Κεφαλονιά: «Θέρος, τρύγος, πόλεμος και στ’ αλωνίσματα χαρές»

Αλωνάρης

Αλωνάρης

Πέρασαν τα χρόνια και η τεχνολογική εξέλιξη και πρόοδος βοήθησαν τη ζωή να καλυτερέψει και να διευκολυνθεί στον αγώνα της για επιβίωση. Ιδιαίτερα στον τομέα της γεωργίας, που ο κάματος παλιά μετρούσε το βράδυ τους πόνους του και από δύση έως ανατολή ερωτοτροπούσε βάναυσα η αξίνα στα χέρια, έγιναν μεγάλα βήματα με την χρησιμότητα και τη δούλεψη των γεωργικών μηχανημάτων.

Βέβαια αυτή η πρόοδος έχει πολλά θετικά, πάνω απ’ όλα εκτόπισε τα ματωμένα χέρια, αλλά στέρησε και τη δημιουργία και παραγωγή στιγμών μιας άλλης συνέχειας του παλιού τρόπου ζωής.Και οι σκέψεις αυτές σου έρχονται στο μυαλό όταν συναντάς πράγματα του παρελθόντος και δημιουργήματα παλαιοτέρων, που σήμερα έχουν «ξεπεραστεί».

Λόγω του Ιουλίου, η αναφορά που θα ακολουθήσει θα γίνει για τα παλιά αλώνια και τους αλωνιστές, που σήμερα αλώνια βουβά συναντάμε σε χωριά, ενώ οι αλωνιστές «χάθηκαν» όπως μαζί με αυτούς ελάττωσαν και τα ζωντανά που συνεταιρίζονταν για να βγει η δουλειά.
Άμα είχαν μαζέψει τα στάχυα αθεμονιές ή θημωνιές, κοντά στο αλώνι κι ήταν όλα έτοιμα, άρχιζαν οι προετοιμασίες για το αλώνισμα. Τι ωραία εικόνα, ζωγραφική φυσική πινελιά, να έρχονται τα ζωντανά, γαϊδούρια ή άλογα φορτωμένα με τα δεμάτια κοντά στο αλώνι για να τα στρώσουν οι αλωνιστές στο δάπεδο του παλέματος. Τα δεμάτια τα λέγανε κουντούρες πολύ παλιά, και όπως χρυσωμένες ήταν καταλάβαινες το χρώμα που έχει αυτό ο μήνας, ο Γιούλιος όπως τον λέει ο λαός.

Και πριν να στρώσουν την πραμάτεια από τα δεμάτια, τις κουντούρες όλο και κοιτούσε ο αλωνιστής κατά που φυσάει, όλο και προσευχόταν αθόρυβα να πιάσει μαΐστρος για να βγει η δουλειά.

Τα αλώνια, άλλα από πέτρα φτιαγμένα κι άλλα από χώμα, δεν ξεχώριζαν στην δουλειά και στον κόπο. Πάντα στα αλώνι μετράς τη δύναμή σου. Βλέπεις, σκληρή δουλειά μα με χαρά και με γέλια γινόταν παλιά. Άλλα χρόνια, που οι κτηνοτρόφοι και οι γεωργοί είχαν αλληλοβοήθεια μεταξύ τους και ο κόπος δεν φαινόταν στη σκληράδα του.

Κουβαλούσαν τις κουντούρες και όταν απόσωναν κι άδειαζε η πυργωτή αθημωνιά που ήταν δίπλα ετοίμαζαν το αλώνι.

Ολοστρόγγυλο, μεγαλοδιάμετρο, πλυμένο το χώμα και αλειμμένο με βοΐδοβουνιά λειωμένη να μην ξερνάει χώμα κι ανακατεύεται με τον καρπό.

Μα το αλώνι δεν ήταν ένας σκέτος γύρος από χώμα καλά ξυσμένος ή ένα ξέφωτο στρογγυλό, παρά είχε τη δική του μαστοριά. Το έκτιζαν ανάμεσα σε δομούς ή ξέφωτα και το έζωναν με ξερολιθιά στα τόξα του για να στερεώσουν τα χώματα και να μην κατρακυλάνε μέσα στο αλωστήρι. Βέβαια στην Κεφαλονιά μας υπάρχουν στα χωριά αλώνια περίτεχνα, ολοστρόγγυλα και γυρισμένα με πέτρα και γείσο υπερυψωμένο. Πέρα από την γερή και καλοφτιαγμένη γυριστή λιθοδομή που το κρατά και το ορίζει το πάνω μέρος ήταν πλακόστρωτο με γιομάτους αρμούς που έδεναν τις πλάκες στέρεα.

Στο κέντρο του αλωνιού έμπηγαν το στιερό ή στυγερό ή στοιχερό ή ο στρίγερος. Ένα κάθετο παλούκι μπηγμένο σε μια τρύπα που την είχαν περιχτίσει με πέτρες για να μην χώνεται. Στο στυγερό έδεναν το μακρύ σκοινί το οποίο κατέληγε στο ζευγάρωμα των αλόγων εκείνων που θα αλώνιζαν με ασταμάτητους κύκλους πάνω στα απλωμένα στάχυα.

Όταν υπήρχε ένα άλογο στο αλώνισμα ήταν μεγάλο βάσανο και κούραση και το αλώνισμα αργούσε. Συνήθως έβαναν ζευγάρια τα άλογα τα οποία ζεύανε, γεφύρωναν τις σφαές τους με λαμαριές. Επίσης στα πίσω πόδια είχαν λουριά, μια λαμαριά που δέναν τη σβάρνα.

