Χοροί στα Βιλλατόρια τση Κεφαλονιάς

Από την Έκθεση της Ν.Αντωνακάτου στα Βιλλατόρια Παλλικής

Από την Έκθεση της Ν.Αντωνακάτου στα Βιλλατόρια Παλλικής

Βιογνωστικά του συλλογέα Γεράσιμου Αντωνακάτου (όπως τα γράφει, προλογικά, στο χειρόγραφο).

Γεννήθηκα το 1886 στα Βιλλατόρια, παραχώρι της Αγιας Θέκλης (Ανωγή της Παλικής). Τα παιδικά μου χρόνια: προσχολικά, δημοτικό και ελληνικό σχολείο 1890-1899 στο χωριό μου, γυμνάσιο 1899-1900 στο Ληξούρι, 1900-1903 στο Αργοστόλι. Καθηγητής γυμνασίου έμεινα στο Αργοστόλι 1916-1936, τα καλοκαίρια στο χωριό μου.

Είχα καλή κλίση στη μουσική και στο χορό. Από παιδί ήμουν καλούτσικος τραγουδιστής και χορευτής. Τις μουσικές μου γνώσειςεκαλλιέργησα στ’ Αργοστόλι από τα 1916 και έμαθα να κουτσοπαίζω κιθάρα, μαντολίνο και στα γεράματα λίγο βιολί. Εμαθα να διαβάζω μουσική και “για παιγνίδι” έκαμα μερικές μουσικές συνθεσούλες, που ετραγούδησαν παρέες μου. Από τα τραγούδια της παλαιάς εποχής που πολυθυμάμαι είναι φυσικά του χωριού μου, λιγότερο του Αργοστολιού και του Ληξουριού.

Τα Βιλλατόρια της Παλικής

Χωριουδάκι σε κεντρική θέση. Ηταν το διασκεδαστικό κέντρο των γύρω χωριών: Καλάτα, Αγια Θέκλη, Βόβικες, Κοντογεννάδα, και σε μεγάλες γιορτές, Σκινιάς και Δαμουλιανάτα. Τα διασκεδαστικά κέντρα ήταν τρία μαγαζιά, με υπαίθριους χώρους για μεγάλες γιορτές, όπως το καρναβάλι και οι καλοκαιρινές συγκεντρώσεις. Ενα από τα μαγαζιά ήταν του αδελφού μου, από τον πατέρα μας, και το έζησα από παιδάκι. Ενας μεζές, μια σαρδέλλα, μια ελιά, ένα συκάδι, λίγο τυρί και ένας τσιπουρίτης ή ένα ποτηράκι κρασί, ήταν τα διεγερτικά του γλεντιού, τραγουδιών και χορών, και ένα γλύτωμα από την τράπουλα.

Ηταν κόσμος χαρούμενος, παρ’ όλη τη φτώχεια και σκληράδα της ζωής. Πολλοί τύποι διατήρησαν το κέφι αυτό, μέχρις εσχατογερατειών, και ξεψύχησαν με το τραγούδι.

Το τραγούδι

Στο χωριό κυριαρχούσε το χορευτικό τραγούδι, που κεντούσε τον χορό, εχρησίμευε για την επίδειξη της φωνής του τραγουδιστού και των χορευτών και έδινε τροφή στο “σκορτσάμπουνο” και στη “φλογέρα” του “μπιστικού” (τσοπάνη). Αλλά και η καντάδα δεν παραμελιόταν, και καμμιά φορά μπορούσες να ακούσεις όμορφα αυτοσχέδια “κόρα”, που είχαν πηγή το εύθυμο και μουσοθρεμμένο Ληξούρι. Σ’ αυτό καλλιεργόταν το έντεχνο κόρο, με τραγούδια από την Αθήνα και την Ιταλία. αλλά και ντόπια, εμπνευσμένων μαέστρων, όπως ο Λαυράγκας και οι αδελφοί Δελλαπόρτα.

