Η ορθή γραφή και η σημασία Κεφαλλονίτικων επωνύμων

Κεφαλλονιά

Κεφαλλονιά

Γενικά για τις καταλήξεις:

– άνος: Κατάληξις από της λατινικής –anus και της ιταλικής –ano. Λαμβάνει περισπωμένην ένεκα της μακρότητος του α της παραληγούσης εν τη λατινική.

– άρης: Κατάληξις από της λατινικής –aris και –arius μετά της οποίας και πολλά ιταλικά παράγωγα.

– άτος: Πάντα τα εις –άτος λήγοντα επώνυμα πρέπει να περισπώνται, ένεκα της μακρότητος του a εν τη λατινική παραληγούση, της οποίας τον μακρόν χρόνον διέσωσε και η ιταλική γλώσσα, από την οποίαν εισήλθον, κατά το πλείστον, τα τοιαύτα επώνυμα εις την Νέαν Ελληνικήν γλώσσαν. Είναι αληθές ότι ο Πλούταρχος παραδείδει την οξείαν εν τη καταλήξει ταύτη αντί της περισπωμένης, αλλά και η ιστορική ορθογραφία είναι πάντοτε σεβαστή και ο σεμνός Πλούταρχος και εις άλλας γραφάς πολλάς είχε πλανηθή ως γνωστόν.

ωζος: Είναι η λατιν. κατάληξις –osus (με το ο μακρόν) και η ιταλική –oso (ομοίως). Επομένως πάσα νεοελλ. λέξις περιέχουσα την λατιν. ταύτην παραγωγικήν κατάληξιν, πρέπει να γράφηται δι’ ω. Ομοίως και η κατάληξις –ωρος.

ΑΝΤΩΝΕΛΛΟΣ: Περιέχει την ιταλικήν κατάληξιν –ello, ού ένεκα αδικαιολόγητος η με εν λ γραφή. Παράλληλα ελλ. τα Αντωνιάδης, Αντωνόπουλος.

ΒΙΟΛΑΤΟΣ: Από μεν του viola σημαίνει ο ιάνθινος, από δε της λατινικής και ιταλικής παθητικής μετοχής του violo σημαίνει ο βιασθείς, ο βεβηλωθεία. Και εν τη μιά και εν τη άλλη περιπτώση δεν έχουν θέσιν τα κακώς γραφόμενα δυο λ (λλ).

ΔΕΛΑΤΩΡΟΣ: Το επώνυμο τούτο προήθεν από του λατινικού Delator, -oris = ο μηνυτής, ο συκοφάντης. Επομένως δεν δικαιολογείται η με δυο λ (λλ) γραφή. Πάντως δεν προήλθεν εκ του ιατλικού Della Toro, διότι το τοιούτον εν τη ιταλική γλώσση είναι ανύπαρκτον, αντ’ αυτού δε, θα ήτο ιταλιστί Della Torre. Εν τοιαύτη περιπτώσει έπρεπε να γραφή ελληνιστή Δελλατώρρος. (Δια την με ω γραφήν τής παραληγούσης ιδέ ενταύθα την κατάληξιν –ώρος).

ΔΙΒΑΡΗΣ: Το επώνυμον τούτο, ως και η εξ αυτού προελθούσα τοπωνυμία Διβαράτα, δεν προήλθεν από του δήθεν ιταλικού De Bari(=από το Μπάρι), αλλ’ από του λατινικού Vivarium = νεοελλην. διβάρι και βιβάρι, αντιστοιχεί δε προς το νεοελλ. επώνυμον Ψαράς. Δεν προήλθεν από του ιταλικού μετασχηματισμού εις vivaio της ειρημένης λατινικής λέξεως.

