάκη, όπως και τα υπόλοιπα νησιά βρισκόμενα υπό βρετανική κυριαρχία, διαθέτει τον δικό της διοικητή, ο οποίος μαζί με τέσσερις συμβούλους και έναν γραμματέα αποτελούσαν το «Εκτελεστικό Συμβούλιο». Παράλληλα λειτουργεί και ένα είδος τοπικής βουλής. Ο γενικός διοικητής έδρευε στην Ζάκυνθο.

Μετά τη συνθήκη της Βιέννης και την ίδρυση των «Ενωμένων Κρατών των Ιονίων Νήσων» η Ιθάκη θα ακολουθήσει όμοια πορεία με τα υπόλοιπα νησιά. Θα διαθέτει έναν τοποτηρητή του Αρμοστή και ένα επαρχιακό συμβούλιο, εν είδει (σαν) τοπικής κυβέρνησης, με πρόεδρό του τον Έπαρχο, εκλεγόμενο από την Γερουσία.

Ένα από τα σημαντικότερα, τέλος, χαρακτηριστικά της οικονομίας των Ιθακησίων κατά την διάρκεια της βρετανικής προστασίας, αποτελεί η σημαντική εμπορική και ναυτιλιακή τους δράση. Παράλληλα τους συναντάμε να συμμετέχουν στην Φιλική Εταιρεία και στον Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, καθώς και στην προσπάθεια για ένωση με το ελληνικό βασίλειο, με κύριους εκπροσώπους τους ριζοσπάστες Τηλέμαχο και Μάρκο Παΐζη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΕΩΣ ΤΟΝ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ (1864-1941)

Μετά την ένωση με το ελληνικό βασίλειο η Ιθάκη θα αποτελέσει τμήμα του βασιλείου και κύρια δραστηριότητα των Ιθακησίων θα παραμείνει έως και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ναυτιλία, όπου το 1944 το νησί διέθετε περισσότερα από 200 μικρά και μεγάλα ποντοπόρα και μη εμπορικά πλοία.

email
Πηγή άρθρου: e-istoria.com