Καλονόρος Πυλάρου: Ένα βουνό μια ιστορία

Ταρκασάτα Πυλάρου

Ταρκασάτα Πυλάρου

Βαθυπράσινη και βαθύσκιωτη κοιλάδα η Πύλαρος της Κεφαλονιάς, αραδιάζει στον ήλιο του Ιονίου τα εικοσιτέσσερα χωριά της στους πρόποδες των δύο βουνών που την οριοθετούν, της Αγίας Δυνατής από νότια και του Καλονόρους από βόρεια.

Γυμνά μα επιβλητικά, υψώνονται και τα δύο περήφανα σ’ ένα μοναδικό γαλάζιο ουρανό και αιώνες τώρα βιώνουν τις μικρές και μεγάλες στιγμές του τόπου και παρακολουθούν τα δρώμενα καθώς καταγράφονται στο μεγάλο της Ιστορίας βιβλίο.

Και είναι πολλά τα μνημεία – μαρτυρίες σημαντικές του χθες- που κρατά φυλαγμένα μέσα στο χρόνο και το Καλονόρος, για να κληροδοτήσει και στις γενιές που θα ακολουθήσουν: πλήθος απολιθώματα με θαλάσσιους κυρίως οργανισμούς στις ΒΑ πλαγιές του, αρχαιότητες στο Μεγιάβουνο (Παλατάκια) κοντά στην Αγία Ευφημία, χαλάσματα από προσεισμικούς οικισμούς, όπως τα παλιά Λογαράτα, αλώνια, γραφικά ξωκλήσια κι ερειπωμένους ανεμόμυλους.

Με κατεύθυνση από τα ΒΔ προς τα ΝΑ ο ορεινός όγκος του Καλονόρους χωρίζει δύο γεωγραφικά διαμερίσματα του νησιού, την Πύλαρο και την Έρισο, με πλήθος χωριά και των δύο περιοχών να στολίζουν τους πρόποδές του. Η ψηλότερη κορυφή του με εξαιρετική θέα στην κοιλάδα, στις δύο θάλασσες ανατολικά και δυτικά, αλλά και προς τη Σάμη και τον Αίνο, βρίσκεται βόρεια από το χωριό Αντυπάτα και σε ύψος 901 μέτρων. Άλλες ψηλές κορυφές του βρίσκονται στα βόρεια των Δεντρινάτων σε ύψος 822 μέτρων και ΒΔ από το Νιχώρι στα 833 μέτρα. Δέκα απότομα και μάλλον λογγομένα αυλάκια ρυτιδώνουν τον ορεινό όγκο από το Μύρτο μέχρι τον Αγριόσυκο διαμορφώνοντας ανάμεσά τους βραχώδεις πλαγιές με τη βλάστηση να αραιώνει προοδευτικά καθώς ανεβαίνουμε ψηλότερα.

Από το Καλονόρος μπορούμε να απολαύσουμε επίσης το άλλο βουνό της Πυλάρου που ορθώνεται αγέρωχα απέναντί του, την Αγία Δυνατή, που είναι λίγο ψηλότερη. Σήμερα δυστυχώς υποβαθμίστηκαν αισθητικά οι άλλοτε περήφανες κορυφές του με την εγκατάσταση πλήθους τεράστιων ανεμογεννητριών, που έρχονται σε δυσάρεστη οπτική αντίστιξη προς το παρθένο φυσικό περιβάλλον της κοιλάδας με την πλούσια χλωρίδα.

Ασφαλτοστρωμένος δρόμος περιζώνει το βουνό και προσφέρει εξαιρετική θέα. Ένα τμήμα αυτού του δρόμου διασχίζει τα μισά χωριά της Πυλάρου και συνεχίζει ανατολικά προς τα Ρισιάνικα χωριά Νιχώρι και Κομητάτα. Πριν απ’ το Νιχώρι, εκεί στις δασωμένες λαγκαδιές και κάτω από το δρόμο υπάρχει η εκκλησία της Παναγίας του Αντελικού με το μεγάλο πανηγύρι το Δεκαπενταύγουστο και το ξωκλήσι του Αγίου Ερμόλαου με τις περίφημες λαϊκές τοιχογραφίες αγίων.

