To Δημοτικό θέατρο “Κέφαλος” κατά την Ιταλογερμανική Κατοχή

Δημοτκό θέατρο "Κέφαλος"

Δημοτκό θέατρο “Κέφαλος”

Το Θέατρο Αργοστολιού «Ο Κέφαλος»  είχε υποστεί κατά τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου 1940-41 σοβαρές ζημιές από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς . Οι ιταλικές, βέβαια, φασιστικές αρχές κατοχής της Κεφαλονιάς από την πρώτη κιόλας περίοδο της εγκατάστασής τους στο νησί αποφάσισαν να το επιδιορθώσουν και να το εξωραΐσουν, για να το χρησιμοποιήσουν προφανώς για τους δικούς τους προπαγανδιστικούς σκοπούς: απέβλεπαν μέσα από τη διοργάνωση διαφόρων εκδηλώσεων στο χώρο αυτό να πείσουν τους Κεφαλονίτες για το ενδιαφέρον της φασιστικής Ιταλίας γι’ αυτούς και να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα, ώστε να δεχθούν οι κάτοικοι του νησιού φυσιολογικά την ενσωμάτωσή τους μαζί με τα υπόλοιπα Επτάνησα στο ιταλικό κράτος, όπως άλλωστε προέβλεπε το στρατηγικό σχέδιο του Μουσολίνι.

Έτσι, το Σεπτέμβριο του 1941 με εντολή του αρχηγού των Πολιτικών Υποθέσεων των Ιόνιων νησιών Pietro Parini «ήρχισεν […] εντατική εργασία διά τον εξωραϊσμόν και τον καλλωπισμόν» του Θεάτρου «μερίμνη και εξόδοις της Ιταλικής Διοικήσεως» . Η τελευταία, για να δείξει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της γι’ αυτό το έργο, εκπροσωπήθηκε κατά την έναρξη των εργασιών με τον Ιταλό πολιτικό διοικητή του νομού Salvo Salvoni, ο οποίος και επιδίωξε την επιτάχυνση των εργασιών . Χάρη στη «φασιστικήν γενναιοδωρίαν», όπως έγραψε η ιταλόφρονη εφημερίδα του νησιού Νέα Κεφαλληνία, η ανακαίνιση υπήρξε ριζική, καθώς επισκευάστηκαν οι τοίχοι και τα πατώματα του κτιρίου, χρωματίστηκε εσωτερικά και εξωτερικά και έγινε νέα διαρρύθμιση της σκηνής . Και τις αρχές του Οκτωβρίου το Θέατρο ήταν έτοιμο να φιλοξενήσει καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και ποικίλες άλλες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις .

Η πρώτη εκδήλωση στο ανακαινισμένο ήδη Θέατρο ήταν μουσική συναυλία διοργανωμένη από το Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων (Ufficio Affari Civili) στις 7 Οκτωβρίου 1941. Σύμφωνα με το πρόγραμμα τραγούδησαν η Ιταλίδα σοπράνο Τίνα Νταλιάνι, ο Ιταλός τενόρος Giovanni Mazzieri και το τρίο των καθηγητών Ambrogi, Μεταλληνού και Δελληγιανάκη στους ρυθμούς που έπαιξε η ιταλική Στρατιωτική Μουσική . Η δεύτερη εκδήλωση στις 3 Νοεμβρίου 1941 ήταν ερασιτεχνική θεατρική παράσταση διοργανωμένη από τη Στρατιωτική Διοίκηση του νησιού και συγκεκριμένα δύο μονόπρακτες επιθεωρήσεις του 17ου Πεζικού Συντάγματος της Μεραρχίας Acqui γραμμένες από τον Ιταλό δικηγόρο-υπολοχαγό Raffaele di Muro («Προσοχή! Γυρίζουμε, ή Για όλα υπάρχει το φάρμακο» και «Κι οι βιολέττες ακόμη στενάζουν από αγάπη») και παιγμένες από Ιταλούς ερασιτέχνες ηθοποιούς με τη συνοδεία ορχήστρας με διευθυντή τον Ιταλό μαέστρο Bruno Ambrogi .