Τα μουσικά όργανα

Το συνηθισμένο μουσικό όργανο των χωριών ήταν το ασκοτσάμπουνο, το όργανο του τσοπάνη, που φολοτεχνούσε ο ίδιος με την άμιλλα να ξεπεράσει τον συνάδελφο σε χάντρες και φούντες. Σπάνια χρησιμοποιόταν στους χορούς, όπου προτιμούσαν τη φωνή του τραγουδιστή, που κατά κανόνα ήταν καλή (μερικοί ήταν αληθινά αηδόνια).

Σε μεγάλες γιορτές, στα χωριά χρησιποποιούσαν το βιολί, αλλά οι βιολίστες, εμπειρικοί παίχτες που κρατούσαν το βιολί πάνω στην κοιλιά, εσπάνιζαν και πληρώνονταν ακριβά. Κατά κανόνα το βιολί συνοδευόταν από κιθάρα, αλλά η κιθάρα, συνήθως σκεβρωμένη από την πολλή χρήση, ξέχορδη, παιζόταν με κομμένο τραπουλόχαρτο, μόνο για να μετρά τον ρυθμό των χορών. Αλλο μουσικό όργανο ήταν η φλογέρα, κι’ αυτή έργο του παίχτη φτωχοτσοπάνη. Συχνό άκουσμα ήταν και το παιδιάτικο φλάουτο.

Οι χοροί

Οι χωρικοί ήταν χορευταράδες. Χόρευαν και τα δυό φύλα, κατά κανόνα εθνικούς χορούς, κύκλιους, χειροπιαστά, τα φύλα εναλλάξ, μια άλυσση αντρών και γυναικών που εβημάτιζε με τον ρυθμό των τραγουδιών. Το βάρος του χορού έπεφτε στον πρωτοχορευτή, αλλά και όλος ο κύκλος κινιόταν ζωηρά. Το τραγούδι “εκρατούσε” καλλίφωνος τραγουδιστής, κατά κανόνα καθισμένος, γιατί το είναι του δεν ήταν ο χορός αλλά το τραγούδι. Τη στροφή του επανελάμβανε το “κόρο” των χορευτών, που ήξερε να το “ταιριάζει” σωστά.

Στα καρναβάλια, η ετοιμασία της “μάσκαρας” ήταν μεγάλη υπόθεση, και γι’ αυτό την αναλάβαινε επιτροπή έμπειρη και φερέγγυα, για την επιστροφή των χρυσαφικών που οι άλλοι χωριανοί τούς εδάνειζαν.

Οι χοροί που χορεύονταν στα παιδικά μου χρόνια, ήταν:

1.Ο μπάλος (il Ballo)

Καθεαυτό χορός, θαρρώ, με πανάρχαια ελληνικά στοιχεία, χορευτικά και μουσικά, με μεγάλη όμως ιταλική επίδραση, χορευόταν και χορεύεται με δεξιοτεχνία, χάρη και κέφι, στην Κεφαλονιά. Στα παιδικά μου χρόνια περιελάμβανε το “άνοιγμα” και 3 “τσακίσματα”, που όσο πήγαινε γινόταν και πιο γρήγορος.

Το άνοιγμα ήταν ένα δίστιχο 15σύλλαβων στίχων. Το πρώτο τσάκισμα ήταν δίστιχα 7σύλλαβα, με εναλλαγή 6σύλλαβων, που τραγουδιόταν από τον τραγουδιστή δις (στη δεύτερη φορά σε ψηλότερον τόνο). Το δεύτερο τσάκισμα ήταν δίστιχα 8σύλλαβα, και το τρίτο 7σύλλαβα, που ακολουθιούνταν από πολλά όμοια, και ήταν τα πιο γοργά. Υστερα ο χορός επανερχόταν στο άνοιγμα, για να συνεχισθή με άλλους στίχους. Εδώ και 20 χρόνια, οι ίδιοι χορευτές ελησμόνησαν το άνοιγμα (που ήταν τόσο παθιάρικο) και το αντικατέστησαν με το πρώτο μέρος του πρώτου τσακίσματος.

Από τα τόσα παλαιά τραγούδια του Μπάλου των παιδικών μου χρόνων, θυμάμαι το μοτίβο “Ερωτας μπαρούφας”.

