Αργοστόλι – Ληξούρι: Η κόντρα διαμορφώνει ταυτότητες

Αργοστόλι-Ληξούρι

Αργοστόλι-Ληξούρι

Μέχρι πρόσφατα, όταν περπατούσε κανείς κατά μήκος του λιμανιού στο Ληξούρι, θα πρόσεχε ένα κανόνι, το γνωστό “Κάρλο” και το άγαλμα του Λασκαράτου. Το κανόνι ήταν στραμμένο ενάντια στο Αργοστόλι και το άγαλμα είχε στραμμένη την πλάτη στο Αργοστόλι. Ο Κάρλος είναι το αντικείμενο – απομεινάρι των βίαιων γεγονότων που έγιναν κατά το 1800 – 1802, όταν οι Ληξουριώτες προσπάθησαν να βομβαρδίσουν το Αργοστόλι.

Το άγαλμα -ένα πιο πρόσφατο αντικείμενο- είναι ένδειξη μη βίαιης αντίστασης. Δύο χρόνια πριν, οι Ληξουριώτες μετακίνησαν το κανόνι μια και κατασκευαζόταν η αποβάθρα. Το άγαλμα είναι ακόμα εκεί. Στους ανθρώπους “λεει” ότι η διαμάχη δεν τελείωσε “η δια- λεκτική πράξη καταφέρεται μη λεκτικά”(Austin 1962 :117).

Η βίαιη αντίσταση των Ληξουριωτών στις αποφάσεις της πολιτείας και η βίαιη καταστολή της, έκαναν φανερό ότι τίποτα δεν θα επιτυγχανόταν με αυτόν τον τρόπο. Αναγκάστηκαν να δεχθούν την υπάρχουσα κατάσταση και ακόμη την ακολουθούν εφ’ όσον πρέπει να πάνε στο Αργοστόλι για θέματα που εκτείνονται πέραν της δικής τους διοίκησης και τα παράπονά τους απλά αναπαράγουν το σύστημα.Όμως “το αίσθημα της δικαιοσύνης τους είχε προσβληθεί” (Bell 1973 :76) και αντί να αντιδράσουν με οργή (αυτ), έχουν στραφεί στη μη βίαιη αντίσταση από το 1803 και εδώ. (Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι για τους Έλληνες γενικά και για τους Ληξουριώτες ειδικά η αδικία συνδέεται στενά με την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό, με την αποδοχή και την ισότητα).

Εφ’ όσον τα αποθέματα των Ληξουριωτών κείνται στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτιστικής παραγωγής και σε μικρότερη κλίμακα στην οικονομία, θα ονόμαζα αυτό το είδος της αντίστασης κοινωνικοπολιτιστική. Με άλλα λόγια, οι Ληξουριώτες χρησιμοποιούν τις δυνάμεις τους.

Οι Αργοστολιώτες από την άλλη αντιστέκονται επίσης στους Ληξουριώτες και η “Ληξουριώτητα” ανασύρει πολύ υλικό από τα Ληξουριώτικα στοιχεία που είναι φανερά σε όλους. Αυτό το υλικό παραποιείται από τους Αργοστολιώτες για να επιτελέσουν το δικό τους στόχο και το ονομάζω (το υλικό) “η περούκα”, σύμφωνα με τους όρους του de Certeau (1984 :25).

Ίσως το πιο προβληματικό μέρος στην ανάλυση της έννοιας της αντίστασης να είναι η λέξη “αντίσταση” αφ’ εαυτή. Πρέπει να εφαρμοστεί προσεκτικά σε συγκεκριμένα περικείμενα όπως προτείνει ο Gledhill (1994 :82): “είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε να συζητάμε την αντίσταση με πιο δύσπιστο πνεύμα” και όπως ο Kaplan και Kelly (1994 :125) προτίμησαν να μιλήσουν για δυσαρέσκεια “μόνο για να αποφύγουν μια μέθοδο που μπορεί να βρει το ποιόν ενεργείας των αποικιοκρατουμένων ανθρώπων κάτω από την ετικέτα της αντίστασης”. Είναι η διασάφηση του όρου αντίσταση ως: “αντίσταση μπορεί να ονομαστεί μόνο αυτές οι στρατηγικές επιβίωσης που αρνούνται ή εξομαλύνουν διεκδικήσεις των ανάλογων τάξεων” (Scott 1985 :309) και ως “ο σκοπός της αντίστασης είναι η επιβίωση μέσα στο σύστημα της κυριαρχίας” (αυτ.:301) που φαίνεται να δείχνει μια άγρια και επίμονη πάλη, η οποία καταλήγει σε έναν νικητή και στον εξευτελισμό του νικημένου, εξηγώντας έτσι την προσφυγή στο αφανές κείμενο λειτουργώντας ως βαλβίδα ασφαλείας.

