Η αρχαία Κεφαλλονιά

Χάρτης της Αρχαίας Κεφαλλονιάς

Χάρτης της Αρχαίας Κεφαλλονιάς

Η Κεφαλλονιά, το μεγαλύτερο από τα νησιά του νοτίου Ιονίου Πελάγους ανάμεσα στη Λευκάδα, την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο, ξεχωρίζει για τον επιβλητικό ορεινό όγκο του βουνού της, του Αίνου, με το υψόμετρο των 1.620 μ. και με το δάσος των ιδιότυπων ελάτων.

Καθώς το νησί κείται στην έξοδο του Κορινθιακού Κόλπου, υπήρξε ήδη από την αρχαιότητα η πρώτη «σκάλα» για το ταξίδι προς τη Σικελία και την Κάτω Ιταλία στα δυτικά και προς τις ακτές της Αδριατικής θάλασσας στα βόρεια.

Η παρουσία του ανθρώπου στο νησί επισημαίνεται κατά την Εποχή του Λίθου πολλές χιλιετίες πριν από τη γέννηση του Χριστού, από την ανεύρεση κατεργασμένων μικρών λίθινων εργαλείων (των πυριτολίθων), κατάλληλων στο κυνήγι των ζώων, στην παρασκευή τροφής, στην εκτέλεση οικιακών εργασιών.

Σε αυτή την εποχή, καθώς και στις πρώιμες περιόδους της Εποχής του Χαλκού τα φυσικά σπήλαια του νησιού έδωσαν καταφύγιο στις ανθρώπινες αυτές ομάδες (σπήλαιο Διγαλέτου κ.ά.), όπως μαρτυρεί η πρώιμη χειροποίητη κεραμική που έχει βρεθεί εκεί.

Η πρώτη όμως οργανωμένη οίκηση στο νησί, σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα αρχαιολογικές έρευνες, μπορεί να χρονολογηθεί στο πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ., κατά την ονομαζόμενη Μεσοελλαδική περίοδο. Σε αυτή την εποχή ανήκει χρονικά ο μικρός ταφικός τύμβος στα Κοκολάτα της Κραναίας που κάλυπτε συστά- δια κιβωτιόσχημων τάφων, στους οποίους ήταν κατατεθειμένα ως κτερίσματα των νεκρών πήλινα αγγεία της χαρακτηριστικής χειροποίητης τεχνικής του 17ου-16ου αι. π.Χ.

Kεφαλληνιακά νομίσματα,σύμβολα της Τετράπολης (Σάμη,Πρόννοι,Κράνη,Πάλη)

Kεφαλληνιακά νομίσματα,σύμβολα της Τετράπολης (Σάμη,Πρόννοι,Κράνη,Πάλη)

Μυκηναϊκή περίοδος

Η επόμενη περίοδος, που καλύπτει το δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. και ονομάζεται Υστεροελλαδική ή Μυκηναϊκή, ήταν περίοδος που το νησί κατοικήθηκε σε μεγάλη έκταση. Λείψανα μυκηναϊκών οικισμών διαπιστώθηκαν στις νότιες υπώρειες του λόφου της Κράνης, στους Αγ. Θεοδώρους της Σάμης και πρόσφατα κοντά στον Πόρο στα νοτιοανατολικά του νησιού.

Η τελευταία αυτή επισήμανση είναι από τις σημαντικότερες και η ανασκαφή του χώρου ελπίζεται να πλουτίσει τις γνώσεις μας.

Η διασπορά του μυκηναϊκού πολιτισμού σε ολόκληρη την Κεφαλονιά μαρτυρείται από την εύρεση τάφων (θολωτών και θαλαμωτών) της εποχής αυτής σε όλες τις περιοχές του νησιού. Μικροί κτιστοί θολωτοί τάφοι έχουν βρεθεί στα Κοκολάτα και τα Μαζαρακάτα της Κράνης, καθώς και στα Μακράτα και τον Πόρο της περιοχής των Πρώννων.

Ο τάφος του Πόρου, όμως, πρόσφατη επίσης ανακάλυψη και του οποίου συνεχίζεται η ανασκαφική έρευνα από το συνάδελφο κ. Λ. Κολώνα υπερέχει των άλλων σε μέγεθος, σε διάρκεια χρήσης και σε σημασία. Συστάδες θαλαμωτών τάφων, σκαμμένων μέσα στο βράχο, έχουν βρεθεί επίσης σε πολλές τοποθεσίες της Κραναίας (χαρακτηριστικοί είναι οι τάφοι των Μαζαρακάτων) και στην Παλική, στα δυτικά του νησιού.

Το περιεχόμενο των τάφων -τα κτερίσματα των νεκρών- αποτελείτο από πήλινα αγγεία και σκεύη, χάλκινα όπλα και εργαλεία, και κοσμήματα από χρυσό, χαλκό, ήλεκτρο και υα- λόμαζα, όπως επίσης και σφραγιδόληθους από ημιπολύτιμους λίθους. Η μελέτη των ευρημάτων αυτών επιτρέπει να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός αγροτικού πληθυσμού που είχε κάποιες εμπορικές, ναυτικές επικοινωνίες με την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελάδα, την Αδριατική θάλασσα και ίσως τη μακρινή Ανατολή (ακτές της Συρίας).

