ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ. Στα τέλη του 19ου αιώνα

Κεφαλονιά

Κεφαλονιά

.…..Την επομένη πήραν όλοι νωρίς το πρωινό τους. Έπρεπε να γίνουν ένα σωρό δουλειές που δεν έπαιρναν καμιά αναβολή.Ο πατέρας με τα αγόρια έπρεπε να πάνε μέχρι το Ληξούρι, για να ανεβάσουν τις μπρατσέρες στα καρνάγια, δουλειά που ήθελε προσοχή και επιτήρηση. Η Αθηνά θα συνόδευε τον πατέρα της για να παρακολουθήσει όλες αυτές τις διαδικασίες, παρά τις αντιρρήσεις του Νικόλα, “πως αυτές οι δουλειές δεν είναι για γυναίκες”. Αλλά πέρασε το δικό της. Για να έχει μεγαλύτερη άνεση έβαλε τη στολή της ιππασίας, γιατί της ήταν αδιανόητο να γυροφέρνει στο καρνάγιο με φουστάνια και ομπρελίνα !

Κατέβηκαν στο λιμάνι και επιβιβάστηκαν σε μιά μεγάλη δεκαεξάκωπο λέμβο με ιστίο, για να πάνε μέσω θαλάσσης. Σε όλη τη διαδρομή ο πατέρας μιλούσε με τα αγόρια για το τι εργασίες έπρεπε να γίνουν κατά προτεραιότητα. Εκείνη μόνο άκουγε, και ο,τι απορίες είχε τις κρατούσε στο μυαλό της για να ρωτήσει αργότερα τον πατέρα της.

Ακόμα και όταν έφτασαν στο Ληξούρι, προσπάθησε να μείνει όσο γινόταν πιό απόμερα, για να μην είναι ανάμεσα στα πόδια τους, αλλά και αρκετά κοντά ώστε να μην της ξεφεύγει τίποτε. Κάποια στιγμή όμως έβαλε κι αυτή ένα χεράκι στα παλάγκα που έσερναν την μία μπρατσέρα προς την ξηρά, ενώ ο Καπετάνιος που εκείνη τη στιγμή θυμόταν πως ήταν πριν από λιγες ώρες αυτό το κορίτσι και πως είναι τώρα, χαμογελούσε. Χρειάστηκε να φτάσει μεσημέρι για να τελειώσουν. Δύσκολη η δουλειά και ήθελε προσοχή και συντονισμό από όλους, για να μην έχουν κανένα ατύχημα. Αλλά όλο το προσωπικό ήταν έμπειρο και καθένας ήξερε τι έπρεπε να κάνει και πότε. Ακόμα και ο πατέρας της δεν επενέβαινε, όταν το γενικό πρόσταγμα το είχε ο επικεφαλής του καρνάγιου, που συντόνιζε τα πάντα. Μαζί με τα αγόρια επιθεώρησαν τα ύφαλα στις μπρατσέρες και έδωσαν τις απαραίτητες οδηγίες. Μίλησε με όλους τους υπεύθυνους και ενημερώθηκε με κάθε λεπτομέρεια για το χρόνο περατώσεως της συντήρησης, τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν και με ποια προτεραιότητα. Μετά πήραν όλοι μαζί τον απαραίτητο καφέ και το κονιάκ, για “καλή δουλειά και καλά πανιά”. Τότε ο καπετάν Γιώργης, ναυπηγός από τα γεννοφάσκια του και από πάππου προς πάππου, του είπε : “Τώρα καπετάν Βαγγέλη που χτίζεις σιδερένια βαπόρια, δεν θα μας έχεις πιά ανάγκη”.

