Κεφαλλονίτικα καλοκαίρια…

Καλοκαίρι στην Κεφαλονιά

Καλοκαίρι στην Κεφαλονιά

Νομίζω ότι οι όμορφες παιδικές αναμνήσεις είναι ό,τι πιο γλυκό και πολύτιμο για έναν άνθρωπο. Το καλοκαίρι ειδικά είναι συνδεδεμένο με την ανεμελιά, το γέλιο και την ξεγνοιασιά όσο καμία άλλη εποχή. Οι δικές μου ωραιότερες παιδικές αναμνήσεις είναι συνδεδεμένες με τα καλοκαίρια μου στην Κεφαλονιά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει να τρελαίνεσαι αντικρίζοντας τον Αίνο όταν το πλοίο δένει στη Σάμη ή τον Πόρο και να ανυπομονείς να φτάσεις στο χωριό για να γευτείς τα απίστευτα φαγητά και γλυκά της γιαγιάς. Η «παραγγελία» γινόταν άλλωστε αρκετές ημέρες πριν φτάσω κ συνήθως επρόκειτο για κεφαλλονίτικη πίτα, χόρτα και λάχανα από τον κήπο μας και φυσικά, σαν λιχούδω που είμαι, κοπεγχάγη και πάστα- φλώρα. Το ωραιότερο καλωσόρισμα.

Και τι πιο ωραίο από το να ξυπνάς το πρωί με τη δροσούλα του Αίνου. Αυτή τη λεπτή δροσιά η οποία είναι τόσο ευχάριστη και αναζωογονητική. Και ενώ ο ήλιος λούζει την αυλή, απολαμβάνεις το πρωινό σου υπό τα τραγούδια των τζιτζικιών. Και μετά φυσικά, ανυπομονείς για το καθιερωμένο μπανάκι στον Κατελειό, τη Σκάλα ή το Κορώνι. Η πιο κοντινή μας είναι ο Κατελειός στον οποίο διατηρούσε παλαιότερα ένα Beach- Bar ο θείος Φώτης. Ένα μαγαζάκι με κιόσκι μέσα στη θάλασσα το οποίο πίστευες πραγματικά ότι βρισκόταν σε κάποιο νησάκι της Καραιβικής. Μετά το μπανάκι μας ακολουθούσε παγωτάκι στο μαγαζί του θείου με θέα τη Ζάκυνθο. Άλλοτε πάλι, πηγαίναμε στη Σκάλα ή στο Κορώνι, μια παραλία κοντά στο Βαλεριάνο που δε γνωρίζουν πολλοί. Και αυτή είναι και η ομορφιά της. Και στη συνέχεια, επιστροφή στο σπίτι για μεσημεριανό και ξεκούραση.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα τα καλοκαιρινά μεσημέρια με γοήτευαν. Μόλις τρώγαμε και η γιαγιά έπαιρνε το μεσημεριανό υπνάκο της έπαιρνα τα…. λάφυρά μου από το περίφημο ντουλάπι της σερβάντας-μάντολες, καραμέλες και λουκούμια- και κατευθυνόμουν προς το «κόκκινο σπίτι». Το κόκκινο σπίτι είναι το ξύλινο λυόμενο στο οποίο διέμενε η οικογένεια της μαμάς μου μετά τους σεισμούς του 1953 μέχρι να χτιστεί το κανονικό σπίτι. Τ΄ όνομά του το πήρε από το έντονο κόκκινο και κίτρινο χρώμα του και είναι πνιγμένο στα γιασεμιά. Σήμερα η γιαγιά μου φυλάσσει συνήθως τρόφιμα, έχει όμως ένα μικρό καμαράκι το οποίο μοσχοβολά αμύγδαλο το οποίο λατρεύω. Στο καμαράκι αυτό φύλασσα τα παιχνίδια και τα βιβλία μου και τα περισσότερα μεσημέρια μου άρεσε να τρυπώνω παρέα με τα «λάφυρά μου» και την καλύτερη παρέα: Mark Twain, Άλκη Ζέη, Γιάννη Μαρή, Oscar Wilde, Charles Dickens και φυσικά, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα της μαμάς μου. Ώσπου φυσικά ερχόταν η ώρα για το απογευματινό παιχνίδι με τα ξαδέρφια μου και τους φίλους από Αθήνα. Παιχνίδι μέχρι τελικής πτώσης και μετά παγωτό στην «τρόμπα», μια βρύση στη αρχή του χωριού. Όταν δε έρχονταν και οι συγγενείς από Αμερική, ήταν η καλύτερή μου καθώς τα βραδάκια με τα ξαδέρφια στη Σκάλα και τον Κατελειό είναι πανέμορφα. Ή ακόμα καλύτερα, τα δειλινά στο Αργοστόλι, στο σπίτι της φίλης της μαμάς μου, κυρίας Στάμως, όταν ο Αίνος βάφεται με τα ωραιότερα καλοκαιρινά χρώματα.

Τα καλοκαίρια στην Κεφαλονιά μοιάζουν να είναι βγαλμένα από βιβλία της Άλκης Ζέη. Έχετε διαβάσει ποτέ το «Καπλάνι της βιτρίνας»; Αν ναι, τότε θα καταλάβετε τι εννοώ. Μοιάζουν βγαλμένα από άλλη εποχή. Όταν συγκινείσαι καθώς «τσαρκαλεύεις» τα ντουλάπια της γιαγιάς και ανακαλύπτεις αντικείμενα άλλων εποχών, παλιά γράμματα και κάρτες με καλλιγραφικά γράμματα, κιτρινισμένα βιβλία και σουβενίρ. Μοιάζουν με μουσική του Χατζιδάκι όταν ανακαλύπτεις παλιές φωτογραφίες της γιαγιάς και του παππού, ασπρόμαυρες, με τα χαρακτηριστικά περιγράμματα της εποχής και τα αλαβάστρινα πρόσωπα. Τα Μαυράτα είναι η δική μου «οδός ονείρων». Όταν κοιτάς τις φωτογραφίες της οικογένειας και σκέφτεσαι αυτούς που έφυγαν και αυτούς που έμειναν. Όταν τρως το παγωτό σου στο κιόσκι του θείου στον Κατελειό και παίρνεις τα πρώτα σου ακούσματα στα κλασσικά ροκ τραγούδια της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Όταν τινάζεις την άμμο και το αλάτι από τους ηλιοκαμμένους ώμους σου και τρέχεις ξυπόλητη στην αυλή με το ψάθινο καπέλο σου. Όταν τρελαίνεσαι να ακούς από τη γιαγιά ιστορίες για τα αδέλφια της και αναρωτιέσαι πόσο όμορφο είναι αν ανήκεις σε μια τόσο μεγάλη οικογένεια και να έχεις τόσους πολλούς συγγενείς. Και ακόμα, όταν σου διηγείται ιστορίες από την Κατοχή, τις Δικτατορίες, το μεγάλο σεισμό του ’53 και τη ζωή στην Αμερική, νιώθεις αλήθεια ότι ζεις σε κάποιο βιβλίο. Θα κλείσω με μία φράση από το αγαπημένο βιβλίο των παιδικών μου χρόνων, το «Καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη: Να ‘χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

email