Η Χριστιανική Κεφαλλονιά

Χριστιανική Κεφαλλονιά

Χριστιανική Κεφαλλονιά

Όπως όλος ο Ελληνισμός, έτσι και οι Κεφαλλήνες, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ. 4,4) εγκατέλειψαν την αρχαιοελληνική τους θρησκεία, με επισημότερη θεότητα τον Αινήσιο Δία (βωμός του υπήρχε στον Αίνο), για να δεχθούν τον χριστιανισμό.

Κατά την παλαιότερη άποψη τη νέα θρησκεία έφεραν στη νήσο οι Γνωστικοί (αιρετικοί).

Ο γιος του γνωστικού Καρποκράτους Επιφάνης (2ος αι.) επισκέφθηκε τη Σάμη, πατρίδα της μητέρας του, όπου τιμήθηκε ως Θεός. Ο ναός των αγίων Φανέντων, ερειπωμένος μετά το 1953, στο λόφο που δεσπόζει πάνω από την πόλη της Σάμης, θεωρείται ότι κτίσθηκε στα ερείπια του ναού του Επιφάνους, υποκρυπτόμενου στο όνομα των «αγίων Φανέντων».

Κατ’ άλλους, το χριστιανισμό εισήγαγε στο νησί Ερασμος ο Αντιοχεύς επί Διοκλητιανού, ενώ άλλοι δέχονται χριστιανική τη Κεφαλληνία ήδη από τον 1ο αιώνα (Πινιατόρος Λοβέρδος).

H επαναστατική διδακτορική διατριβή του Γερμανού κ. Heinz Warnecke (1987), δεκτή ήδη από μεγάλο μέρος του επιστημονικού κόσμου και την επιστημονική και θρησκευτική χαρτογραφία της Κ. Ευρώπης, τεκμηριώνει τη θέση ότι τη νέα πίστη έφερε στο νησί ο Απόστ. Παύλος, που έφθασε στο νησί ναυαγός κατά το ταξίδι του στη Ρώμη (Πράξ. κ.27 και 28).

Έτσι όμως, όχι μόνο αποδεικνύεται α-ποστολική η Εκκλησία της Κεφαλληνίας, αλλά και ταυτίζεται το νησί με τη «Μελίτη» των Πράξεων (28,1).

H εκκλησιαστική αρχιτεκτονική

H Κεφαλληνία, «τόπος ιδιότυπος και πολιτισμένος», είναι ένα «απέραντο μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης» (Ντ. Κονόμος).

Ιδιοτυπίες της κεφαλληνιακής ναοδομίας δια¬κρίνονται στα τέμπλα, τους άμβωνες, τα στασίδια, τους θρόνους, τις ουρανίες κ.λπ.

Αναπότρεπτες ήσαν, φυσικά, οι ξένες επιδράσεις (δυτικές) όχι μόνο στις αρχιτεκτονικές μορφές, αλλά και στο διάκοσμο των ναών.

Εξωτερικά εμφανίζονται μοτίβα ενός λιτού μπαρόκ (στις θύρες και τα παράθυρα), ενώ εσωτερικά δεσπόζει υψηλή αισθητική στην αγιογραφία, την ξυλο¬γλυπτική, τη χρυσωτική, την ασημουργία, με φανερή τη σφραγίδα της βυζαντινοκρητικής νοοτροπίας.

Τον 19ο αι. εμφανίζονται στοιχεία νεοκλασικά, ενώ μετά την καταστροφή του 1953, παρά την επικράτηση πρακτικών λύσεων, αυξάνουν αισθητά οι παραδοσιακές αναζητήσεις σ’ όλους τους χώρους της εκκλησιαστικής Τέχνης.

Οι Κεφαλλονίτες, άλλωστε, δείχνουν μόνιμη ευαισθησία για τη διατήρηση της καλλιτεχνικής ταυτότητάς τους, σε σημείο που και αυτές οι μορφές του μπαρόκ «να αλλάζουν κλίμακα, για να προσαρμόζονται στην ελληνική αντίληψη του μέτρου» (Δ. Ζήβας).