“Μην ανησυχείς καπετάν Γιώργη, και οι μπρατσέρες θα συνεχίσουν να ταξιδεύουν ό,τι και να γίνει, όσα σιδερένια βαπόρια και να χτίσω. Μόνο που δεν θα είναι πιά ποντοπόρες. Θα ταξιδεύουν αποκλειστικά στις Ελληνικές θάλασσες, εκτός αν οι ανάγκες το απαιτήσουν. Και μια και κουβεντιάζουμε για σιδερένια βαπόρια, σκέπτομαι καπετάν Γιώργη, να στείλω τον μικρό σου γιό στην Αγγλετέρια να παρακολουθήσει νέα ναυπηγική τέχνη, που θα του χρειασθεί στο μέλλον. Και αν ήθελες θα μπορούσαμε να γίνουμε ακόμα και συνεταίροι στο καρνάγιο σου, να το κάνουμε σιγά σιγά σύγχρονο και πιό μεγάλο, όπως απαιτούν οι καιροί. Έρχεται νέος αιώνας καπετάν Γιώργη, και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τον υποδεχτούμε σύμφωνα με τις νέες ανάγκες. Και τα σιδερένια βαπόρια θα χρειάζονται καρνάγια για επισκευές και συντήρηση, που δεν υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα. Δεν θα προλαβαίνουμε ούτε με τριπλοβάρδιες σε λίγο καιρό”.

Ο καπετάν Γιώργης τον άκουσε προσεκτικά, γιατί ήξερε πως ό,τι έλεγε και έκανε ο καπετάν Βαγγέλης, ήταν δοκιμασμένο και περασμένο από δέκα κρησάρες πριν το αποφασίσει. Τα νέα της θάλασσας έφταναν από παντού και απ’ ό,τι έλεγαν όλοι ανεξαιρέτως οι ναυτικοί, τα καράβια άλλαζαν, όπως και ο κόσμος ολάκερος. Οι προτάσεις του Καπετάνιου ήταν γενναιόδωρες και ρεαλιστικές πάντα. Συμφώνησαν να φύγει ο γιός του τον άλλο χρόνο, μετά το επόμενο ταξίδι, και ο Καπετάνιος υποσχέθηκε πως θα έφερνε με δικά του έξοδα ειδικούς ναυπηγούς από την Ιταλία και τη Σουηδία, για να ανανεώσουν το παλιό καρνάγιο, ή καλύτερα, να χτίσουν ένα ολοκαίνουργιο δίπλα ακριβώς από το παλιό.

“Μεγάλο το προτζέτο σου καπετάν Βαγγέλη” του είπε ο Γιώργης. “Θα χρειαστεί τεράστιος χώρος, που το δικό μου καρνάγιο δεν διαθέτει”.

“Μην ανησυχείς καπετάν Γιώργη. Από τον περασμένο χρόνο αγόρασα χίλια πεντακόσια στρέμματα δίπλα σου γι αυτόν τον σκοπό. Θα μας φτάσουν για πέντε καρνάγια και βάλε…”.