ΔΡΑΓΩΝΑΣ: Βλ. εις επώνυμον Δρακούλλης

ΔΡΑΚΟΥΛΛΗΣ: Υποκοριστικόν του λατινικού draco, ουδαμώς δε από της ιταλικής γλ. επειδή εν ταύτη ο τύπος της λέξεως είναιdrago, dragone εκ των οποίων προλήθε το Κεφαλλ. και το εν Αθήναις επώνυμον Δραγώνας. Η εν τω επωνύμω Δρακούλλης εμφάνισις ενός λ παραβλέπει ατόπως την αφομοίωσιν.

ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΗΣ: Από το λατινικό cancellarius και σημαίνει ο αρχιγραμματεύς. Είναι αδικαιολόγητοι αι γραφαί Καγγελάρης, Καγκελάρης, Καγκελλάρις, επειδή και παραβαίνεται η ιστορική ορθογραφία και προσέτι και δημιουργείται άνευ λόγου η ανελλήνιστος κατάληξις –άρις. Πρβλ. τα νεοελλην. επώνυμα Λογοθέτης (-ίδης, -όπουλος), Γραμματικός (-όπουλος). Σημειωτέον προς τούτοις το ότι και η ιστορική παράδοσις και αυτός ο τύπος της ιταλικής λέξεως cancelliere αποκρούουσι την εις την ελλ. γλώσσαν μεταπήδησιν του ιταλ. τύπου της λέξεως.

ΚΑΙΚΟΣ – ΚΑΙΚΑΤΟΣ: Εκ του λατ. caecus = o τυφλός. Και έτερον Κεφαλλ. επώνυμον Καικάτος. Πρβλ. τα: Στραβόλαιμος, Στραβοπόδης. Ουδαμώς δικαιολογείται η γραφή με ε, επειδή, και αν η λέξις ήθελεν εισρεύση εις την Ελλ. εκ του ιταλ. Cecare,Cecato, όπως και η ιστορική ορθογραφία ήθελεν επιβάλη ημίν την δια του αι γραφήν της λέξεως, και η από της ιταλικής γλώσσης προφορά της λέξεως θα ήτο Τσέκος, επώνυμον όπερ υπάρχει εν Μενιδίω της Αττικής και σημαίνει όνος, από της Αλβανικής γλώσσης.

ΚΑΛΑΒΡΙΑΣ: Εκ του λατ. calaber, calabria. Δεν συγχωρείται η γραφή του υ εν τη θέση του β.

ΚΑΛΙΓΑΣ – ΚΑΛΙΓΑΡΗΣ: αμφότερα από των λατινικών caliga, caligaris. Παράλληλα τα νεοελ. Επώνυμα Παπουτσής, Παπουτσάκης, Παπουτσόπουλος. Αδικαιολόγητος η με δυο λ (λλ) γραφή.

ΚΑΜΜΙΛΟΣ – ΚΑΜΙΛΛΑΤΟΣ: Είναι το λατ. Camillus, του οποίου σώζει και τον τόνον. Σημαίνει ο υπηρετών τοις ιερεύσιν αμφιθαλής παις. Δέον να μη γράφηται Καμήλος, επειδή δεν είναι ομόθεμον προς το Καμηλιέρης. Υπάρχει και έτερον επώνυμον Καμιλλάτος.

ΚΑΜΙΝΑΡΗΣ: Η προπαραλήγουσα δέον να γράφηται με ι, ουχί με η. Ομοίως και Καμιναράτα

ΚΑΝΑΛΗΣ: Είναι το λατιν. Canalis (= ο σωλήν, ο οχετός). Ουδαμώς από του ιταλ. Canaglia (=του οποίου είναι άλλη η σημασία), ούτε από του ιταλ. τύπου της λατιν. λέξεως canale, επειδή ισχύει η ιταλ. κατάληξις εις τα ιταλ. εκείνας λέξεις, αίτινες εισρέουσιν εις ξένας γλώσσας. Η γραφή με δυο νν ή με δυο λλ είναι εσφαλμένη.

ΚΑΣΤΕΛΛΑΝΟΣ: Από του ιταλ. castelo και castelano (= ο άνθρωπος, ο φύλαξ του φρουρίου, του πύργου). Η φερόμενη γραφή με εν λ είναι εσφαλμένη.