Ούτε οι Αργοστολιώτες ούτε οι Ληξουριώτες στοχεύουν στην “επιβίωση” εις βάρος του άλλου και αυτό συνδέεται και πάλι με τις δυνάμεις της κάθε πλευράς.Η περίπτωσή μου εδώ σχετίζεται περισσότερο με αυτό που θα ονόμαζα αντίδραση, όπως το έθεσαν ο Αργοστολιώτης Δήμαρχος και η Κούλα και ο Λίνος. Ο στόχος για τους Ληξουριώτες είναι η επανάκτηση της αυτοεκτίμησής τους και της αποδοχής τους από τους Αργοστολιώτες πάνω στη βάση της κατοχής ενός συγκεκριμένου κεφαλαίου.

Για τους Αργοστολιώτες ο στόχος είναι “για πλάκα”, όπως είπαν οι περισσότεροι πληροφορητές μου.Οι άνθρωποι λοιπόν που φαίνεται ότι αποκλείονται από το Κράτος – σύστημα αντιδρούν ώστε να περιληφθούν σε αυτό. Αυτό συνάγεται από την αυτοπεριγραφή τους ως “Ληξουριώτες” και όχι ως Κεφαλονίτες, μόνο επειδή “λέγοντας ότι είσαι Κεφαλονίτης σημαίνει για τους άλλους ότι κατάγεσαι από το Αργοστόλι. Έτσι οι Ληξουριώτες θέλουν να αποφύγουν αυτή την ταύτιση και Λένα ότι είναι Ληξουριώτες”, όπως εξήγησε ο Ληξουριώτης Δήμαρχος.

Από αυτή την άποψη “η αντίσταση είναι μια χρήσιμη κατηγορία, επειδή διαφωτίζει την παρουσία και το ρόλο της δύναμης στους περισσότερους τύπους δραστηριότητας” (Ortner 1995 :175). Πράξεις αντίδρασης είναι κυρίως συλλογικές (για τους Ληξουριώτες) αλλά και ατομικές και περιστασιακές με την έννοια του δημιουργικού χειρισμού του χρόνου (Bourdieu 1977 :6).

Για τους Αργοστολιώτες οι πράξεις της αντίδρασης είναι μόνο συλλογικές και περιστασιακές. Τότε κάθε ατομική πράξη αντίδρασης “μεταφράζεται” διαφορετικά από τους ανθρώπους – όπως έγινε φέτος τις Αποκριές – και “δεν μπορούμε να αποφασίσουμε μια για πάντα αν όποια δεδομένη πράξη ταιριάζει σ’ ένα κατασκευασμένο κουτί που ονομάζεται αντίσταση”. (Ortner 1995 :175).

Αυτό το είδος αντίδρασης είναι “μια δημιουργική κίνηση, ένα μέρος της αλλαγής αξιών και βοηθά να απελευθερωθεί ο νους των ανθρώπων” (Gregg 1935 :241). Οι Ληξουριώτες και οι Αργοστολιώτες “σπαταλούν ενέργεια πιο έξυπνα” (αυτ.:51), εφ’ όσον πρέπει να δημιουργήσουν τις τεχνικές που θα χρησιμοποιήσουν.