Αξίζει τον κόπο να ακολουθήσει κανείς αυτή τη διαδρομή και να σταματήσει πολλές φορές για να θαυμάσει κάθε φορά κάτι διαφορετικό. Ολόκληρη την κοιλάδα, την Αγία Ευφημία από ψηλά, τον κόλπο της Σάμης, το στενό Κεφαλονιάς Ιθάκης, ένα μέρος που η φύση στόλισε απλόχερα με πλήθος ομορφιές. Και δεν έχεις παρά να αφήσεις όλες τις αισθήσεις σου να τις χαρείς. Ροβόλησε προς τα κάτω τη δύσβατη και λογγομένη πλαγιά μέχρι το γραφικό όρμο του Καψολιμιώνα. Άφησε τη ματιά σου πρώτα απ’ όλα να χορτάσει το ανεπανάληπτο γαλάζιο του νερού και τις επιβλητικές ακτές της Ιθάκης. Και καθώς τα πόδια σου θα τινάζουν τους θάμνους, θα σε μεθύσουν μυρωδιές από φασκόμηλο και θυμάρι. Προχώρησε ακόμη και στάσου ν’ ακούσεις δίπλα στο κύμα :

« Μπάντα ψαλτών ροβόλησε από τα κορφοβούνια,

στου φλοίσβου το ψιθύρισμα βελάσματα, κουδούνια,

στάσου στα βράχια κι άκουσε κι οδήγησε το μάτι

γίδια να δει να βόσκουνε της θάλασσας τ’ αλάτι ».

Πλήθος τα γίδια με το νόστιμο κρέας τους που έχουν το βασίλειό τους στο βουνό και συμβάλλουν θετικά στην οικονομία του τόπου, μια και η κτηνοτροφία ήταν από παλιά σημαντικό κεφάλαιο για την Πύλαρο. Πολλά επίσης τα μελίσσια που τρυγούν το ευωδιαστό θυμάρι. Πλήθος και οι λαγοί, οι πέρδικες, τα κοτσύφια και τα μεγάλα αρπακτικά που συνθέτουν την πλούσια πανίδα του οικοσυστήματος.

Δύο αλλιώτικες θάλασσες δροσίζουν τις δύο διαφορετικές ακτές που διαμορφώνει το βουνό στις απολήξεις του στα δύο άκρα της Πυλαρινής κοιλάδας. Στα ανατολικά ο κόλπος της Σάμης και το στενό. Εδώ οι πλαγιές κατεβαίνουν σχετικά ομαλά και ερωτοτροπούν με το υγρό στοιχείο διαμελιζόμενες σε πλήθος γραφικών ορμίσκων και είναι κατάφυτες από κουμαριές, αλιφασκιές, ασφελαχτούς, σχίνα, κυπαρίσσια, ελιές και πουρνάρια. Λιθοβάτης, Σικίδι, Καψολιμιώνας, Αγριόσυκος, Κουμαριάς, Μπαδιάς, Κατεργάρης, Χαγιάνα είναι μερικές από τις απάνεμες αγκάλες και τα μικρά πόρτα με τη δική του ομορφιά το καθένα σ’ ένα παιχνίδι χρωμάτων πάνω στα διάφανα νερά σε μια πλούσια γκάμα αποχρώσεων του γαλάζιου και πράσινου.

Στα δυτικά η εικόνα είναι διαφορετική. Από τον Ξωμύτη πάνω από το Μύρτο μέχρι την Άσσο οι πλαγιές του Καλονόρους είναι κομμένες κατακόρυφα, θαρρείς από κάποιο τεράστιο χάρακα, και οι ακτές είναι απότομες και επιβλητικές. Ίσως σε κανένα άλλο μέρος της Κεφαλονιάς η φύση δεν υλοποιεί με την ομορφιά της εναργέστερα την αισθητική κατηγορία του Υψηλού, του μεγαλοπρεπούς, που σε γεμίζει δέος. Μιλάμε για τις ακτές του Χάρακα, όπου συχνά το κύμα κυνηγημένο πέρα από του Ιταλού τη γη αφροστεφανώνει τα βράχια του και βρυχάται με το φύσημα του πουνέντε. Ίσως την εικόνα αυτή να είχε στο μυαλό του πριν από εκατό περίπου χρόνια και ο λαϊκός ριμαδόρος από την Άσσο, που όντας πολιτικός αντίπαλος του συμπολίτη του πολιτευτή Ιωάννη Βρυώνη, γράφει:

« Βροντομανάει ο Χάρακας και τρίζει τ’ Αλωνάκι

ο διάολος το κούναε το κόμμα του Γιαννάκη ».

Χώρος ζωντανός τούτο το βουνό σήμερα φιλοξενεί εκατοντάδες γιδοπρόβατα, ενώ πριν από αρκετές δεκαετίες πρόσφερε την κάθε του γωνιά -μια και το χώμα είναι λιγοστό στο νησί- και στο γεωργό να την αξιοποιήσει, σπέρνοντας φακές, αλλού στάρι, αγριοκόκια, σταφίδα. Ένα τέτοιο πρόσφορο για τα γεννήματα έδαφος είναι ένα μικρό υψίπεδο σε υψόμετρο γύρω στα 750 μέτρα, ο κάμπος της Ανάληψης, όπως τον έλεγαν οι παλιοί. Σήμερα φτάνει εύκολα κανείς εκεί από τα Λεκατσάτα ακολουθώντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που καταλήγει στα Πατρικάτα.