Ο Θολωτός Τάφος Μυκηναϊκής περιόδου στα Τζανάτα Πόρου στη θέση Μπούρτζι

Ο Θολωτός Τάφος Μυκηναϊκής περιόδου στα Τζανάτα Πόρου στη θέση Μπούρτζι

Τέσσερις διοικήσεις

Η διασπορά των ανθρώπινων δραστηριοτήτων της εποχής σε συνδυα¬σμό με τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και το θαλασσινό διαμελισμό του νησιού επιτρέπει ίσως την υπόθεση ότι στα μυκηναϊκά αυτά χρόνια η Κεφαλονιά ήταν χωρισμένη σε 4 διοικητικές ενότητες (πιθανόν βασίλεια), που αντιστοιχούν στις μεταγενέστερες πόλεις – κράτη της Κράνης, της Σάμης, της Πάλης και των Πρώννων.

Με το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, στα τέλη του 11ου αι. π.Χ. παρατηρείται διακοπή της οίκησης και της χρήσης των τάφων και το νησί στο σύνολό του παρουσιάζει το παράδοξο φαινόμενο της πλήρους εγκατάλειψης για 300 περίπου χρόνια.

Ενώ στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο διαπιστώνεται στα χρόνια αυτά της πρώιμης ιστορικής περιόδου η διάδοση της χρήσης του σιδήρου για τα όπλα και τα εργαλεία, και της χρήσης του γρήγορου τροχού και του πολλαπλού χρωστήρα στην αγγειοπλαστική και την αγγειογραφία αντίστοιχα, κανένα εύρημα μέχρι σήμερα από την Κεφαλονιά δεν μαρτυρεί ότι το νησί συμμετείχε στην πολιτιστική αυτή ανέλιξη.

Μόλις στα τέλη του 8ου ή τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. διαπιστώνεται ξανά η ύπαρξη ανθρώπινης δραστηριότητας στο νησί, που ίσως οφείλεται σε αποίκους από την Κόρινθο και επήλυδες από την ηπειρωτική Ελλάδα, τους Κεφαλλήνες.

Σε ορισμένους παλαιούς μυκηναϊκούς τάφους, όπως αυτούς στα Μεταξάτα της Κραναίας, διαπιστώνεται η κατάθεση υστερογεωμε- τρικών και πρωτοκορινθιακών αγγείων, ίσως μια πράξη ηρωολοα- τρείας σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής.

Ο Ησίοδος (Γυναικών κατάλογος, απόσπ. 156) αποτελεί την πρώτη ιστορημένη φιλολογική μαρτυρία για το νησί, καθώς αναφέρει το Δία πάνω στο βουνό του Αίνου, γεγονός που μαρτυρεί την ύπαρξη λατρείας εκεί του θεού. Σύγχρονα περίπου είναι και τα Ομηρικά Επη, ιδίως η Οδύσσεια, όπου δίνονται πληροφορίες για τους Κεφαλλήνες, το δεσμό τους με την Ιθάκη και την αθάνατη μορφή του μυθικού Οδυσσέα.

Η ιστορική, όμως, αλληλουχία παραμένει ακόμη σκοτεινή και δυσερμήνευτη, αλλά ελπίζεται ότι νεώτερες ανασκαφικές έρευνες θα προσφέρουν αρχαιολογικά στοιχεία που θα διαφωτίσουν τα ιστορικά γεγονότα.

Κατά τους χρόνους που ακολουθούν τη νέα οίκηση του νησιού η Κεφαλληνιακά νομίσματα, σύμβολα της Τετράπολης.

(Κράνη, Πρόννοι, Σάμη και Πάλη). ανάπτυξη είναι φυσιολογική και ομοιόμορφη. Στις οχυρές από τη φύση ακροπόλεις της Κράνης, της Σάμης, της Πάλης και των Πρώννων αναπτύσσονται τώρα οι μικρές αρχαίες πόλεις. Ο Θουκυδίδης στον 5ο αι. π.Χ. ονομάζει το νησί «τετράπολις», δηλαδή με 4 πόλεις. Από αυτές διακρίνονται οι πόλεις της Κράνης στο μυχό του βαθιού κόλπου του Κούταβου στα δυτικά και της Σάμης στην άκρη του ομώνυμου μεγάλου κόλπου στα ανατολικά, απέναντι από την Ιθάκη.

Αρχαία ιερά

Λιμενικές εγκαταστάσεις, οργανωμένη κοινοτική ζωή και λατρείες των θεών μαρτυρούνται από τις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Πάνω στο λόφο της Κράνης υπήρχε μικρό ιερό αφιερωμένο στην Αθηνά, ενώ στα δυτικά του λόφου υπήρχε επίσης ιερό της Δήμητρας και της Κόρης. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, ανάμεσα στα οποία ωραίο δωρικό πώρινο κιονόκρανο, που βρέθηκαν στον Αγ. Γεώργιο της Σκάλας στο νότιο άκρο του νησιού, μαρτυρούν την ύπαρξη εκεί ναού, ίσως του Ποσειδώνα.