Οι δημοσιογραφικές κριτικές για τις δύο παραπάνω εκδηλώσεις υπήρξαν υπερβολικά εγκωμιαστικές, καθώς προέρχονταν αποκλειστικά από τη φασιστική εφημερίδα Νέα Κεφαλληνία. Η συναυλία χαρακτηρίστηκε «εξαιρετική» και το πρόγραμμά της «θαυμάσιον», «πλουσιώτατον και αψόγως εκτελεσθέν», το οποίο «κατέλθεξεν πάντας και προκάλεσε τα συνεχή και ενθουσιώδη πάντων χειροκροτήματα» . Η θεατρική παράσταση χαρακτηρίστηκε «έκτακτη», καθώς οι δύο μονόπρακτες επιθεωρήσεις «ήσαν εξυπνόταται και θεαματικώταται», η ορχήστρα «απαράμιλλη», και όλοι οι εκτελεστές «αποδώσανε συνειδητά και άψογα τους καλλιτεχνικούς των ρόλους» .

Και οι δύο καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, που το Θέατρο «Ο Κέφαλος» φιλοξένησε τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1941, είχαν «φιλανθρωπικό σκοπό»: πραγματοποιήθηκαν για την ενίσχυση των μαθητικών συσσιτίων. Τα τελευταία, δημιουργημένα μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής των αρχών κατοχής, άρχισαν να λειτουργούν εκείνη ακριβώς την περίοδο με τη διανομή ψωμιού και σταφίδας στους μαθητές των δημοτικών σχολείων, στην πραγματικότητα βέβαια χρησιμοποιήθηκαν από τους κατακτητές με τη βοήθεια των ντόπιων υποστηρικτών τους για προπαγανδιστικούς σκοπούς, να φανεί δηλαδή το ενδιαφέρον των πρώτων προς την ευαίσθητη κατηγορία των μαθητών..

Για την πλατύτερη, λοιπόν, γνωστοποίηση αυτού του «θεσμού» και την οικονομική ενίσχυσή του η ιταλική Πολιτική Διοίκηση, αξιοποιώντας έξυπνα το ανακαινισμένο Θέατρο, οργάνωσε τις παραπάνω εκδηλώσεις προκαλώντας τα θετικότατα σχόλια της τοπικής ιταλόφρονης εφημερίδας και τις ευχαριστίες της προς τους διοργανωτές: «Εκ μέρους της κοινωνίας μας εκφράζουμε τα θερμά μας συγχαρητήρια και τας ευχαριστίας μας προς την Ιταλικήν Πολιτικήν Διοίκησιν διά την φιλάνθρωπον και προαγωγικήν δράσιν της», καθώς εξάλλου «ο φιλανθρωπικός σκοπός επετεύχθη συναθροισθέντος ποσού πλέον των 22.000 δραχμών».«[οφείλουμε] την ευγνωμοσύνην μας προς τον Συν/χην κ. Ντελόγκου για την ωραίαν και φιλανθρωπικήν δράσιν του 17ου Συντάγματος», άλλωστε «[…] ο σκοπός της [θεατρικής παράστασης] ήταν ιερός και φιλανθρωπικός και γι’ αυτό άξιζε κάθε υποστηρίξεως και είναι αξιέπαινοι οι Ιταλοί διοργανωταί της», ενώ εξάλλου «και από οικονομικής απόψεως η παράστασις επέτυχε πλήρως».

Είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω επαινετικά σχόλια της εφημερίδας εντάσσονταν μέσα στους προπαγανδιστικούς σκοπούς της ιταλικής κατοχικής Διοίκησης: να προβληθούν ως άρτιες και υψηλού επιπέδου οι ιταλικές γενικά εκδηλώσεις και να εξοικειωθεί ο ντόπιος πληθυσμός με τα ιταλικά πολιτιστικά δημιουργήματα, να καλλιεργηθεί στους Κεφαλονίτες κλίμα συμπάθειας προς την ιταλική Διοίκηση, η οποία δείχνει έμπρακτα το ενδιαφέρον της για την πολιτιστική διαπαιδαγώγησή του μέσα από την ανακαίνιση του Θεάτρου «Ο Κέφαλος» και την πραγματοποίηση ποικίλων ψυχαγωγικών εκδηλώσεων αλλά και για τη μέριμνά της για το μαθητόκοσμο του νησιού.