Το κείμενο της διαμάχης λειτουργεί όχι μόνο να ελευθερώσει τις εντάσεις, αλλά ακόμα προκαλεί αλλαγές στις αξίες -αυτό συμβαίνει ιδίως σε Αργοστολιώτες όπως φαίνεται από τα σχόλια της κυρίας Ανδρεάς, της κύριας Κατερίνας και του κυρίου Γιώργου- και επί πλέον διαμορφώνει τις Αργοστολιώτικες και Ληξουριώτικες φυσιογνωμίες, δεδομένου ότι κυρίως λειτουργεί στη βάση του εσωκλεισμού – αποκλεισμού. Είναι λοιπόν θετική αντίδραση και όχι κάτι το αρνητικό, όπως στις μελέτες του Scott.

ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ

Αξιοσημείωτες είναι λοιπόν οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται και από τις δύο πλευρές. Για τους Ληξουριώτες, το αντικείμενο που κυρίως ενσαρκώνει την αντίδρασή τους είναι το άγαλμα του Λασκαράτου: “το αντικείμενο μπορεί να εννοηθεί μόνο αν το περικείμενο ληφθεί υπ’ όψιν” (Glassre 1991 :256). “Το αντικείμενο είναι τόσο ευθεία έκφραση… όσο η γλώσσα και επί πλέον ενσαρκώνει συναισθήματα και σκέψεις λανθάνουσες στη γλώσσα”. (αυτ.:225).

Η τοποθεσία του αγάλματος “λεει” ότι ο ποιητής ανήκει σε αυτούς και το ίδιο ισχύει για το πνεύμα του και τα αστεία του: είναι ένα είδος πραγματικής αλλά και “συμβολικής” κατοχής, εφόσον ο ποιητής είναι Ληξουριώτης και έχει ταφή στο Αργοστόλι και οι Ληξουριώτες δεν ζήτησαν ποτέ να τον πάρουν πίσω, όπως με πληροφόρησε ο Αργοστολιώτης Δήμαρχος. Επιπλέον, το άγαλμα συνδέθηκε με τα γεγονότα της αποκριάς που έγιναν φέτος: ο καρνάβαλος είχε δεθεί στο άγαλμα και η πλάτη του ήταν επίσης γυρισμένη στο Αργοστόλι. Η επιγραφή που του έβαλαν έλεγε: “ήρθε στο Ληξούρι για να συμβουλευτεί το Λασκαράτο τι να κάνει”.

Εκτός από το δικό τους ποιητή, οι Ληξουριώτες έχουν ένα προστάτη-Άγιο, διαφορετικό από αυτόν που υπόλοιπου νησιού. Για το ιστορικό υπόβαθρο, ο Κοντογιαννάτος σημειώνει: “δεν ξέρουμε πότε ακριβώς ο Άγιος Χαράλαμπος έγινε προστάτης του Ληξουρίου” (1980: 19). Για μερικούς Αργοστολιώτες όμως αυτή η συγκεκριμένη λατρεία είναι ένας τύπος αντίδρασης: Ο κύριος Γεράσιμος λεει: “Οι Ληξουριώτες ήθελαν να έχουν το δικό τους Άγιο, όπως εμείς έχουμε τον Άγιο Γεράσιμο”.

Φαίνεται λοιπόν ότι και εδώ υπάρχει το δίπολο: εσωκλεισμός -αποκλεισμός: μόνο οι Ληξουριώτες γιορτάζουν την ημέρα του Αγίου με πιο “πομπώδη” τρόπο και έχουν δημόσια αργία (ο χώρος της θρησκείας διεισδύει σε αυτόν του κράτους-συστήματος) και πολλοί έχουν το όνομα του Αγίου.

Η όλη λατρεία “παρέχει στους Ληξουριώτες ένα συμβολικό ιδίωμα με το οποίο μπορούν να κάνουν σημαντικές δηλώσεις για το ποιοι είναι και τι σημαίνει να είναι κανείς μέλος της κοινωνίας τους” (Danforth 1989: 213) και είναι “δήλωση άρνησης” (Comaroff 1985: 213) της λατρείας του προστάτη Αγίου του νησιού, χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε τις εξαιρέσεις. Συμμετοχή σε αυτή τη λατρεία είναι “μία δήλωση εσωκλεισμού” (Danforth ο.π: 288) και “τα βαφτιστικά ονόματα χρησιμεύουν ως ενδείξεις της ταυτότητας και της καταγωγής του ατόμου”. (Herzfeld 1982: 288).