Ιχνη της βυζαντινής κληρονομιάς σώζονται στο νησί, όπως λ.χ. η τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική του Φισκάρδου, διάφορα κτίσματα στο εσωτερικό του Κάστρου του Αγ. Γεωργίου, τα ερείπια της μονής των Αγ. Φανέντων (Σάμη) κ.ά.

Από το 1204 διακόπηκε η βυζαντινή παράδοση. Η ξενοκρατία θα διαρκέσει ώς το 1864 (ένωση με την Ελλάδα).

Μετά το 1669 (άλωση της Κρήτης από τους Οθωμανούς) κύματα Κρητών προσφύγων καταφεύγουν στην Κεφαλληνία, συντελώντας στην ανανέωση του πολιτισμού και της εκκλησιαστικής τέχνης.

Ενας μεγάλος αριθμός ναών κτίσθηκε για τη στέγαση των πολλών εικόνων που έφεραν οι πρόσφυγες από τις πατρίδες τους.

Ετσι, τον 18ο αι., οι ορθόδοξοι και δυτικοί ναοί της νήσου ανέρχονται στους 340 (χωρίς τα εξωκκλήσια και παρεκκλήσια). Από άποψη νομικής υποστάσεως, διαμορφώθηκαν στην Ενετοκρατία τρεις κατηγορίες ναών: οι ιδιόκτητοι ή πατρωνικοί, οι δημόσιοι και οι συναδελφικοί (ενοριακοί).

Η χρησιμοποίηση του ναού ως τόπου ταφής συντελούσε στο να κτίζονται εκκλησίες όχι μόνο από εκκλησιαστικά πρόσωπα, αλλά και αρχοντικές οικογένειες, στις πόλεις και την ύπαιθρο.

Στην Κεφαλληνία είναι γνωστός μόνο ένας συντεχνιακός ναός στο Ληξούρι (Αγιος Ιωάννης Θεολόγος, των υποδηματοποιών).

Τα καμπαναριά

Η «επτανησιακή βασιλική», μονόκλιτη και ξυλόστεγη, με την κόγχη του ιερού εσωτερικά ημικυκλική και συχνές αποκλείσεις από τον προσανατολισμό στην ανατολή, επικρατεί και σήμερα στην κεφαλληνιακή ναοδομία.

Συνήθως, κυρία είσοδος στην πράξη είναι η βόρεια ή η μεσημβρινή και δευτερεύουσα η δυτική.

Ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία έχουν τα καμπαναριά (κωδωνοστάσια), διακρινόμενα σε απλά («φράγκικα») και πυργωτά («βενετσιάνικα»), συνήθως με σφαιρική και όχι κωνική «στέψη» (τρούλο).

Στα μοναστήρια τα καμπαναριά λειτουργούν και σήμερα ως πυλώνες εισόδου.

Τα πυργωτά είναι σε αρμονική σύνθεση με το ναό, αλλ’ αποσπασμένα απ’ αυτόν• τα απλά συνδέονται άμεσα μαζί του.

Τα περισσότερα είναι εξαίρετης κατασκευής, π.χ. της μονής του Αγ. Γε¬ρασίμου, της Παναγίας «Ρακατζή» και του Αγ. Σπυρίδωνος Αργοστολίου, του Αγ. Γερασίμου στο Ληξούρι κ.α.

Μεγάλη ανάπτυξη έλαβε η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική από τα μέσα του 17ου αι. (Κρήτες τεχνίτες): Τα παλαιότερα τέμπλα, δικτυωτά και μη, έχουν ως κύριο διακοσμητικό θέμα φυλλώματα.

Σ’ αυτά εικονίζονται ο Χριστός, Απόστολοι, Αγγελοι αλλά και ζώα, άγρια και ήμερα, αετοί, γοργόνες, δράκοντες κ.λπ.

Μεγάλη ανάπτυξη έλαβε στην Κεφαλληνία η «μνημειακή ζωγραφική» (ψηφιδωτά και τοιχογραφίες).