ΚΑΣΤΙΓΑΡΗΣ: Από του λατ. ρήματος castigo – are, εκ του οποίου και άλλα παράγωγα, ουχί δε από του πτωχοτάτου εις παράγωγα ιταλ. ρήματ. Castigare. Σημαίνει ο κολαστής, ο σωφρονιστής.

ΚΑΣΤΡΑΤΟΣ: Είναι το ιταλ. castrato, σημαίνει δε τον ευνουχισθέντα. Προήλθεν από παρωνυμίαν επιγενούς ιδιότητος. Ουδεμίαν σχέσιν έχει προς το castro ( =φρούριον, πύργος).

ΚΑΤΣΟΥΛΛΗΣ: Με δυο λλ και, εάν είναι υποκοριστικόν του λατ. catus και, εάν παράγηται από την λέξιν κατσούλλα (η).

ΚΟΚΟΛΛΑΤΟΣ: Εκ του λατ. cuculla και cucullus (=η κουκούλλα). Πρβλ τα αλλαχού της Ελλάδος επώνυμα Κουκούλλας, Κουκουλλάς. Το Κεφαλληνιακόν εγένετο από το Κουκουλλάτος, εξ ου και το όνομα του χωρίου.

ΚΟΜΗΣ: Το λατ. Comes (=ο επιστάτης, ο συνοδός). Παράγωγον τούτο το Κομητάτα (τα). Ιδέ ενταύθα το Κόντες.

ΚΟΝΤΕΣ: Από του ιταλ. Conte ως το Κόμης (ο ιδέ).

ΚΟΡΙΑΛΛΕΝΙΟΣ και –ΙΑΣ: Από του λατ. Coriallanus, δέον να μη γράφητε Καργιαλένιος – ας.

ΚΟΣΜΕΤΤΑΤΟΣ: Πρέπει να γράφηται με δυο ττ ένεκα της ιταλ. καταλήξεως υποκοριστικών –etto.

KOYΡΙΩΖΟΣ: Από του λατ. Curiosus, όπερ ιταλ. Curioso. Σημαίνει ο περίεργος. Διά την με ω γραφήν της παραληγούσης, ιδέ ενταύθα την κατάληξιν –ωζος.

ΚΡΑΣΑΣ: Είναι αδικαιολόγητος η γραφή με δυο σς.

ΚΩΛΛΕΑΣ: Από του λατ. και ιταλ. collega. Σημαίνει ο σύντροφος. Σώζεται εν Αγκώνι της Κεφαλληνίας. Παρατηρητέον το ότι απόλλυται ενίοτε το γ εκ κεφαλληνιακαίς λέξεσιν. Η δια του ο γραφή παραδίδοται μεν από αρχαίων, πλην, ένεκα της εν τη λατ. γλώσση μακρότητος της προπαραληγούσης, δέον αύτη να γράφηται δια το ω ένεκα της ακαταλύτου ισχύος του νόμου της ιστορικής ορθογραφίας.

ΛΕΙΚΟΥΔΗΣ: Ουχί Λυκούδης. Είναι το ελληνικόν Λειχούδης μεταγραφέν ιταλ. Lichudi. Ουδεμίαν σχέσιν έχει προς τον λύκον. Η αυτή παρετυμολογία υπάρχει και εις την με το υ γραφήν της πρώτης συλλαβής του κεφαλληνιακού επωνύμου

ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ, όπερ με την κατάληξιν –όπουλος, εσχηματίσθη εκ του ιταλ. Ρικιάρδο (=Ριχάρδος) με την συνήθη εναλλαγήν των υγρών Ρ και Λ.

ΛΕΥΚΟΚΟΙΛΟΣ: Πρέπει να γράφηται με οι, ουχί δε με ι, εν τη παραληγούση.