Ένα άτομο που ονομάζεται Χαράλαμπος κατάγεται κυρίως από το Ληξούρι. Το ίδιο δηλώνει και το παρατσούκλι “Κολομπαίος”, με το οποίο οι Αργοστολιώτες προσφωνούν τους Ληξουριώτες: “ η περούκα” είναι εμφανής εδώ. Το παρατσούκλι προέρχεται από την επίδειξη των Ληξουριωτών (βλ. κεφ. Γεγονότα). Οι Αργοστολιώτες από της άλλη μεριά είναι οι “Αραχνιασμένοι” και οι “Ογροί”. Το Ληξουριώτικο παρατσούκλι “στολίζει, εφόσον έχει παρθεί από ανώτερα πράγματα” (Fernandez 1974: 123), ενώ το αντίστοιχο Αργοστολιώτικο “υποτιμά, εφόσον έχει παρθεί από κατώτερα πράγματα” (αυτ.). Για το Ελληνικό περικείμενο, ο ιστός της αράχνης και η υγρασία προκαλούν αρνητικούς συνειρμούς, επειδή συνδέονται με διάβρωση, σταθερότητα, ακινησία, και εμπλοκή σε προβλήματα, ενώ σίγουρα ο Κολόμβος και η ανακάλυψη της Αμερικής δημιουργούν θετικούς συνειρμούς -υπονοείται ο κίνδυνος, η καινοτομία, η δυνατή προσωπικότητα και η πρόοδος.

Ο συνήθης τύπος της παρουσίασης αυτών των παρατσουκλιών -μεταφορών είναι “μεταφορά εν απουσία” (Sapir 1977: 7) Δεδομένου ότι ο διακοπτόμενος όρος εμφανίζεται μόνο μαζί με το θέμα. Ο συνεχείς όρος απουσιάζει.

Η πιο εμφανής μεταφορά που χρησιμοποιεί η κάθε πόλη για την άλλη, είναι αυτή της “ξενιτιάς”.

“μία ξένη ή απόμακρη γη… και το αίσθημα της εξορίας που αισθάνεται κανείς εκεί” (Danforth 1982: 90). “Η ξενιτιά” μπορεί να σημαίνει το χωρισμό των ανθρώπων επειδή υπάρχει η θάλασσα μεταξύ των δύο πόλεων και όπως λεει ο κύριος Μάκης: “Έρχεσαι στο Ληξούρι με το φέρυ και έτσι νιώθεις ότι πας σε ξένο τόπο αυτό είναι μοναδικό σε όλη την Ελλάδα”.

Επιπλέον “η ξενιτιά” εδώ υπονοεί τις διακρίσεις μεταξύ των μορφών των δυνάμεων που έχει κάθε πόλη και συνδέεται άμεσα με τους ανθρώπους και τον τοπικισμό τους. Εδώ λοιπόν οι μεταφορές “μας αναγκάζουν να δούμέ τα πράγματα κάτω από διαφορετικό φως και να εγκαθιδρύσουμε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων που φαίνονται ότι είναι άσχετα”.

Οι έννοιες του χώρου και του τόπου (De Certedu 1984: 82) είναι ολοφάνερες εδώ: κάθε πόλη είναι ένας τόπος -μία ένδειξη σταθερότητας, η τάξη σύμφωνα με την οποία στοιχεία κατανέμονται σε σχέσεις συνύπαρξης- αλλά γίνεται και χώρος, ένας εφαρμοσμένος τόπος μέσω “λειτουργιών που καθορίζουν χώρους λόγω των πράξεων των ιστορικών ενεργούντων” (αυτ:118). Πιστεύω ότι οι μεταφορές είναι μία από αυτές τις λειτουργίες. Μία άλλη είναι ο αναγραμματισμός. (Μπαμπινιώτης 1991: 166).