Αρχαία δείγματα, βέβαια, δεν σώθηκαν, εκτός από ένα του 12ου αιώνα.

Είναι ο ναός του Αγ. Γεωργίου στη Κοντογεννάδα Παλι κής (Μαρ. Θεοχάρη).

Τα δείγματα όμως πυκνώνουν από τον 16ο αι. (Μονή Ταξιαρχών Μηλαπιδιάς, ναός Φανερωμένης στο Κάστρο κ.α.). Είναι εμφανής η ανάμειξη υστεροβυζαντινών και υστερογοτθικών στοιχείων.

Από τον 17ο αιώνα διαμορφώνονται δύο ρεύματα, ένα βυζαντινό – παραδοσιακό και ένα λαϊκότροπο.

Οι Ναοί

O ναός της Αγ.Θέκλης (Φωτο:Η.Μπεριάτος)

O ναός της Αγ.Θέκλης (Φωτο:Η.Μπεριάτος)

Είναι γεγονός ότι η βιβλιογραφική αναφορά στις σημερινές εκκλησίες και μονές της Κεφαλληνίας είναι πολύ περιορισμένες, λείπει δε μια σοβαρή συνθετική εργασία.

Το κενό επιδιώκει να καλύψει η καταγραφή (και περιγραφή) των ναών, που ετοιμάζει ο φέρελπις νέος συντηρητής του εκκλησιαστικού μουσείου της I. Μητροπόλεως κ. Κων. Στάβερης.

Από τις αξιολογό- τερες σήμερα εκκλησίες της νή-σου είναι οι ακόλουθες:

Στο Αργοστόλι ο καθεδρικός να¬ός (Ευαγγελίστρια, Ανάληψη), ο Αγιος Σπυρίδων, με σπουδαίο επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, η Παναγία η Σισσιώτισσα και ο ρωμαιοκαθολικός ναός του Αγίου Νικολάου, με την περίφημη βυζαντινή εικόνα της Παναγίας της «Πρεβεζιάνας».

Σημαντικά γλυπτά του Γρ. Μπονάνου (1863-1839) περιέχει το Νεκροταφείο (Δράπανου).

Στο Ληξούρι διακρίνεται ο ναός του πολιούχου Αγ. Χαραλάμπους, με σπουδαίο αργυρόγλυπτο θρόνο, του Αγίου Νικολάου των Ξένων, με νεώτερες παραδοσιακές τοιχογραφίες του Γερ. Πυλαρινού, των Ταξιαρχών, της Αγίας Τριάδος και της Παναγίας των Περλιγκάδων.

Οι ναοί της πόλεως σώζουν καλοδουλεμένα τέμπλα ναών, που καταστράφηκαν το 1953.

Στην περιοχή Κράνης ο ναός των Δειλινάτων έχει καθαρά επτανησιακό χαρακτήρα. Στην περιφέρεια Λειβαθούς η Μεταμόρφωση των Τραυλιάτων διασώζει το προσεισμικό ξυλόγλυπτο τέμπλο στο με-γαλύτερο μέρος του.

Ο δεσποτικός θρόνος της Κοιμήσεως Καλλιγάτων είναι σημαντικό δείγμα της τοπικής αργυρογλυπτικής ή ακόμη το ξυλόγλυπτο τέ¬μπλο μπαρόκ με λεπτή εργασία.

Στην Παναγία Ντομάτων το ξυλόγλυπτο χρυσωμένο τέμπλο είναι του 19ου αι.

Εδώ σώζεται και το πρόχειρο ξύλινο φέρετρο του ιε- ρομάρτυρα πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ (+1821), με το οποίο ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Νικ. Σκλάβος το μετέφερε από τον Βόσπορο στην Οδησσό. Επιβλητικό είναι το κα¬μπαναριό του Αγ. Νικολάου Σβορωνάτων.

Στο Μαρκόπουλο και τα Αργίνια υπάρχουν ναοί της Παναγίας, συνδεόμενοι με ένα από τα «μυστήρια» της Κεφαλλονιάς.