ΛΙΒΑΔΑΣ: Πρέπει να γράφηται με ι, ουχί με ει. Η λέξις λιβάς (η) –λιβάδος, και το υποκοριστικόν αυτής λιβάδιον (το) γράφονται μόνον με ι διότι παράγονται από του αορ. β΄ έλιβον. Εάν δε το επώνυμον τούτο ήναι παράγωγον της λέξεως Λειβάδεια – Λιβαδιά (η) ουδαμώς είναι δικαιολογημένη η γραφή με ει εις την προπαραλήγουσαν, επειδή ισχύει και εδώ ο ακατάλυτος νόμος εξασθενώσεως του ε εις ι (πρβλ. τα Γεώργιος – Γιώργος, μηλέα – μηλιά κ.λ.π.), δεν είναι δε και κατ’ ελάχιστον δυνατή η γραφή με ει, επειδή τούτο προέρχεται από δυο εε συναιρούμενα, πράγμα το οποίον δεν υπάρχει εις την αρχομένην συλλαβήν της λέξεως Λεβάδεια.- Το λεγόμενον υπό τινων ότι πρέπει να γράφηται η λέξις λιβάδιον με ει αφού και η περίπου ταυτόσημος λέξις λειμών γράφεται με ει, αποδεικνύει ότι οι λέγοντες τούτο δεν έχουν γνώσιν της παραγωγής των λέξεων.

ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ: Πρέπει να μη γράφηται με ω εν τη αρχομένη συλλαβή, επειδή παρήχθη από του ιταλι. Lorenzo, ουχί δ’ απ’ ευθείας από του λατ. Laurentius.- Εκ της α σημασίας της λέξεως θα ήτο αντίστοιχον ελληνικόν το Δαφνίδης, Δαφνόπουλλος. Υπάρχει νεοελλ. επώνυμον Δάφνος.

ΛΟΥΚΑΤΟΣ: Από του λατ. Luca, παράλληλον δε προς το έτερον κεφαλλ. επώνυμον ΦΩΤΕΙΝΑΤΟΣ.

ΛΟΥΚΕΡΗΣ: Προς το λατιν. Luceres και το νεοελλ. ΦΩΤΕΙΝΟΣ, – ΑΤΟΣ

ΛΥΓΟΥΡΗΣ: Δεν δικαιολογείται η γραφή με δυο γγ. Το επώνυμον παράγεται από το λύγξ – λυγκός και ουρά ή ούρον, όπως το λυγκούριον (-το κοκκινοκίτρινον ήλεκτρον, ο ερυθρωπός υάκινθος). Η με δυο γγ γραφή θα εφανέρωσε πράγωγον από το ρήμα λυγγαίνω και λυγγάνω και θα εσήμαινε τον έχοντα συνεχώς λύγγα = λόξυγγα.

ΜΟΥΛΙΝΟΣ: Είναι το λατ. Molinus και το ιταλ. molino, σημαίνει δε τον του μύλου. Κατά παρετυμολογίαν ενομίσθη ότι δηλοί τον από νόθου καταγόμενον.

ΝΗΦΟΡΑΤΟΣ: Εκ του Ανηφοράτος (ανήφορος, ανηφόρι). Δεν δικαιολογείται η γραφή με ι.

ΝΟΔΑΡΟΣ: Από του λατ. notarius (Ιταλ. Notaio) = ο συμβολαιογράφος. Προς τα αλλαχού της Ελλάδος Νοτάρης, Νοταράς. Ει και το τελευταίον τούτο (όπερ είναι επώνυμον και του Αγίου Γερασίμου), ίσως είναι μεγενθυτικόν του Νότης, όπερ είναι θωπευτικός τύπος του Παναγιώτης. Εν τη περιπτώσει ταύτη ορθή θα ήτο γραφή Νώτης, ως σώζεται το Γιώτης.

ΝΟΜΠΕΛΗΣ: Το λατ. nobilis, ιταλ. nobile. Σημαίνει ο ευγενής. Σημειωτέον το ότι κατά τους χρόνους της Ενετοκρατίας εγίνετο ευρεία χρήσις ου μόνης της ιταλικής γλώσσης, αλλά και της λατινικής και των λατινιστί εκπεφρασμένων τίτλων.