Αυτό το γραμματικό φαινόμενο συνίσταται στη μετάθεση γραμμάτων μέσα σε μία λέξη. Έτσι η λέξη “Αργοστολιώτες” γίνεται “Γροστολιώτες”, από τους Ληξουριώτες. Η φωνολογική σειρά (Μπαμπινιώτης 1991: 119) επιτυγχάνει μία “ποιητική” λειτουργία, μία δημιουργία: οι Ληξουριώτες δείχνουν ότι οι Αργοστολιώτες είναι “Γροστολιώτες” -η δεύτερη λέξη έχει μία αύρα “απολίτιστης πόλης” ενώ η πρώτη εννοεί το αντίθετο- αλλάζοντας τη σειρά των ήχων. Αυτό επίσης μπορεί να είναι ένα είδος “ο κόσμος πάνω- κάτω”. (Scott 1990: 166).

Μένοντας στο χώρο της γλώσσας, η προφορά αξίζει να γίνει αντικείμενο προσοχής. Οι Αργοστολιώτες μιμούνται τη Ληξουριώτικη προφορά μόνο και μόνο για να κάνουν αστεία στους Ληξουριώτες, με τον ίδιο τρόπο που -όπως αναφέρει ο Herzfeld (1985: 24)- οι Αθηναίοι μιμούνται την Κρητική προφορά.

Η λογοτεχνία -κυρίως η σατιρική ποίηση- είναι ο κοινός τρόπος που χρησιμοποιούν και οι δύο πόλεις για να εκφράσουν τη διαμάχη. Ο Λασκαράτος είναι ο πιο φημισμένος Ληξουριώτης ποιητής και οι στίχοι του έχουν γίνει το έμβλημα του Ληξουρίου. (πβ. Λασκαράτος 1845). Για τους Αργοστολιώτες ο ποιητής είναι ο Μολφέτας, αν και υπάρχουν πολλοί άλλοι ποιητές από κάθε πόλη.

Τα ποιήματά τους έχουν αποκτήσει συνοχή και συνεκτικότητα (Μπαμπινιώτης 1991: 265) -μέσω της επανάληψης λέξεων- υψηλή πληροφορητικότητα (αυτ:249) καταστατικότητα (:250), και προθετικότητα (:249) μέσω της χρήσης της τοπικής διαλέκτου (πβ. Καλογηράς 1946,1952).

Το κουτσομπολιό, τα ανέκδοτα και τα αστεία που κυκλοφορούν μεταξύ Ληξουριωτών και Αργοστολιωτών είναι το πιο ουσιώδες μέρος. Οι άνθρωποι “αποφασίζουν τι να δεχτούν και τι μα μεταφέρουν στους άλλους” (Scott 1990: 157). Αυτά ανήκουν στην κατηγορία που ο Scott ονόμασε ως “ο κόσμος άνω-κάτω” (βλ. προηγ. παρ.), μαζί με τα τραγούδια. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις (βλ. Βουνάς 1956, 1957-1965, 1965, 1969, 1970), (Λιβαθινόπουλος και Κοντογιαννάτος 1980) οι Ληξουριώτες θεωρούνται πιο έξυπνοι και πιο δραστήριοι από τους Αργοστολιώτες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ένα απόσπασμα από την εφημερίδα “Ζιζάνιο” (ημερ: 22/5/1899). Σε αυτό ένας Ληξουριώτης υπογράφει ως “μέλλων πρωτευουσιάνος” και φαντάζεται ότι το Ληξούρι θα είναι η πρωτεύουσα του νησιού, με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τα καταστήματα εκεί και οι Αργοστολιώτες θα πρέπει να πηγαίνουν εκεί για να πάρουν πιστοποιητικά ή για να ψωνίσουν. Ένα αίνιγμα που ανήκει στην ίδια κατηγορία είναι: “Ποιο είναι το ωραιότερο μέρος στο Αργοστόλι;”. Η απάντηση με ξάφνιασε: “Η πινακίδα που δείχνει προς Ληξούρι”!

Ο εορτασμός της Αποκριάς και οι φάρσες είναι το ανώτατο σημείο της κλίμακας. Όπως το έθεσε ο Bakhtin (1984: 8,9) “Το καρναβάλι είναι η δεύτερη ζωή των ανθρώπων, αντίθετα με τον μονολιθικά σοβαρό τόνο είναι μία προσωρινή διαθεσιμότητα ολοκλήρου του επίσημου συστήματος” (αυτ.89). Το καρναβάλι είναι μία ευκαιρία και για τις δύο πόλεις χωρίς να φοβούνται τις συνέπειες. Πραγματικά έτσι έγινε και στο πρόσφατο συμβάν.