Από τις 6 Αυγούστου εμφανίζονται και κυ-κλοφορούν στο ναό ελεύθερα τα αβλαβή φίδια «της Παναγίας», που εξαφανίζονται το βράδυ της 15ης Αυγούστου για να εμφανισθούν ξανά το επόμενο έτος.

Στις ίδιες μέρες στην Παναγία των Πάστρων ανθίζουν οι ξεραμένοι κρίνοι που από τις 25 Μαρτίου αφήνονται χω¬ρίς νερό μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.

Στην περιοχή Παλικής οι εκκλησίες των χωριών Μαντζαβινάτα, Σολάροι, Χαβριάτα, Κοντογεννήδα είναι σημαντικά δείγματα της ε¬πτανησιακής τέχνης.

Σπουδαία τέμπλα με αξιόλογες τοιχογραφίες σώζουν οι ναοί των Αγ. Αποστόλων Χαυδάτων και η Παναγία των Χαυριάτων, όπως και η Αγ. Παρασκευή Μονοπολάτων.

Στα Αντυπάτα Ερισσού επιβλητική είναι η εκκλη¬σία της Αναστάσεως (1934) ρωσικού ρυθμού, δείγμα των σχέσεων των Κεφαλλήνων εμπόρων με τη Ρωσία.

Στο Βαρύ η Παναγία (Κουγιάνα) έχει λαϊκές τοιχογραφίες και στα Δενδρινά ο Αγ. Κωνσταντίνος ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο.

Στην επαρχία Σάμης ωραίος είναι ο ναός του Αγ. Παντελεήμονος στα Πουλάτα, επιβλητικό δε (ύψους 33 μέτρων) το γοτθικό καμπαναριό του Ναού του Σωτήρος στα Φερε- ντινάτα (χωριό του Μαρίνου Αντύ- πα). Στην πόλη της Σάμης νεώτε¬ρος είναι ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Αθέρας,η Εκκλησία του Αγ.Σπυρίδωνα (Φωτο:Η.Μπεριάτος)

Αθέρας,η Εκκλησία του Αγ.Σπυρίδωνα (Φωτο:Η.Μπεριάτος)

Τα Μοναστήρια

Τα μοναστηριακά συγκροτήματα (ναός, καμπαναριό, κελιά, ξενώνας, πύργος και άλλα κτίσματα) παρουσιάζουν ενδιαφέρον διότι βρίσκονται σε μια αρμονική σύνθεση με έντονα τοπικό χρώμα. Παλαιότερες μονές, γνωστές από το Πρακτικό της Λατινικής Επισκοπής (1264) έχουν καταστραφεί.

Οι εν χρήσει σήμερα μονές είναι:

1) Οι Ανδρικές: Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι λειτουργούσες σήμερα ανδρικές μονές της Κεφαλληνίας είναι αφιερωμένες στην Παναγία. Η μονή Ατρου, σε υψόμετρο 535 μ. ανατολικά του Αίνου, αναφέρεται ήδη στο πρακτικό του 1264. Η μονή Αγριλίων βορειοανατολικά της Σάμης, η μονή Θε-μάτων στην επαρχία της Σάμης, μαρτυρούμενη προ του 17ου αι. Η μονή των Κηπυραίων (Κηπούρια) στις δυτικές ακτές της Πάλλης σε μαγευτική τοποθεσία.

Παλαιότερα ήταν η σημαντικότερη του νησιού. Γνωστή από το 1759, καταστράφηκε στο σεισμό του 1767 και ανακαινίσθηκε. Εχει αξιόλογα κειμήλια. Η μονή των Σισσίων, στην περιοχή Εικοσιμίας στα νότια του νησιού, ήταν αρχικά λατινική. Η παράδοση θέλει κτήτορά της τον Φραγκίσκο της Ασσίζης κα¬τά την 5η σταυροφορία (1517 ή 1519) και αποτελεί ζώσα μαρτυρία της λατινικής παρουσίας στο νησί. Αργότερα (άγνωστο πότε) έγινε ορθόδοξη. Η εικόνα του θρόνου είναι έργο Στ. Τζαγκαρόλου. Καταστράφηκε τελείως το 1953 και ανοικοδομήθηκε αργότερα.

