H άγνωστη ιστορία τριών Κεφαλονιτών

Μονάδες της Μεραρχίας ACQUI στην πλατεία Βαλλιάνου στο Αργοστόλι

Μονάδες της Μεραρχίας ACQUI στην πλατεία Βαλλιάνου στο Αργοστόλι

Η ιστορία των τριών ανθρώπων που περιγράφεται ακολούθως, είναι εν πολύς , άγνωστη. Τρεις εκ των κορυφαίων πρακτόρων (ένας προσκείμενος στους συμμάχους, ένας προσκείμενος στους Γερμανούς και ο μεγαλύτερος διπλός πράκτορας) που έδρασαν κατά την κατοχή της Χώρας μας στην περίοδο 1941 – 1944, είχαν ένα κοινό.

Ήταν Κεφαλονίτες.

Για αυτό τον λόγο, ακολουθεί σύντομη περιγραφή των στοιχείων, χωρίς να θέλουμε να μπούμε σε πολιτικούς σχολιασμούς.

Γεράσιμος Αλεξάτος

Γεννημένος στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, στις αρχές του 20ου αιώνα, αρχικά δραστηριοποιήθηκε στο εμπόριο, κάνοντας πολλά ταξίδια, κυρίως στον χώρο της Μέσης Ανατολής. Περίπου το 1938 συνεργάσθηκε με Βρετανούς εμπόρους, οι οποίοι των μύησαν στα άδυτα των Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Τον έχουν χαρακτηρίσει αμόρφωτο λαθρέμπορο, αλλά ο ιστορικός κ. Γερολυμάτος, διαβάζοντας τις καλογραμμένες εκθέσεις του Αλεξάτου, αμφιβάλλει για το αν επρόκειτο πράγματι για έναν αμόρφωτο λαθρέμπορο. Σίγουρα, πάντως, ο «Οδυσσέας» όπως ήταν το ψευδώνυμό του, κινείτο σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες στον «Προμηθέα» – τον βενιζελικό Ευριπίδη Μπακιρτζή ή «κόκκινο συνταγματάρχη», στον οποίο εμπιστεύτηκε έναν ασύρματο, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα με την είσοδο των Γερμανών.

Διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, όταν το Απρίλιο του 1942, έφτασε στην Ελλάδα με μυστική αποστολή, ως σύνδεσμος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών (SOE) και εντολή τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για τη συγκρότηση ανταρτοομάδων. Επιχειρήματά του, το πλούσιο πολεμικό υλικό και ένα σημαντικό ποσό χρυσών λιρών, που θα διευκόλυναν τους ενδιαφερομένους να πειστούν για τη διενέργεια του εγχειρήματος.

Με προτροπή του Αλεξάτου, ο πλοίαρχος Αλ. Λεβίδης, αρχηγός μιας μεγάλης οργάνωσης φυγαδεύσεων, προσκάλεσε ορισμένους εξέχοντες αξιωματικούς, με στόχο να πεισθούν να αναλάβουν την ηγεσία των ανταρτοομάδων. Από τους παρευρεθέντες, ο παλαιός πλαστηρικός Κ. Βεντήρης, εκπρόσωπος ενός κύκλου γύρω από τον στρατηγό Κ. Μανέτα, αρνήθηκε κάθε σχετική πρωτοβουλία ως «πρόωρη και βλαβερή», υποστηρίζοντας ότι και η ελαχίστη ωφέλεια που θα προέκυπτε θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τα αντίποινα των κατακτητών. Αντίθετα, ο Μπακιρτζής και ο Ψαρρός έδειξαν προθυμία και μάλιστα διαβεβαίωσαν ότι και οι απόντες, Σαράφης και Ζέρβας, ήταν έτοιμοι να «μοιραστούν» μαζί τους, την ηγεσία του Αντάρτικου στην Κεντρική Ελλάδα.

Ταυτόχρονα, όμως, δήλωσαν κατηγορηματικά ότι κανένας τους, δεν επρόκειτο να αναλάβει αποστολή, σε περίπτωση που το Κάιρο τους ζητούσε συνεργασία με το ΕΑΜ ή έδινε παρόμοια εντολή «στους κομμουνιστές». Έτσι, παρά τις αντιρρήσεις του Λεβίδη, απορρίφθηκε η πρόταση του Αλ. Σεφεριάδη, να ηγηθούν δηλαδή των σχεδιαζόμενων ενόπλων τμημάτων του ΕΑΜ αξιωματικοί «δημοκρατικής» προέλευσης.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο Αλεξάτος διοργάνωσε νέα συνδιάσκεψη. Τη φορά αυτή συμμετείχαν και οι Ζέρβας, Πυρομάγλου και Κουτσογιαννόπουλος, αρχηγός του «Προμηθέα ΙΙ», ενώ απουσίαζε ο Λεβίδης. Οι παριστάμενοι, συμβιβάσθηκαν με κάποια τροποποίηση ως προς την κατανομή των «σφαιρών επιρροής». Ο Ζέρβας ανέλαβε τη συγκρότηση ανταρτοομάδων στην Ήπειρο και Δ. Στερεά Ελλάδα, ενώ ο Ψαρρός στην υπόλοιπη Ρούμελη. Όσο για τη Θεσσαλία, δεν τοποθετήθηκε ο Σαράφης, που ήδη είχε αναχωρήσει για εκεί, προκειμένου να προωθηθούν δύο συνταγματάρχες του ΕΔΕΣ.