ΟΚΤΩΡΑΤΟΣ: Πρέπει να γράφηται με δασείαν.

ΟΡΤΕΝΤΖΑΤΟΣ: Η ορθή γραφή του είναι με δασείαν. Παράγεται από την λατινοποιηθείσαν εις Hortus(=κήπος) ελληνικήν λέξιν χόρτος, ουδαμώς δ’ επιτρέπεται να διαφθαρεί η παραδεδομένη δασύτης. Είναι αληθές το ότι εις την Ιταλικήν γλώσσαν απωλέσθη πολλάκις η αρχική δασύτης. Σχετικώς προς το Κεφαλληνιακόν τούτο επώνυμον έχομεν το ιταλ. Orta, εις το οποίον μετεγράφη το λατ. Ηοrta, Hortanum. Αλλά η ελληνιστί γραφή και του ονόματος της Τυρρηνικής ταύτης πόλεως είναι Ορτανόν και έχει παραδοθή και η μεταγραφή Ορτήσιος.- Παράλληλα νεοελ. επώνυμα τα Χορτάτσης (δια την κυρίαν σημασίαν της λέξεως), Χορταράς, Χόρτης.

ΠΑΝΝΑΣ: Από του λατ. Pannus = παννίον. Δέον να μη γράφηται δι’ ενός ν.

ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: Και η ιστορική παράδοσις και η εν τα ιταλ. γλ. γραφή και προφορά της λέξεως ταύτης patrizio αποκρούουσι την από της ιταλ. λήψιν της λέξεως, ήτις απέρρευσεν από της λατ. patricius = ο ευγενής.

ΠΕΡΣΙΜΟΥΛΟΣ: Από του λατ. persimilis (=ο πάρα πολύ όμοιος, ο προσαρμοζόμενος εις πάντα, μεταφορικώς δε, ο κοινώς μαϊντανός). Ουδαμώς η λέξης είναι ιταλική. Δέον να μη γράφηται με δυο λλ.

ΠΟΒΕΡΕΤΤΟΣ: Το ιταλ. poveretto = o πτωχούλης. Γραπτέον δια δυο ττ.

ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ: Εσφαλμένη η γραφή Ραυτόπουλος, επειδή το π της λέξεως ράπτης ουδέποτε ετράπη εις υ.

ΡΗΓΓΙΝΗΣ: Από του λατ. regina. Ο βασιλικός. Και από τα νεώτερα νομίσματα. Ιταλιστί όμοιον, Προβλ. Τα νεοελλ. επώνυμα Βασιλικός, Βασιλειάδης, Βασιλόπουλος, ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ.

ΡΩΜΑΝΟΣ: Πρβλ. το λατιν. Romanus. Και ο καταγόμενος από της Δανίας (;), ιταλ. Romano. Λαμβάνει περισπωμένην ένεκα της καταλήξεως –άνος, ην ιδέ ενταύθα.

ΣΟΚΑΡΗΣ: Εκ του λατιν. socer = o πενθερός. Είναι εσφαλμένη η γραφή δι’ ω εν τη προπαραληγούση, επειδή η μήτηρ, η λατιν. έχει το ο βραχύ.

ΤΡΟΜΠΕΤΤΑΣ: Εκ του ιταλ. trombetta. Σημαίνει ο σαλπιγκτής. Δέον να γράφηται με δυο ττ, ορθοτάτη δε θα ήτο η γραφή Τρομμπέττας, δηλ. μμπ, ένεκα του ιταλικού φθόγγου mb.

ΤΣΕΛΛΕΝΤΗΣ: Εκ του ιταλ. eccellente = ο έξοχος, ο εξαίρετος, ο επιφανής. Δέον να μη γράφηται με εν λ.

ΦΟΝΤΑΝΑΣ: Εκ του λατιν. fontanus, fontana και του ιταλ. fontana. Σημαίνει ο της πηγής, ο πηγαίος.

email