2) Γυναικείες: Η μονή του Αγίου Γερασίμου στο οροπέδιο των Ομαλών της Κράνης κτισμένη στο χώ¬ρο παλαιοτέρας μονής των Ιεροσο¬λύμων ή Σολίμων. Ο άγιος Γεράσιμος ανακαίνισε τη μονή, η οποία μετά την κοίμησή του και την αποθησαύριση σ’ αυτή του ακεραίου και θαυματουργού λειψάνου του αναδείχθηκε σε πανορθόδοξο προσκύνημα και καύχημα της νήσου.

Υπέροχο είναι και σήμερα το καμπαναριό, επτανησιακού ρυθμού, μεγαλοπρεπής δε ο πρόσφατα εγκαινιασθείς νέος ναός.

Η μονή του αγ. Ανδρέου (Μηλαπιδιάς), νοτιοδυτικά του Κάστρου, θεμελιώθηκε το 1587. Το 1644 η αρχόντισσα Ρωξάνη (Ρωμύλα μοναχή, κατόπιν) ανακαίνισε τη μονή, στην οποία, κατά μια εκδοχή, απέθεσε το δεξιό πέλμα του αποστόλου αγιου Ανδρέου, που κατείχε από τον πατέρα της Ηπειρώτη πρωτοσπαθάριο Τσιγαρά.

Η Ιστορική εικόνα της Παναγίας που φέρει λατινική αφιερωματική επιγραφή σχετική με τη νίκη των Βενετών στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571. Σάμη, Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου. (Φωτ.: π. Γεώργιος Αντζουλάτος)

Η Ιστορική εικόνα της Παναγίας που φέρει λατινική αφιερωματική επιγραφή σχετική με τη νίκη των Βενετών στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571. Σάμη, Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου. (Φωτ.: π. Γεώργιος Αντζουλάτος)

Το παλαιό καθολικό της μονής, μετά την αναπαλαί- ωσή του από το σημερινό Ποιμενάρχη, λειτουργεί ως μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης, στο οποίο φυλάσσονται ιερά κειμήλια της μονής και της περιοχής.

Η μικρή μονή, τέλος, της Θεοτόκου Κορωνιωτίσσης, κοντά στο Ληξούρι, υπήρξε ανδρώα μονή τον 14ο αιώνα.

Η παρουσία της μοναχής Αγάθης (1990) το μετέβαλε σε σημαντικό πνευματικό κέντρο, επί των ημερών της δε το ιδιωτικό μονήδριο αναδείχθηκε σε μονή.

Υπάρχουν και μετόχια των παραπάνω μονών, όπως λ.χ. το Σπήλαιο του αγ. Γερασίμου στη Λάσση, η παλαιά Μονή της αγ. Παρασκευής στο σπήλαιο Λεπέδων (Ληξουρίου), όπου ασκήτευσε ο άγιος Ανθιμος (Κουρούκλης 1781), της Υπερ. Θεοτόκου Παλαιοχέρσου και του Ευαγγελισμού της νήσου Βαρδιάνοι.

Στα Χιονάτα υπάρχει από το 1963 μετόχι της μονής αγ. Διονυσίου Ζακύνθου, όπου φυλάσσεται το αριστερό χέρι του Αγίου.

 

Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος στα Πουλάτα της περιοχής Σάμης. Προσεισμικό, έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο μνημείο. (Φωτ.: από τον υπό έκδοση Γ τόμο του Λευκώματος Τέχνης «Κεφαλονιά. Ενα μεγάλο μουσείο»)

Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος στα Πουλάτα της περιοχής Σάμης. Προσεισμικό, έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο μνημείο. (Φωτ.: από τον υπό έκδοση Γ τόμο του Λευκώματος Τέχνης «Κεφαλονιά. Ενα μεγάλο μουσείο»)

email