Ανάλογα κατάλοιπα βρέθηκαν στην περιοχή της Πάλης, σημ. Παλαιόκαστρο βόρεια του σημ. Ληξουριού και στις Μηνιές της Κραναίας (όπου σήμερα το αεροδρόμιο).

Από τον 5ο αι. π.Χ. και μετά, και ιδίως κατά τον 4ο και τον 3ο αι. π.Χ., όπως προκύπτει από τα στοιχεία, αναπτύχθηκαν μεταξύ των μικρών αυτών πόλεων-κρατών του νησιού έντονες αντιθέσεις και εχθρότητες που οδήγησαν στην κατασκευή εκτεταμένων οχυρώσεων. Τα σωζόμενα εντυπωσιακά τείχη της Κράνης, της Σάμης και των Πρώννων (στον Ασπρογέρακα) σε αυτά τα χρόνια ανήκουν και φανερώνουν το πνεύμα της ανεξαρτη¬σίας και αυτονομίας των κατοίκων. Τα οχυρωματικά έργα των πόλεων ενισχύονταν και από μικρότερα προστατευτικά έργα στην περιοχή επικυριαρχίας της κάθε μίας, όπως προκύπτει από τις οχυρώσεις των Πρώννων στην περιοχή του Πόρου και τον στρογγυλό πύργο στου Τσακαρισιάνου. Παρόμοια έργα στην περιοχή της Σάμης ήταν τα τείχη της Ερίσσου και ο οχυρός οικισμός της Πλαγιάς.

Το πνεύμα ανεξαρτησίας των κεφαλληνιακών αρχαίων πόλεων μαρτυρείται επίσης από αυτόνομη νομισματοκοπία της κάθε πόλης και τις ανεξάρτητες συνθήκες που συνήπταν με τους ισχυρούς των καιρών, την Αθήνα, τη Σπάρτη και τους Μακεδόνες βασιλείς.

Τα ισχυρά τείχη των πόλεων όμως δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την κατάληψη του νησιού από τους Ρωμαίους. Υστερα από πολύμηνη πολιορκία η πόλη της Σάμης υποτάχθηκε τελικά το 187 π.Χ. και τούτο σήμανε το τέλος της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων του νησιού.

Ψηφιδωτό από το Ναό του Ποσειδώνος στα Βάτσα (6ος αιώνας π.χ)

Ψηφιδωτό από το Ναό του Ποσειδώνος στα Βάτσα (6ος αιώνας π.χ)

Ρωμαϊκή κατοχή

Η ρωμαϊκή επικυριαρχία διάρκεσε για αιώνες και η Ρώμη χρησιμοποίησε το νησί ως βάση στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιόνιο και στην ανατολική Μεσόγειο. Τότε φαίνεται ότι αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η Σάμη και κτίστηκε νέα πόλις κοντά στην παραλία, όπως έδειξαν οι ανασκαφικές έρευνες των τε-λευταίων χρόνων.

Στους αυτοκρατορικούς χρόνους (του 1ου και 2ου αι. μ.Χ.) όταν επικράτησε μακρά περίοδος ειρήνης στη Μεσόγειο, η Κεφαλονιά κατοικήθηκε και από πλούσιες ρωμαϊκές οικογένειες που εκτιμούσαν το ήπιο κλίμα του νησιού. Μια νέα πόλη ιδρύθηκε στα βόρεια, η Πάνορμος (σημ. Φισκάρδο), ενώ κατάλοιπα αξιόλογων επαύλεων έχουν επισημανθεί σε διάφορα σημεία του νησιού, όπως στη Σάμη (Ρακόσπιτο), στην Αγ. Ευφημία στον κόλπο της Σάμης, στην παραλία της Ν. Σκάλας στα νότια, στα Βάλτσα της Παλικής και στον μυχό του κόλπου του Μύρτου.

Οι υδραυλικές και θερμαντικές εγκαταστάσεις, τα ψηφιδωτά δάπεδα, τα διακοσμητικά στοιχεία και η πολυπλοκότητα των κατασκευών μαρτυρούν την ευμάρεια και τον πλούτο των κατοίκων των επαύλεων αυτών. Από την έπαυλη στη Σάμη προέρχεται και το ενδιαφέρον ανδρικό κεφάλι από χάλκινο άγαλμα της επο¬χής του αυτοκράτορα Γαλιηνού (3ος α. μ.Χ.) σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αργοστολίου.

Η εισδοχή στο νησί της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού, ίσως τον 3ο Ο. μ.Χ. εσήμανε οριστικά και το τέλος του αρχαίου κόσμου.

email
Πηγή άρθρου: kathimerini.gr