Μια πιο “σοβαρή” αντίδραση είναι αυτό που λεει η κυρία Κωστούλα: “Σήμερα πολλοί Ληξουριώτες διορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι στο Αργοστόλι. Ξέρεις γιατί κατορθώνουν να παίρνουν αυτές τις θέσεις; Για να εξυπηρετούν τους δικούς τους ανθρώπους” Εδώ, θα συμπλήρωνα ακόμα ότι αυτό είναι ένας τρόπος μετάδοσης των ειδήσεων σε άλλους και άσκησης της επίδρασης τους σε καίρια σημεία. Έτσι, η “σχισμή” που υπάρχει στον κόσμο των επίσημων μυστικών καλύπτεται από ανθρώπους όπως ακριβώς την κυρία Κωστούλα: ένας πληροφορημένος πληροφορητής! Αργοστολιώτικη αντίδραση από την άλλη είναι η μη απάντηση (Bourdieu 1977: 13).

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΧΟΤΟΜΙΣΗΣ

Παρά την επίμονη παρουσία των “πολιτιστικών” συνόρων και της διχοτόμησης που αναφέρθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου -ένα από τα μειονεκτήματα της θεωρίας του Scott, όπως υπέδειξε ο Mitchell ( Μitchell 1990: 545-77)- “πιθανοί τρόποι συμφιλίωσης πηγάζουν όχι μόνο από τις κοινωνικές σχέσεις και τη συγγένεια “ (Herzfeld 1985: 82) αλλά επίσης και από το ίδιο το κράτος σύστημα.

Το Κράτος -σύστημα είναι αυτό που ο Mitchell ονομάζει -και με τον οποίο συμφωνώ- “το πλαισίωμα” (Mitchell 1990:566): “η ποικιλία των σύγχρονων πρακτικών που φαίνεται ότι λύνουν τις διακριτικές διαστάσεις που προέρχονται από το κράτος-σύστημα” (αυτ.). “Αυτό το πλαίσιο είναι η υπερβατή διάσταση της πραγματικότητας” (αυτ.569), με την έννοια ότι οι πολιτικές πρακτικές περιβάλλουν τη διχοτόμηση των δύο πόλεων.

Αποδεικτικά στοιχεία είναι πρώτον ότι και οι δύο πόλεις είναι μέρος της Νομαρχίας Κεφαλληνίας και έχουν “ταξινομηθεί” εκεί. Το ίδιο ισχύει για τις Εκκλησιαστικές Αρχές. Επιπλέον κάποιες Τεχνικές Σχολές έχουν ιδρυθεί ή είναι υπό κατασκευή και στις δύο πόλεις και το ίδιο γίνεται με άλλους θεσμούς και ιδρύματα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και στις δύο πόλεις είναι Αργοστολιώτες και Ληξουριώτες. Υπάρχει συνεργασία (στο ετήσιο χορωδιακό φεστιβάλ και στη δημόσια υγεία) -όπως ανέφεραν και οι δύο Δήμαρχοι που εμπίπτει στις δυνατότητες και των δύο Δημαρχείων.

Επιπλέον, υπάρχουν νέα “εθιμοτυπικά” και γιορτές προτεινόμενα για κοινό εορτασμό από τον Αργοστολιώτη Δήμαρχο, ειδικά για συγκεκριμένες μέρες όπως η Αποκριά και η Πρωτομαγιά. Αν αυτές οι προτάσεις γίνουν πραγματικότητα, τότε το “πλαισίωμα” θα γίνει ισχυρότερο. Ίσως βέβαια το πιο θεμελιώδες είναι ότι οι Αργοστολιώτες και οι Ληξουριώτες είναι πολίτες του Ελληνικού κράτους.