Ο Μπακιρτζής προσπάθησε να αναλάβει γενικός αρχηγός όλου του ένοπλου αγώνα, εγκαθιστώντας το -αρχικά κινητό- στρατηγείο του στην περιοχή Γκιώνας-Παρνασσού. Όμως το ΕΑΜ είχε ήδη οργανώσει τον ΕΛΑΣ στην περιοχή της Ρούμελης με τον Άρη Βελουχιώτη. Αυτό το γνώριζαν οι Βρετανοί, για αυτό και όταν ειδοποιήθηκαν από τον Αλεξάτο ότι οι συζητήσεις και οι συσκέψεις δεν οδηγούσαν πουθενά, έδωσαν εντολή να χρηματοδοτηθούν μόνο οι οργανώσεις ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ.

Ο Ζέρβας δεν ικανοποιήθηκε από το ποσό των χρημάτων που αρχικά πήρε, ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με τον Αλεξάτο και μάλιστα τον απείλησε. Φοβούμενος για την ζωή του , αφού είχε και μεγάλο ποσό χρυσών λιρών, ο Κεφαλονίτης ζήτησε καταφύγιο και προστασία από τις αριστερές οργανώσεις. Στα τέλη του 1942 αποσπάσθηκε στο Καϊρο. Μετά το τέλος του Πολέμου, τα ίχνη αυτής της αινιγματικής προσωπικότητας, χάνονται οριστικά.

Κωνσταντίνος Τσίμπας

Με καταγωγή από την Κεφαλονιά, υπηρέτησε το 1918 στον Βρετανικό Στρατό και εν συνεχεία, ταξίδεψε κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, σε μελέτη του ιστορικού Ιάκωβου Χονδροματίδη « Οι κατάσκοποι του Χίτλερ» σελ. 73.

Μιλώντας με ευχέρεια τρεις ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά) απέκτησε πολύ σύντομα την φήμη του κοσμικού. Το 1923 πλαστογράφησε ένα πιστοποιητικό ανώτερου αξιωματικού του Ναυτικού και κυκλοφορούσε με αυτό. Ασχολήθηκε και με τον καλλιτεχνικό χώρο. Σαν ιμπρεσάριος στην Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1932, ανακάλυψε ως τραγουδίστρια την Σοφία Βέμπο (όταν την άκουσε να τραγουδά στην πλώρη του πλοίου Α/Π ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ, με το οποίο η Σοφία ταξίδευε από τον Βόλο προς την Θεσσαλονίκη, για να συναντήσει τον αδελφό της Τζώρτζη) και της πρότεινε να εμφανιστεί στο μεγάλο κοσμικό κέντρο «Αστόρια» της πόλης.

Στην Αθήνα έμενε στην οδός Σόλωνος 108 και εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως ανταποκριτής ξένων εφημερίδων. Παντρεύτηκε την ηθοποιό Αγγελική Κοτσάλη. Από πολύ νωρίς είχε έρθει σε επαφή με την γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα και την ομάδα κατασκόπων που είχε δημιουργηθεί. Με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, εντάχθηκε στην Γερμανική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία (GFP) και τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος μιας υπηρεσίας της, στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Κύρια αποστολή του, η ανακάλυψη Άγγλων Αξιωματικών που είχαν μείνει στην Ελλάδα ή και πρακτόρων. Ήταν τόσο πανούργος , ώστε είχε φθάσει στο σημείο να ναυλώσει ιστιοφόρα για δήθεν μεταφορά Άγγλων ή Ελλήνων, υποτίθεται στην Μέση Ανατολή, κάτι που ουσιαστικά οδηγούσε την σύλληψή τους. Μαζί με την σύζυγό του, ακολούθησαν τα Γερμανικά Στρατεύματα, κατά την αποχώρήσή τους και εγκαταστάθηκε στην Βαϊμάρη.

Τον Απρίλιο του 1945 συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα. Παρέμεινε σε αμερικανικές φυλακές και τον Μάρτιο του 1946 μεταφέρθηκε στην Ελλάδα. Καταδικάσθηκε τρεις εις θάνατον , αλλά δεν εκτελέσθηκε και παρέμεινε στις φυλακές Καλλιθέας, από όπου αποφυλακίσθηκε το 1950. Μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του , πίστευε ότι το συμφέρον της Ελλάδος ήταν στο πλευρό των γερμανών , κάτι που διαπιστώνεται και σε επιστολή του, προς τον τότε Πρόεδρο της Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Πολίτου, κ. Νινατσιό την οποία έστειλε το 1949.