Οι καταστρεπτικοί σεισμοί του 1953 ώθησαν τους κατοίκους να χτίσουν τα νέα τους χωριά πιο χαμηλά στην κοιλάδα. Έτσι παραμένουν σήμερα πιο ψηλά, στις πλαγιές του βουνού, σπαράγματα αρκετών προσεισμικών οικισμών, όπως τα παλιά Λογαράτα, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τον ειδικό μελετητή, το λαογράφο, τον καλλιτέχνη και συγκινούν κάθε ευαίσθητο επισκέπτη τους. Χαλάσματα, λήθης φωλιές, βιγλάτορες στη μοναξιά της πλαγιάς, ατενίζουν με στοιχειωμένη πίκρα τους νέους οικισμούς να αναπτύσσονται χαμηλότερα και τον τόπο να αλλάζει ριζικά μορφή. Χορταριασμένες αυλές, γκρεμισμένες σκεπές, άδειες κάμαρες, ρηγματωμένοι τοίχοι, παρατημένοι λινοί και κατώγια, βουβές ρούγες στέκουν εκεί πνιγμένα από τη βλάστηση που πασχίζει να κρύψει και να επουλώσει τις χαρακιές του χρόνου. Χωριά παλιά, που άλλοτε έσφιζαν από ζωή, χώρος που ζωντάνευε από το τραγούδι των παλικαριών στις δουλειές, από το χτύπο της κόρης στον αργαλειό, από την καμπάνα της εκκλησίας, από τις φωνές των παιδιών, παραμένουν σήμερα γαντζωμένα στις αετοφωλιές του Καλονόρους, φωνή από το χθες, που μιλά κατευθείαν στην καρδιά εκείνων που, είτε έζησαν στο μέρος αυτό, είτε ανακαλύπτουν τις ρίζες τους να απλώνονται εκεί.

Καλονόρος! Βουνό περήφανο, γη ακριβή για τον Πυλαρινό και τον Ρισιάνο, πόσα έχει να μας θυμίσει και να μας πει! Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής πρόσφερε τα ερημικά πόρτα του, εκεί που ο πορθμός Κεφαλονιάς- Ιθάκης βρέχει τα πόδια του, για να δεχθεί και να κρύψει τις βάρκες κάποιων τολμηρών Πυλαρινών, που κάτω από τη μύτη των Ιταλών έκαναν το contrabbando με την απέναντι Αιτωλοακαρνανία. Ήταν αυτοί οι ριψοκίνδυνοι που αντάλλασσαν σταφίδα, ζώα ρούχα και λάδι με στάρι, καλαμπόκι κα καπνό, μια και τα Ιόνια νησιά ήταν αποκλεισμένα από την υπόλοιπη Ελλάδα. Το ίδιο βουνό πρόσφερε επίσης τις πυκνές λαγκαδιές του για να διοχετευθούν κρυφά τα εμπορεύματα αυτά σιγά – σιγά στην Πύλαρο και στο υπόλοιπο νησί.

Και δεν άλλαξε τίποτε από τότε στη γύρω φύση. Υπάρχουν ακόμη κάποιες παλιές στέρνες που προσμένουν, όπως τότε, να σβήσουν τη δίψα της κόπωσης και της αγωνίας τους. Και κάποιες φεγγαρόφωτες βραδιές, καθώς το φεγγάρι παίζει κρυφτούλι πίσω από τις φυλλωσιές, οι σκιές των δέντρων μπερδεύονται με τις μορφές τους που πλανώνται ακόμη ανάμεσα στους ίσκιους της λαγκαδιάς και παίρνοντας τα ίδια μονοπάτια ανηφορίζουν σαν τους κλέφτες κουβαλώντας το πολύτιμο φορτίο τους. Στα ίδια όμως δύσβατα ρουμάνια, εκεί προς το Νιχώρι, γράφτηκαν και κάποιες μελανές σελίδες, όταν στον εμφύλιο ο αδελφός έστρεφε το όπλο στον ίδιο του τον αδελφό.

Πολλές είναι και οι δοξασίες και οι παραδόσεις που σχετίζονται με το Καλονόρος, όπως αυτή των παλιότερων Νιχωριτών, που θεωρούσαν κατοικία και άντρο των δαιμόνων ένα απόκρημνο σημείο, τις Φόσσες, εκεί που δύο λαγκάδια συμβάλλουν κοντά στο χωριό τους. Παρόμοιες αντιλήψεις έχουν και στα γειτονικά Κομιτάτα για το «Κακό Λαγκάδι», λίγο πιο ψηλά από τον οικισμό τους.