Στη συνέχεια έλυναν τις κουντούρες μέσα στο αλώνι, άλπωναν τα στάχυα, ώσπου να γιομίσει σε πάχος μισό περίπου μέτρο.

Αλώνι

Ετοίμαζαν τα ζωντανά, σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και γαϊδούρια και αρχίναγε το αλώνισμα, που άλλοτε γινόταν με τη σβάρνα κι άλλοτε μόνο με τα άλογα. Ο αλωνιστής ακολουθούσε τα άλογα πίσωθέ τους ή στεκόταν στην άκρη ή έξω απ’ την περιφέρεια. Τα κτύπαγε κάπου κάπου για να τρέχουν ή τους μιλούσε με έντονη φωνή για να τα παρακινήσει για μεγαλύτερους ρυθμούς. Και καθώς τα άλογα γυρίζανε και έκαναν κύκλους ασταμάτητα γύρω από το στυγερό, πατούσαν τα στάχυα, τις ράπες με τα καλιγωμένα τους ποδάρια. Γύρο τον γύρο έφταναν και στο κέντρο του αλωνιού. Έπειτα σταμάταγαν και άλλαζαν αντίθετα τη φορά του σκοινιού και τα άλογα άρχιζαν ξανά το ποδοβολητό και έφταναν κύκλο στον κύκλο στην άκρη του αλωνιού, δηλαδή στην περιφέρεια. Δηλαδή τα άλογα στο αλώνι κάνουν ομόκεντρους κύκλους από το στυγερό προς την περιφέρεια και ανάποδα.

Την ημέρα έκαναν κύκλους ασταμάτητους. Η σβάρνα ήταν μια ξύλινη πλατφόρμα με στερεωμένες κοφτερές πέτρες ή στουρναρόπετρες σε σειρά και πάνω στη σβάρνα πολλές φορές στεκόταν όρθιος ο αλωνιστής και το άλογο ή τα άλλα ζωντανά κουράζονταν πολύ.

Αφού είχε τελειώσει το αλώνισμα τότε πρόσεχαν τα ζώα για να μη κρυώσουν ή πλευριτώσουν επειδή ήταν αναμμένα και ιδρωμένα μετά από αυτόν τον αγώνα. Τα ετάιζαν στη σκιά, τα πότιζαν, ήταν η ώρα της ξεκούρασης.

Τα άλογα που έβαζαν για το αλώνισμα προσπαθούσαν να είναι όμοια, δηλαδή να ταιριάζουν σε όλα για να έχουν κοινή αντοχή, αυτό ανάγκαζε τους αλωνιστές να συνεταιρίζονται με άλλους αγρότες και να αναπτύσσουν έτσι αλληλεγγύη και φιλικό συνεργατικό πνεύμα.

Η δουλειά έπρεπε να αρχίσει από το πρωί και όταν ήταν όλα έτοιμα ιδιαιτέρως στρωμένο το αλώνι τότε έπαιρναν ένα μαχαίρι μαυρομάνικο και το έμπηγαν πάνω στο στυγερό για να διώχνει το κακό μάτι.

Όταν τέλευε ο αλωνισμός άρχιζε η άλλη διαδικασία που είχε σκοπό να ξεχωρίσει τον καρπό από τα άχυρα. Κοιτούσε ο αλωνιστής από γέρνει ο άνεμος, από πού φυσούσε και τότε έβαζαν ένα μεγάλο πανί ή τέντα κοντά στο αλώνι ώστε να πέφτουν τα άχυρά μέσα σε αυτό.
Ο αλωνιστής ή και άλλοι γίνονταν ανεμιστάδες που με το δικριάνι ή ανεμιστήρι στο χέρι θα έκαναν τη δουλειά.

Τα δικριάνι ήταν σαν πιρούνα μεγάλη με μακριές διχάλες για να αρπάζει τη συνθλιμμένη ράπη, τη σήκωνε ψηλά. Ο αγέρας έπαιρνε το άχυρο και το έριχνε στο πανί ή στο χώρο που είχαν καθαρίσει κοντά στο αλώνι και ο καρπό έπεφτε στο αλώνι.

Όταν είχαν ξεδιαλέξει στα χοντρά το άχυρο από τον καρπό του σταχιού τότε γινόταν το καρπολόι. Το καρπολόι ήταν μια μακριά ξύλινη κουτάλα με την οποία σήκωναν καρπό και ψιλά άχυρα και τα ανεμίζανε. Με αυτό τον τρόπο γινόταν ο τελικός για τα καλά χωρισμός του καρπού από τα άχυρα.

Έπειτα ακολουθούσε το τσουβάλιασμα και η τακτοποίηση της σοδειάς στα κατώγια ή όπου έπρεπε να πάει.

Βέβαια τα αλώνια δεν ήταν μόνο για το στάρι αλλά και για τη φακή ή και για άλλους καρπούς που θέλουν την ίδια διαδικασία για να βγουν από το κέλυφός τους.

Με το αλώνισμα ολοκληρωνόταν ο τελετουργικός τρόπος στο όλο δρώμενο, σποράς -θέρου –αλωνισμού. Μια δουλειά γεμάτη κόπο, τέχνη μεράκι και «μαστοριά».

Κείμενα – Παρουσίαση: Γαλανός Σωτ. Γεράσιμος

email
Πηγή άρθρου: kefalonitis.com