Ο άλλος τον κοίταξε με θαυμασμό αλλά και δέος. Σίγουρα αυτός ο άνθρωπος δούλευε και σκεφτόταν μεγαλεπήβολα και το Κεφαλλονίτικο δαιμόνιο θα τον πήγαινε ακόμα πιό ψηλά.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Η Αθηνά επέστρεψε με τον πατέρα της, που δεν έκρυβε την ευχαρίστηση του για την συμφωνία που είχε κάνει με τον κάπταν Γιώργη. Της εξήγησε γιατί έπρεπε να κάνει μία τέτοια συμφωνία, ποιά ήταν τα οφέλη και τα κέρδη που θα αποκόμιζαν με το να έχουν δικό τους καρνάγιο και ναυπηγείο εδώ και όχι στο εξωτερικό, πόσο χαμηλότερα κοστολόγια θα είχαν και πόσοι άλλοι καπεταναίοι θα προτιμούσαν για τους ίδιους λόγους το δικό τους ναυπηγείο από το να στέλνουν τα σκάφη τους στο εξωτερικό. Κια σιγά-σιγά -που ξέρεις;- και μόνο αυτή η επιχείρηση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ανταγωνιστικό κολοσσό σε σχέση με τους αντίστοιχους του εξωτερικού. Η Αθηνά τον άκουγε και ρουφούσε κάθε λέξη που έβγαινε από τα χείλη του, γιατί μέσα απ’ αυτά καταλάβαινε πόσο μακριά έβλεπε ο πατέρας της, αλλά και αφενός ποιά ήταν η μαγεία των σύγχρονων επιχειρήσεων, αφετέρου πόσο σκληρός ήταν ο κόσμος του χρήματος και της δύναμης. Αμυδρά μέσα στο μυαλό της άρχισε να αντιλαμβάνεται πως πίσω από την επιφάνεια και την δύναμη της οικογένειας της, κρυβόταν ένας συνεχής και αδιάκοπος αγώνας για τη σταθερότητα και την συνέχιση της. Πίσω από κάθε ολίσθημα υπήρχε και η αντίστοιχη ζημιά, που μεταφραζόταν σε χιλιάδες χρυσά τάλιρα, δουκάτα ή λίρες, πολλές φορές και σε ολοκληρωτική καταστροφή. Της ανέφερε μερικά ονόματα παλιών οικογενειών που σήμερα ζουν σε οικονομικό μαρασμό εξαιτίας αλόγιστων λαθών ή κυρίως αλόγιστων δαπανών που συμπαρέσυραν οικονομίες γενεών και γενεών. Το ρίσκο βεβαίως υπήρχε πάντα στις δουλειές της θάλασσας, αλλά η σωφροσύνη, η εργατικότητα, η πρόβλεψη και η σκληρή δουλειά έφερναν πάντα καλά αποτελέσματα. Και, πάνω απ’ όλα, η τίμια συνεργασία με όλους. “Ένα τίμιο όνομα”, της τόνισε, “αξίζει εκατό μπρατσέρες. Και εμείς οι θαλασσινοί, είμαστε υπερήφανοι για την τιμιότητα μας. Ο λόγος μας είναι συμβόλαιο, είτε στην Αγία Πετρούπολη είτε στην Αγγλετέρια ή την Μπεγγάζη. Μπορώ να ζητήσω τηλεγραφικά δάνειο από τη Βηρυτό και να το έχω, χωρίς υπογραφές, χωρίς χαρτιά, μόνο με το όνομα μου.”

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

“Επίσης πρέπει να σου εξηγήσω κάτι σημαντικό. Εμείς δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ανταγωνιστούμε τους μεγάλους κολοσσούς της Εσπερίας. Αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να δώσουμε την δυνατότητα στους καραβοκυραίους, να μπορούν να έρχονται εδώ για τις αναγκαίες επισκευές των πλοίων τους αντί να πηγαίνουν χιλιάδες μίλια μακριά για να βρουν ναυπηγοεπισκευαστική μονάδα. Αυτός είναι ο στόχος μου. Δεν μπορώ να σταθώ δίπλα στους Γερμανούς, τους Σουηδούς, τους Άγγλους ή και τους Ιταλούς ακόμα. Σήμερα κόρη μου σε όλο τον κόσμο δύο μαγικές λέξεις βασιλεύουν : βιομηχανική επανάσταση. Αυτές οι δύο λέξεις θα φέρουν τον κόσμο τα πάνω-κάτω. Όταν θα δεις τα ναυπηγεία τους, τους χιλιάδες ανθρώπους που εργάζονται εκεί, τότε θα καταλάβεις γιατί δεν είναι στα σχέδια μου ένα ανταγωνιστικό ναυπηγείο, αλλά μία επισκευαστική μονάδα που δεν θα σταματάει να έχει δουλειά όλο το χρόνο. Σε λίγο, χιλιάδες καράβια θα διασχίζουν την Μεσόγειο και όλα λίγο-πολύ θα έχουν ανάγκη ανεφοδιασμού και επισκευών. Εμείς θα είμαστε εδώ δίπλα τους και έτοιμοι. Ταυτόχρονα θα μπορούμε να προσφέρουμε κάθε είδους τροφοδοσία που θα χρειάζονται τα πλοία τα οποία θα προσεγγίζουν. Κι αυτό θα σημαίνει μια ολόκληρη μηχανή που θα “γεννά τάλιρα”, όπως θα έλεγε ο παππούς σου. Το Αργοστόλι και το Ληξούρι θα γεμίσουν κατάρτια και ναυτοσύνη. Θα ανθίσει το εμπόριο, θα αξιοποιηθεί η γη, θα πέσει χρήμα στο νησί που ούτε να το φανταστεί μπορεί κανείς”.

