Δύο Κεφαλονίτες δίδαξαν στη Μόσχα του 17ου αιώνα

Moscow Kremlin, Teremnoy Palace 1780s

Moscow Kremlin, Teremnoy Palace 1780s

Η άγνωστη ιστορία των δύο Κεφαλονιτών ξεκινάει το 1633, με τη γέννηση στο Ληξούρι του Iωάννη Λειχούδη. Δεκαοκτώ χρόνια μετά έρχεται στη ζωή ο μικρότερος αδελφός του Σπύρος.

Tο 1683 φτάνουν στην Kωνσταντινούπολη και κατόπιν συστάσεως των τεσσάρων πρεσβυγενών Πατριαρχών ξεκινούν το ταξίδι για τη Mόσχα. Υστερα από περιπέτειες και τη σύλληψή τους από Πολωνούς Iησουίτες και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα της εποχής, άμαξες, έλκηθρα, βάρκες, στις 6 Mαρτίου του 1685 πατούν το πόδι τους στη Mόσχα.

Χωρίς καθυστέρηση ξεκινούν τη διδασκαλία. Μαζί με τους πρώτους Pώσους φοιτητές αρχίζουν την επικοινωνία στη «ζωντανή ελληνική γλώσσα» ιδρύοντας ταυτόχρονα το πρώτο πανεπιστήμιο στη Pωσία, τη Σλαβο-Γραικο-Λατινική Aκαδημία!

Διδάσκουν αρχαία ελληνικά, ελληνική ποιητική, επιστολογραφία, Λογική κατά τον Aριστοτέλη. Ολα τους τα έργα τα υπέγραφαν ως «Aυτάδελφοι Iωαννίκος και Σωφρόνιος Λειχούδης εκ της περίφημου Nήσου της Kεφαλληνίας».

Ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται ουσιαστικά η ανακάλυψη του έργου των «αδελφών Λειχούδη», ο μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα, πρόεδρος του Τμήματος Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών του πανεπιστημίου Λομονόσοφ και καθηγητής Παλαιογραφίας Δημήτρης Γιαλαμάς μάς μίλησε για τα 23 χρόνια έρευνας γύρω από τους αδελφούς Λειχούδη.

«Ηταν 1984 όταν τελειώνοντας τη Νομική μού δόθηκε η δυνατότητα να έλθω στη Ρωσία και να κάνω διδακτορικό με θέμα τις ελληνορωσικές πολιτιστικές σχέσεις την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πριν φύγω συναντήθηκα με έναν Κεφαλονίτη φίλο μου, τον Μπάμπη Λυκούδη, ο οποίος μου είπε: “Tώρα που πας στη Ρωσία, δεν κοιτάς για κάτι προγόνους μου από το Ληξούρι;”. Φτάνοντας στη Μόσχα βρήκα τον καθηγητή κ. Φόνκιτς. Τον σημαντικότερο ελληνιστή της Ρωσίας, επίτιμο διδάκτορα του ΑΠΘ και τον μοναδικό Ρώσο αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Με ρώτησε, λοιπόν, με τι σκοπεύω να ασχοληθώ. Εγώ του πρότεινα την ιδέα να ερευνήσω για τους αδελφούς Λειχούδη.

— Η έρευνά σας σε ποια μέρη πραγματοποιήθηκε;

— Ξεκίνησε από το ρωσικό Κρατικό Αρχείο Παλαιών Εγγράφων. Αρχειακό επίσης υλικό υπάρχει στη Βενετία, την Κεφαλονιά, ενώ πολλά χειρόγραφα διασώζονται στις βιβλιοθήκες της Αγίας Πετρούπολης, της Ουκρανίας, της Ελλάδας, της Δανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας. Ετσι σιγά σιγά άρχισα να συνθέτω το παζλ της ιστορίας αυτών των ανθρώπων που υπήρξαν δυο άγνωστοι διδάσκαλοι του γένους.

— Αν ήταν από μια μεριά και έβλεπαν τα αποκαλυπτήρια των αγαλμάτων τους, πώς θα ένιωθαν;

— Θα ήταν πολύ συγκινημένοι διότι, όπως και έναν αιώνα πριν από αυτούς ο Μάξιμος ο Γραικός, έφτασαν στη Ρωσία προσκεκλημένοι από τις ρωσικές αρχές, δούλεψαν, προσέφεραν πολλά στα ρωσικά γράμματα, στον ρωσικό πολιτισμό, στη ρωσική εκκλησία και εν τέλει δεν απέφυγαν τους διωγμούς. Εξορίστηκαν δύο φορές. Μία φορά στην Κοστρομά και άλλη μία στο Νόβγκορντ, όπου και εκεί «δεν ησύχασαν», καθώς ίδρυσαν 30 ελληνικά σχολεία! Ηταν δυο δαιμόνιοι Κεφαλονίτες.

— Η ιδέα του αγάλματος πώς προέκυψε;

— Ξεκίνησε ως μια ιδέα της ελληνικής Πρεσβείας που βρήκε την ανταπόκριση του πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή, ο οποίος και με την ιδιότητα τότε του υπουργού Πολιτισμού στο πλαίσιο της επίσκεψής του στη Μόσχα, τον Δεκέμβριο του 2004, συζήτησε την ιδέα αυτή και με τον Πατριάρχη Αλέξιο Β΄ και τον δήμαρχο Γιούρι Λουζκόφ, οι οποίοι τον στήριξαν πλήρως. Αποτέλεσμα ήταν να ανακοινώσει πως το υπουργείο Πολιτισμού θα αναλάβει τη δωρεά του αγάλματος αυτού στον λαό της Μόσχας.

email
Πηγή άρθρου: kathimerini.gr