Κεφαλονιά: «Η Σαρακοστή κι ο Καλόγερος»…

«Η Σαρακοστή κι ο Καλόγερος»

«Η Σαρακοστή κι ο Καλόγερος»

«Η Σαρακοστή κι ο Καλόγερος» , ένα κείμενο που αναφέρεται στην Ι.Μ. Κηπουραίων και που αξίζει να διαβάσετε. Για να μάθουν οι νέοι και να θυμηθούν οι παλαιότεροι…

Άβάσωχτη κι ανυπόφορη η Μεγάλη Σαρακοστή ακόμα και για τους πιο ευσεβείς ρασοφόρους μας. Οι ελιές, οι ταραμάδες, οι πιπεριόνοι και τα ρέστα σαρακοστιανά γιομίζουνε τ΄ άντερα και φεύγουνε με το συμπάθιο… στην έξοδο, δίχως να μένει σε δαύτα και λίγο… ξύγκι!

Λιγοθυμιές λοιπόν και λιγούρες αισθανότανε ο Πάτερ Παφνούτιος, ο ευλαβής της Μονής Κηπουραίων καλόγερος, αλλά έτρεμε τον Ηγούμενό του πάτερ Παμφίλιο και γι’ αυτό δεν τολμούσ να βάλει στο στόμα του καμμιά… αρτιμή.

Όμως ο πάτερ Παφνούτιος είχε μυαλό… εφευρετικά Ληξουριώτικο. Κατεβαίνει λοιπόν μια μέρα στο Μαρκάτο του Ληξουριού, βρίσκει ένα χέλι λιτράρικο, παίρνει κι ένα πράσσο πηχάρικο γυρίζει στα Κηπούρια και κλίνεται εις το κελί του. Όπου ανάβει κάρβουνα, βάνει μέσα στο ντύμα του πράσου το χέλι του κι’ αρχίσει το ψήσιμο του κρεμμυδιού του! Η δε αμβροσία της μοσκοβολιάς του χελιού, που καμουφλαρισμένο μέσα στο ντύσιμο του πράσου αργοψηνότανε, άρχισε να τον χορταίνει.

Αλλά και στου ηγουμένου του Πάτερ Παμφιλίου τα ρουθούνια, έφθασε και τότε το Θείον εκείνο άρωμα. Και δίχως να του χτυπήσει τη πόρτα, τον πιάνει στα πράσα, να ψήνει μέσα στο πράσο, το σαν το φίδι του Παράδεισου, που σκαντάλισε την αγνή προμάμη μας Εύα, χέλι τση Ληξουριώτες Πεσκαρίας.

Ώστε έτσι, τέρας πάτερ Παφνούτιε, καταστρατηγείς την Αγία Σαρακοστή μας; Δεν σκέφτεσαι, βρε αθεόφοβε, ούτε το πυρ το εξώτερο;

-Συμπάθησέ με, άγιε ηγούμενέ μου, αλλά ο σατανάς με παρασυρε!.

Του αποκρίθηκε κλαψιάρικα ο πάτερ Παφνούτιος, δίχως ο φουκαράς να υπολογίσει ότι τον παράστεκε μεσα στο κελί του αθέατος κι ο τρισκατάρατος.

Κι ο οποίος παίρνοντας αμέσως τη γνωστή του το τραγίσια μορφή και διαμαρτυρόμενος έντονα, τ΄ αποκρίθηκε.

-Εγώ βωρέ σ΄ έβαλα να στήσεις εκείνη τη μηχανή ή από σένανε ο φτωχός τη μαθαίνω;

Και φυσικά κι ο ηγούμενος κι ο καλόγερος στη θέα του σταυροκοπήθηκαν κι ο τραγοπόδαρος διαλύθηκε, σαν καπνός.

Κάπως έτσι μ΄αφηγήθηκε το παραπάνω ένα βράδυ στο σπίτι μου ο διευθυντής της βιβλιοθήκης μας, σεβαστός κι αγαπητός μου φίλος κ. Γεράσιμος Μοσχόπουλος.

Κι όπως του υποσχέθηκα δεν πρόκειται να το πω σε κανένανε. Μόνο το γράφω και σας παρακαλώ κι εσάς να μην το πείτε, σε κανένανε άλλον!

(Από τον ανέκδοτο δεύτερο τόμο των «Κεφαλλονίτικων ηθογραφιών» μου).

Ο Βουνάς

Πηγή: Ο Φανός της Κεφαλονιάς

Επιμέλεια: Χριστόδουλος Δόριζας

email
Πηγή άρθρου: kefalonits.com