Ζήσιμος Παρτίδος

Με καταγωγή από το Ληξούρι, γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1926 , όπου ο πατέρας του, υπηρετούσε ως διπλωματικός υπάλληλος στην Ελληνική Πρεσβεία. Τα παιδικά του καλοκαίρια, τα περνούσε στην Κεφαλονιά με την οικογένειά του. Σπούδασε σε σχολεία της Θεσσαλονίκης και έμαθε γρήγορα Σερβικά, Γερμανικά, Γαλλικά και Ιταλικά. Το 1936 εντάχθηκε στην Ε.Ο.Ν. Μαθητής σε Γυμνάσιο της Αθήνας, όταν ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, υπηρέτησε στην επίβλεψη συσκοτίσεως στην περιοχή Αγ. Νικολάου Αθηνών, στα Πευκάκια.

Το 1942 ανέλαβε υπηρεσία στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και γνωρίστηκε με την κ. Αλεξάνδρα Ζάννα και τον τότε υπαστυνόμο Μητρόπουλο της Αστυνομίας Πόλεων, ο οποίος είχε αρχίσει να δρα αντιστασιακά. Άριστος γνώστης των γερμανικών, επιστρατεύθηκε ως διερμηνέας από τα κατοχικά στρατεύματα. Κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του Γερμανικού Φρουραρχείου, αλλά και ανθρώπων της γερμανικής πρεσβείας , κατόρθωσε να έχει πρόσβαση σε αρχεία των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών και να παραδώσει αντίγραφο καταλόγου των καταδοτών και συνεργατών των γερμανών, στον Υπαστυνόμο Μητρόπουλο. Τον Ιούλιο του 1943, επιλέχθηκε ως διερμηνέας , από τον Λοχαγό Χόλμαν, Διοικητή Τάγματος της Μεραρχίας Bradenbourg , προκειμένου να ακολουθήσει ένα ειδικό τάγμα με γερμανούς και συνεργάτες τους, στα βουνά προς καταδίωξη των ανταρτών. Κατόπιν συνεργασίας του με τους Ιωάννη Μαρτσέλλο (και αυτός Κεφαλονίτης) και Ιωάννη Κωστόπουλο συνδέθηκε με την ηρωϊδα της αντίστασης Λέλα Καραγιάννη , η οποία του πρότεινε να συνεχίσει να υπηρετεί στο τάγμα της Μεραρχίας Bradenbourg, παίζοντας όμως πλέον τον ρόλο του διπλού πράκτορα. Έκτοτε οι Ελληνικές Αντιστασιακές οργανώσεις , γνώριζαν πλήρως τις κινήσεις του Τάγματος αυτού.

Στα κατορθώματά του αναφέρεται η ματαίωση σχεδίου των Γερμανών να επιφέρουν αναστάτωση σε ομάδες ανταρτών, με έλληνες συνεργάτες των γερμανών ντυμένους με ανταρτικά ρούχα, όπως και η προειδοποίηση στην Καραγιάννη, για επικείμενη επίθεση των γερμανών στην Αράχωβα. Τραυματίσθηκε σε μάχη και με κλονισμένη την ψυχική του υγεία , μεταφέρθηκε με νοσοκομειακό τρένο στην Γερμανία από την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1944.

Παρέμεινε για ανάρρωση στα Γερμανοελβετικά σύνορα, ενώ αρχές του 1945, βρέθηκε να πολεμάει στα σύνορα Ρουμανίας – Αυστρίας. Κατά την υποχώρηση των γερμανών από την Βιέννη κινήθηκε προς το Μάλνιτς της Γερμανίας, όπου και συνελήφθη από τις Βρετανικές Δυνάμεις που είχαν καταλάβει την περιοχή. Ανακρινόμενος από Βρετανούς πράκτορες αποκάλυψε την ταυτότητά του και στοιχεία, που αποδείκνυαν την επαφή του με την Καραγιάννη, η οργάνωση της οποίας ήταν γνωστή στους αντιστασιακούς κύκλους με το ψευδώνυμο «Μπουμπουλίνα». Επέστρεψε στην Ελλάδα, μέσω Ιταλίας και στην Αθήνα στα τέλη 1945 πληροφορήθηκε το θάνατο της ηρωϊδας της αντίστασης. Πέθανε στην Αθήνα.

Τα στοιχεία προέρχονται από την διάλεξη «Ο σκιώδης πόλεμος: Κατασκοπεία στην κατεχόμενη Ελλάδα, 1941-1944» που έδωσε το 2014 στο Κολλέγιο Deree, ο συμπατριώτης μας ιστορικός Ανδρέας Γερολυμάτος και από την ακόλουθη βιβλιογραφία:

«Ήρωες και προδότες στην κατεχόμενη Ελλάδα» Τάσου Κοντογιαννίδη

«Οι κατάσκοποι του Χίτλερ» του ιστορικού Ιάκωβου Π. Χονδοματίδη

« Κατάσκοποι και Σαμποτέρ στην κατεχόμενη Ελλάδα (1941-1944)» του Γεωργίου Νικολούδη , Έκδοση για το περιοδικό «Ιστορικά Θέματα»

email