Ανοιγμα:

Ανάθεμά τον πόλεγε πως είν’ γλυκειά η αγάπη

εγώ την εδοκίμασα κι’ ήταν πρικό φαρμάκι.

Πρώτο τσάκισμα του πρώτου μέρους:

Μωρή διαβολεμένη, μαλώνει η μάνα σου

μαλώνει κι’ ο αδερφός σου, πως πέφτω αντάμα σου.

Ενα σατιρικό

Μπροστινέ μου που χορεύεις

να σε δω να διακονεύεις.

2. Ο Συρτός

Ηταν ο χορός που χορευόταν πιο πολύ, μετά τον Μπάλο. Δεν θυμίζει τον πανελλήνιο Συρτό, παρά μόνο σε μερικούς στίχους των τραγουδιών: “Κάτω στο γιαλό, κάτου στο περιγιάλι” (θαρρώ πως εδώ μουσική και χορός είναι μια κεφολονίτικη διασκευή της “Ματζούρκας” ή άλλου ευρωπαϊκού χορού). Ο Συρτός είναι χορός αγαπημένος για την όμορφη μουσική και το μπρίο του. Χορευόταν και χορεύεται κι’ από τα δύο φύλα, άλυσση, όπως ο Μπάλος. Κι εδώ το βάρος του χορού πέφτει στον πρωτοχορευτή, που έδειχνε όλα τα “τσαλίμια” του. Τραβούσε κι ο 15σύλλαβος, που επέτρεπε εύκολον αυτοσχεδιασμό στη ρίμνα (ρίμα), κολακευτική ή σατιρική.

Είχε δύο μέρη: το άνοιγμα, με ένα 8σύλλαβο δίστιχο και το τσάκισμα, μ’ ένα 15σύλλαβο δίστιχο. Το τραγούδι, όπως σ’ όλους τους χορούς, ακουόταν πρώτα από τον τραγουδιστή κι έπειτα από το “κόρο” του χορού, διαδοχικά. Κατά κανόνα, το πρώτο άνοιγμα ήταν η αρχή του τραγουδιού: “Κάτου στο γιαλό”, που συλλαβιζόταν έτσι:

Κά-α τού – στο γιάλο, καατού στο,

κατού στο πέρα πέρι-γιάαλι.

Κάτου στό-ο γιαλό, κοντή,

νερατζού-ουλα φούντωτή!…

Κι ακολουθούσε στρωτό τσάκισμα:

Δώσ’ του πάνω, δώσ’ του πέρα

δώσ’ του φουστανιού σ’ αγέρα.

3. Οι Γύρες

Ο χορός αυτός, γνήσια ελληνικός (και ιδιαίτερα επτανησιακός) ελεγόταν και Διπλός, και μάλιστα δύο ειδών: Απλός και Σταματιστός. Χορευόταν και χορεύεται πολύ, γιατί έχει χάρη και σύντομη διαδοχή, γοργότητα και ανάσα. Το τραγούδι του ήταν σε 15σύλλαβο δίστιχο, και κάθε στίχος έπιανε ολόκληρη χορευτική στροφή. Το πρώτο ημίστιχο κάθε στίχου ήταν “άνοιγμα” και το δεύτερο ημίστιχο, το “τσάκισμα”.

4. Ο Κουτσός

Κι’ αυτός γνήσια ελληνικός, μοιάζει σε σκοπό και σε κινήσεις άλλων ελληνικών χορών. Ο ρυθμός του έχει ένα χαρούμενο λίκνισμα που αρέσει πολύ. Και τα δύο είδη είχαν το καθένα τους δύο μέρη: το “άνοιγμα” και το “τσάκισμα’. Για τον Κουτσό Απλό, το μόνο τραγούδι που θυμάμαι, είναι από … την πολεμική εκστρατεία του Μεγάλου Ναπολέοντα, στην Ρωσία.

Τσ’ εικοστρείς του Απριλιού

μέρα ήτανε τ’ Αη Γιωργιού,

τη Μόσχα πάν’ να πάρουνε

και να την “πατρονάρουνε”.

Κι’ εμετρηθήκανε σωστά

κι’ ο Μποναπάρτης ομπροστά.