Για μας που μεγαλώσαμε σε κάποιο από τα χωριά που στολίζουν τους πρόποδές του είναι ο χώρος που ζωντανεύει γλυκιές αναμνήσεις. Στις πλαγιές του συχνά ορειβατούσαμε παιδιά για να μαζέψουμε ρίγανη, ευωδιαστό φασκόμηλο για το ρόφημα του νόνου ή τα φύλλα της δάφνης που τα ξεραίναμε και τα δίναμε στον έμπορο για το χαρτζιλίκι μας. Στις πυκνές του μάζες εγκλωβίζαμε τα κοτσύφια και τα κυνηγούσαμε με τις αυτοσχέδιες λαστιχέρες. Και αργότερα, όταν μεγαλώσαμε, με το όπλο και τα λαγωνικά ξετρυπώναμε τους λαγούς και τις πέρδικες.

Πολλά είναι και τα μικρά δάση που αναφύονται χαμηλά στις πλαγιές του, χώροι κι αυτοί με ιδιαίτερη βαρύτητα στη μνήμη των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων. Από δω κόβαμε τα μικρά κυπαρισσάκια για να στολίσουμε τις μπάλες τους τα Χριστούγεννα και να δώσουμε μια γιορτινή ατμόσφαιρα στο φτωχικό μας δωμάτιο σε εποχές δύσκολες και να κόψουμε τους χαρακτηριστικούς κορμούς των αθανάτων για την αυτοσχέδια σχεδία μας στα θαλασσινά μας παιχνίδια.

Δάσος πυκνό, γινόσουνα πανέμορφη υφήλιος

για το παιδί που σ’ έκανε των παιχνιδιών βασίλειο.

Δάσος, λημέρι του έρωτα, του έφηβου καρτέρι,

ανασασμός της κοπελιάς το θρόισμα στη φτέρη.

Κι όταν ερχόταν η άνοιξη, πόσο μας μεθούσαν οι μυρωδιές απ’ τ’ αγριοβότανα και τα μοναδικά αγριολούλουδα που στόλιζαν τους πρόποδές του, που κόβαμε για να στολίσουμε τον επιτάφιο ή να φτιάξουμε το μαγιάτικο στεφάνι. Ήταν τότε που το βουνό έπαιρνε εκείνη την κιτρινοπράσινη χροιά του, τις μέρες που άνθιζε ο ασφελαχτός.

Μνήμες παλιές που ενεργοποιούνται νοσταλγικά σε κάθε μας περιπλάνηση στους δρόμους που ζώνουν το βουνό μας, το λίκνο της Πυλάρου και της Ερίσου. Ένα από τα πιο ψηλά βουνά του νησιού μας με πλήθος μνημείων του πολιτισμού και της φύσης, που όλοι εμείς έχουμε χρέος να διαφυλάξουμε.

Απόσπασμα από το ποίημα του Νίκου Θωμά « Γενέθλια γη »

Κάθε βοτάνι κι άρωμα, γλυπτό κάθε λιθάρι,

χαλί πανώριο υφαίνει σου το ταπεινό χορτάρι.

Το κάθε αγριολούλουδο μαγιάτικο στεφάνι

σε κάθε λύπη και χαρά στου κόσμου το σεργιάνι,

δώρα στην κόρη π’ αγαπώ, στολίδια στο γιορτάσι.

αδρές ζωγράφου πινελιές στη χλόη στο λιοστάσι,

στο νεκροκρέβατο ακριβό κι απέριττο στολίδι,

της μάνας γης το φυλαχτό στ’ αγύριστο ταξίδι.

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, στόχευες τα όνειρά μου,

παλιά μου γέρικη ελιά, στον ίσκιο σου η φωλιά μου.

Αλιφασκιά και ρίγανη, θυμάρι, μέντα βάγια,

μεθούσα όταν σας μάζευα στα λογγομένα πλάγια.

Πουρνάρι μου περήφανο, ισκιώνεις κάθε μέρα

σαν μια μητέρα στοργικά τον τάφο του πατέρα.

Πουρνάρι που μας έδινες ξύλα στο παραγώνι

στο παραμύθι της γιαγιάς στο φοβισμένο εγγόνι.

Στου Καλονόρους τις πλαγιές, χωριό μου αγαπημένο,

εκεί το σπίτι που ’ζησα παιδί ευτυχισμένο.

Κρατάς βαθιά τις ρίζες μου, τους κλώνους της γενιάς μου

γλυκές οι αναμνήσεις σου στα βάθη της καρδιάς μου.

Νίκος Θωμάς – Εκπαιδευτικός – Λογοτέχνης, Για την ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Φωτογραφία: Ταρκασάτα Πυλάρου, αρχείο ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

email
Πηγή άρθρου: odusseia.gr