“Και το σημερινό καρνάγιο, θα το καταργήσεις; Ο καπετάν Γιώργης δεν θα το δεχτεί ποτέ. Είναι η ζωή του, όπως ήταν και η ζωή των πατεράδων του”.

Έχεις δίκιο Αθηνά μου. Αλλά δεν θα το καταργήσω. Αντίθετα, θα το βελτιώσω και θα το αξιοποιήσω. Γιατί λες θα στείλω το γιό του να σπουδάσει; Θα μας φέρει τις νέες ιδέες που επικρατούν στη σύγχρονη ναυπηγική τέχνη και θα αξιοποιήσει την δεξιοτεχνία των δικών μας μαστόρων που κουβαλούν μία παράδοση αιώνων. Εδώ θα γίνει το κέντρο όπου θα ναυπηγούνται σε λίγο τα ωραιότερα σκάφη πολυτελείας και αναψυχής που θα πλέουν στις θάλασσες και τους ωκεανούς. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δημιουργείται μία νέα κοινωνική τάξη, η αριστοκρατία του πλούτου, που δεν έχει καμμία σχέση με την παλιά αριστοκρατία όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα. La Belle Epoque, η Ωραία Εποχή, κοριτσάκι μου έχει σημαδευτεί πλέον από ανθρώπους που ξέρουν να βγάζουν χρήματα με ουρά και όχι μόνο να τα ξοδεύουν, αλλά και να τα επιδεικνύουν κατά σκανδαλώδη τρόπο. Η επίδειξη και η ματαιοδοξία είναι δυστυχώς οι αρετές του σημερινού κόσμου. Όχι του δικού μας ακόμα. Αλλά οσονούπω το μικρόβιο θα έρθει και εδώ, έστω και σε μικρότερη κλίμακα. Όλοι αυτοί οι νεόπλουτοι περιμένουν εμάς να τους γαργαλίσουμε και να τους προσφέρουμε το σήμα κατατεθέν του πλούτου και της ευμάρειας τους, δηλαδή της βλακείας που εμπεριέχεται σε κάθε είδους ματαιοδοξία”.

“Και πως θα τους κάνεις πατέρα να έρθουν σε σένα και όχι σε κάποιο άλλο ναυπηγείο;”

“Είναι απλό μικρή μου. Θα κάνουμε την πρώτη θαλαμηγό, ένα μοναδικό σκαρί με ιστία και μηχανές, για λογαριασμό μας και θα την προσφέρουμε για ένα καλοκαίρι σε κάποιον από τους παλιούς μεγιστάνες ή σε κανένα μονάρχη για να κάνει μια δωρεάν κοσμική βόλτα στα λιμάνια της Μεσογείου. Ξέρεις τι θα γίνει τότε; Το pourquoi lui et pas moi -γιατί αυτός και όχι εγώ- θα ακούγεται σε όλα τα λιμάνια και τα μέγαρα της Εσπερίας. Και που θα πάνε να παραγγείλουν τα δικά τους σκάφη; Τα μεγάλα ναυπηγεία δεν έχουν χρόνο ούτε μπορούν να ασχοληθούν με τέτοια σκάφη, όταν έχουν να χτίσουν μεγαθήρια. Θα έρθουν αναγκαστικά στους πρώτους διδάξαντες. Είναι τόσο απλό, όπως το αβγό του Κολόμβου.”

Της είπε ένα σωρό ακόμα λεπτομέρειες για τα μελλοντικά του σχέδια, αλλά άφησε και για τις επόμενες ημέρες……”

Απόσπασμα από το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Κώστα Καρακάση, “ΑΘΗΝΑ”.
Εκδόσεις Ψυχογιός

Το βιβλίο αναφέρεται στην οικογένεια του “Ευάγγελου Καληβωκά . Παλιά και αρχοντική οικογένεια του νησιού, με μεγάλα πλούτη, με κύρια ασχολία την “ναυτιλία” τουλάχιστον όπως αυτή υφίστατο στα τέλη του 19ου αιών

email