Το θέμα της αντίδρασης λοιπόν -για να ανακεφαλαιώσω- συνδέεται με τη διατήρηση του εγωισμού, της αυτοεκτίμησης, το οποίο για τους Ληξουριώτες είναι “ένα κοινωνικό και ψυχολογικό Φαινόμενο” (Herzfeld 1985: 234). Οι άνθρωποι “χρησιμοποιούν αυτές τις αντιθέσεις στην καθημερινή δράση” (αυτ.:21) -και έτσι μιλάμε για ανοιχτό κείμενο και όχι για καλυμμένο- προκειμένου να επιδείξουν τις “δυνάμεις” τους και να ανακτήσουν την περιφάνια τους: δεν είναι “ευτελισμός ανταποδιδόμενος με εκδίκηση” (Scott 1990: 215), όπως προτείνεται μέσα από τις μελέτες του Scott. “Η Ληξουριώτητα” και η “Αργοστολιώτητα” λοιπόν σχηματίζονται και “ενυπάρχουν στους ανθρώπους” (Devji 1992:12).

Η αντίσταση εδώ δεν είναι κάτι που υποκινείται από πίεση και από την κυριαρχία, όπως είπε ο Scott. Μάλλον είναι κάτι θετικό και δημιουργικό: βοηθά τους ανθρώπους να εξερευνούν τις “δυνάμεις” τους και κάποιοι από αυτούς το διασκέδασαν, όπως με βεβαίωσαν. Αυτό είναι η βασική διάκριση που πρέπει να γίνει μεταξύ των όρων “αντίσταση” και “αντίδραση”. Αν οι άνθρωποι και των δύο πλευρών παραμένουν προσκολλημένοι στις πολιτιστικές διχοτομήσεις, πιστεύω ότι η περιβάλλουσα διάσταση είναι το Κράτος-Σύστημα, το οποίο βρίσκει τη “συμβολική του έκφραση” στο φέρυ που συνδέει τις δύο πόλεις…

ΑΡΑ

Σε αυτή την εργασία επιχειρήθηκε μια σύντομη εξέταση της διαμάχης Αργοστολίου – Ληξουρίου στην Κεφαλλονιά. Το Αργοστόλι είναι η πρωτεύουσα του νησιού και έτσι συνδέεται με το Κράτος-σύστημα δεδομένου ότι εκεί υπάρχουν όλες οι δημόσιες υπηρεσίες. Αυτό έχει επίδραση στους ανθρώπους. Το Αργοστόλι έχει μόνο το οικονομικό και πολιτικό Κεφάλαιο του νησιού. Το Ληξούρι από την άλλη το έχει το κοινωνικό και το πολιτιστικό κεφάλαιο του νησιού και η γεωγραφία της περιοχής παίζει σημαντικό ρόλο σύμφωνα με τους Ληξουριώτες. Η δύναμη εδώ ορίστηκε ως “ένα διαφοροποιούν προτέρημα” βασισμένη ακριβώς στο κεφάλαιο κάθε πόλης.

Δεν υπάρχουν κυρίαρχοι και υποτελείς, δεδομένου ότι κάθε πόλη δε στηρίζεται πλήρως στην άλλη. Το Αργοστόλι και το Ληξούρι έχουν αντιστοίχως ένα μικρό κοινωνικό – πολιτιστικό κεφάλαιο και πολιτικό-οικονομικό. Έτσι, οι αντιδράσεις των ανθρώπων – ο προτιμούμενος όρος αντί του: αντίσταση – στοχεύουν στην επανάκτηση της αυτοεκτίμησης και της υπερηφάνειας και στη διαμόρφωση των δικών τους ταυτοτήτων.

Το μεγάλο “κείμενο” της διαμάχης βεβαιώνει ότι είναι δημιουργική η διαμάχη και δεν πηγάζει από αρνητικά συναισθήματα. Το “πλαισίωμα” έρχεται μερικώς από το χώρο των κοινωνικών σχέσεων – φίλοι, συγγενείς και κουμπάροι – και μερικώς από το Κράτος – σύστημα (το οποίο όλως περιέργως ήταν η αιτία του ξεσπάσματος της διαμάχης!) και τους θεσμούς και τις πρακτικές του, άσχετα με το αν “ο Θεός έφτιαξε το Ληξούρι πρώτα από τους άλλους τόπους…”

Τα κείμενα έγραψε : Ευπραξία Πολλάτου

(Μάστερ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας)

email
Πηγή άρθρου: ionion.com