Ωστόσο, άξια παρατήρησης και σχολιασμού είναι επιπλέον η παρακάτω εκτίμηση και πρόταση της εφημερίδας, πρόταση που σίγουρα εκπορευόταν από την ιταλική προπαγάνδα. Το ιταλόφρονο έντυπο, με την ευκαιρία της δεύτερης εκδήλωσης, συγκρίνει την ιταλική θεατρική παράσταση με παλαιότερες κεφαλονίτικες ερασιτεχνικές παραστάσεις, για να τη χαρακτηρίσει αρκετά σπουδαιότερή τους (: «αποκαλυπτόμεθα προ της ανωτερότητος και τελειότητος των Ιταλών») και να επισημάνει την αναγκαιότητα μαθητείας των ντόπιων στους Ιταλούς, τους οποίους οφείλουν να μιμηθούν (: «πρέπει να μαθητεύσωμεν [στους Ιταλούς] για να μπορέσουμε μια μέρα να τους μιμηθούμε»). Και καταλήγει η εφημερίδα στην πρόταση «διοργανώσεως μικτών παραστάσεων με συμμετοχήν εντοπίων ερασιτεχνών, διά την δημιουργίαν ενός μονίμου [ιταλο-κεφαλονίτικου] καλλιτεχνικού ομίλου».

Φαίνεται, όμως, ότι η παραπάνω πρόταση έπεσε στο κενό: δεν υπήρξε κάποια ανταπόκριση από την πλευρά των κεφαλονίτικων ερασιτεχνικών σχημάτων ή μεμονωμένων ερασιτεχνών καλλιτεχνών, καθώς απουσιάζει οποιαδήποτε σχετική αναφορά στα επόμενα φύλλα της εφημερίδας. Ο λαός του Αργοστολιού και γενικότερα του νησιού με την αδιαφορία του απέρριψε τη συγκεκριμένη πρόταση. Αλλά και οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στο Θέατρο «Ο Κέφαλος» δε φαίνεται να είχαν τη λαϊκή ανταπόκριση που περίμεναν οι διοργανωτές τους, γιατί όλο και σπανίζουν οι σχετικές αναφορές στον τύπο της εποχής για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στον «Κέφαλο», ο οποίος θα λειτουργεί στο εξής κυρίως ως κινηματογραφική αίθουσα για την ψυχαγωγία των Ιταλών στρατιωτών . Σίγουρο, επομένως, πρέπει να είναι ότι εκείνες τις εκδηλώσεις, εκτός από τις κατοχικές ιταλικές αρχές, τις παρακολούθησαν από την κεφαλονίτικη πλευρά οι τεταρταυγουστιανές αρχές που διατήρησαν οι κατακτητές και όσοι άλλοι ιταλόφρονες Κεφαλονίτες, συνεργάτες των κατακτητών, επάνδρωσαν διάφορους φορείς και υπηρεσίες. Αντίθετα, από το λαό του Αργοστολιού αντιμετωπίστηκαν, όπως βεβαιώνει άνθρωπος που γνώριζε τα πράγματα, όχι μόνο με αδιαφορία αλλά και με σάτιρα, γελοιοποίηση και ειρωνεία .

Δημοσιεύτηκε στην περιοδική επιστημονική έκδοση της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών ¨Κεφαλληνιακά Χρονικά”, τ. 12 (2009-2010), Αφιέρωμα στον Σπύρον Α. Ευαγγελάτον, σσ. 347-351]

Πέτρος Πετράτος

email
Πηγή άρθρου: petrospetratos.blogspot.gr/