Για τον Κουτσό Σταματιστό, το πιο αγαπητό τραγούδι του χορού αυτού, αληθινά όμορφο στα λόγια και στη μουσική του, ήταν:

– Πού πας, καημένε μέρμηγκα

γιε που πας, κατακαημένε,

με τ’ αλέτρι φορτωμένε.

– Πάω ‘κεί πέρα στην πλαγιά

το χωράφι ν’ αλατρέψω

και τ’ αμπέλι να κλαδέψω.

Ακολουθούσαν στίχοι με ευχάριστη απαρίθμηση γεωργικών εργασιών που δεν καλοθυμάμαι.

5.Ο Καλαματιανός

Η επικοινωνία των Κεφαλλήνων εργατών με τον Μωριά έφερνε στην Κεφαλονιά τραγούδια και χορούς που εγκλιματίζονταν στο νησί μας. Τέτοιος ο Καλαματιανός χορός, πανελλήνιος.

6.Ευρωπαϊκοί χοροί

Στα παιδικά μου χρόνια, χοροί ευρωπαϊκοί στο χωριό μου δεν πολυσυνηθίζονταν. Ισως γιατί, σαν αγκαλιαστοί χοροί, δεν συμβιβάζονταν με την αυστηρότητα των εθίμων. Χορεύονταν μόνο από τους άνδρες, και μόνο “πόλκα” και “ματζούρκα”. Σιγά-σιγά όμως, ιδίως μετά τον 1ο Μεγάλον Πόλεμο (του 1914) εξευρωπαϊσθηκε και το χωριό κι’ εχόρεψε όπως εχόρεψε και όλο το νησί. Οι “σκοποί” της πόλκας στα παιδικά μου χρόνια τραγουδιόνταν στα Βιλλατόρια, και μερικά τραγούδια έγιναν πολυαγαπημένες καντάδες.

Το παιγνιδιάρικο τραγούδι της Πόλκας:

Παίρνω το καλαμίδι μου, Πυρουλή, Λάουρα

και πάω να ψαρέψω, Κουναμπέλα, Σινιορά.

Κι ‘ εκεί οπού εψάρευα, Πυρουλή, Λάουρα,

ψαρεύω ένα λαυράκι, παϊτσικιτζέλα, παϊτσικιτζά!

Από τα τραγούδια της Μαζούρκας θυμάμαι το:

Πάρτε, κοπέλες μου, άνθη, λουλούδια

ρόδα τριαντάφυλλα και μυρουδιές.

Θυμάμαι και τούτο, αλλά κανταδίστικο:

Λάμπει μέσ’ στο γιαλό το χρυσαστέρι

το κύμ’ ατάραχο τη βάρκα σέρνει

φυσά ο ζέφυρος, γλυκά το κύμα

η γης είν’ έρημη, μοιάζει με μνήμα.

Ελα να φύγουμε, μακριά στα ξένα

έλα μ’ εμένα, έλα μαζί.

Ωραιότατη νυχτωδία, από τα αγαπημένα τραγούδια της Κεφαλονιάς.

7. Καντάδες

Στα παιδικά μου χρόνια, στο χωριό τραγουδιόνταν πολύ οι αριέτες (έτσι λεγόνταν), τύπου τζαντιώτικου, με δίστιχα 15σύλλαβα και σε μοτίβα παθιάρικα. Τέτοια θυμάμαι:

Οφις μεγαλοκέφαλος μ’ έχει περισφιγμένον

και στα σγουρά σου τα μαλλιά μ’ έχει περιπλεγμένον.

Ζακυνθινό ‘ταν το νερό, ζακυθιανή κι’ η βρύση

ζακυθιανή κι’ η Μαριγώ (ή η κοπελιά) που πάει ναν τη γεμίσει.

Δημήτριος Λουκάτος

(αποσπάσματα από το άρθρο του “Χοροί και τραγούδια της Κεφαλονιάς από χειρόγραφο του 1954 του Γεράσιμου Π. Αντωνακάτου (1886-1961), Επτανησιακά Φύλλα, Ζάκυνθος 1999)

email