Kεφαλονίτικη ιστορία: «Ε! Κυρά Αγγελιόσα, θα κάμουμε κάτι σήμερα;”

Κεφαλονίτικες Ιστορίες

Κεφαλονίτικες Ιστορίες

Και η κυρά Αγγελιόσα απαντά: «Μωρέ κακομοιριά σου που την άλλη φορά μ’ έκανες και τα κατέβασα και παζαρεύαμε τόση ώρα και δεν κάναμε τίποτα».

Αυτός ο διάλογος είναι αληθέστατος και ειπώθηκε από έναν μεταπράτη και από μια γυναίκα στο χωριό μου. Εγώ την έχω ακούσει εδώ και πολλά χρόνια, όταν ήμουν μικρό παιδί, από το στόμα του γιου αυτής της γυναίκας, κατά πολύ μεγαλύτερός μου, που την έλεγε σε όλους, τώρα αυτοί είναι πεθαμένοι.

Ασφαλώς όσοι έτυχε τότε να ακούσουν αυτόν τον διάλογο, όπως και εσείς τώρα, θα έκαναν και θα κάματε κάποια σκέψη όχι κι τόσο αθώα, και όμως αυτός ο διάλογος ήταν αθωότατος.

Έτσι, λοιπόν, η κυρά Αγγελιόσα που ήταν νοικοκυρογυναίκα και μάνα 8 παιδιών, και σύζυγο, και έκανε κουμάντο στην οικογένεια, που το σπίτι της ήταν πάντα γεμάτο όπως το κουκουνάρι, γιατί οι άντρες της, οι γιοί της και ο σύζυγός της, καλλιεργούσαν κτήματα και είχαν ζωντανά γιδοπρόβατα. Είχε πολλά προϊόντα να πουλά στους μεταπράτες, αλλά ήταν και τετραπέρατη και ήταν δύσκολο να την γελάσουν οι μεταπράτες στις συναλλαγές που έκαναν μαζί της.

Έτσι, λοιπόν, όταν καταλάβαινε ότι δεν της έδιναν την αξία των προϊόντων της, δεν τους τα πουλούσε και θα τα έδινε σε άλλον μεταπράτη που θα της έδινε περισσότερα χρήματα. Αφού, ήταν τσοπανόσπιτο το σπίτι της, πάντα κάτι είχε να πουλήσει στους μεταπράτες και ιδιαίτερα την εποχή που έσφαζαν τα αρνοκάτσικα κι είχαν κρεμασμένα στα πατερά του πατώματος στο κατώι τα τομαράκια και τις πυτιές να στεγνώσουν. Κάποια φορά ήρθε στο χωριό μου ο μακαρίτης μεταπράτης Νικόλαος Πεφάνης με το παρατσούκλι «μουλαράς» από το χωριό Δηλινάτα, και ίσως ήταν συγγενής του Παναγή Πεφάνη.

Πήγε λοιπόν στην Αγγελιόσα να αγοράσει κάτι, αν είχε, και τότε εκείνη του κατέβασε τα τομαράκια και τις πυτιές και αφού τα περιεργάστηκε αυτός αρκετή ώρα, της είπε να της έδινε κάποια χρήματα που κατά τη γνώμη της κυρά Αγγελιόσας ήταν λίγα. Και τότε άρχισαν το παζάρεμα μεταξύ τους και εν τέλει δεν συμφώνησαν και έφυγε ο μπάρμπα Νικόλας και η κυρά Αγγελιόσα ξανανέβασε και κρέμασε τα τομαράκια και τις πυτιές στα πατερά, περιμένοντας να πάει κάποιος άλλος μεταπράτης να της δώσει περισσότερα χρήματα.

Την άλλη εβδομάδα, όμως, πήγε ξανά ο μπάρμπα Νικόλας και της φώναξε από το δρόμο. Ε! κυρά Αγγελιόσα θα κάμουμε σήμερα κάτι; Εννοούσε την αγορά, τα τομαράκι και τις πυτιές. Η δε κυρά Αγγελιόσα θυμόταν την ταλαιπωρία της να τα κατεβάσει, τομαράκια και πυτιές απ’ τα πατερά, και αφού δεν συμφώνησαν, να τα ξανακρεμάσει, του είπε: «Μωρέ κακομοιριά σου, την άλλη φορά μ’ έκανες και τα κατέβασα και παζαρεύαμε τόση ώρα και δεν κάναμε τίποτα.

Έτσι λοιπόν έμεινε αυτό το γεγονός και το τρανταχτό ευτράπελο στην ιστορία. Εγώ θυμάμαι και την κυρά Αγγελιόσα και τον μπάρμπα Νικόλα μουλαρά. Ας είναι μακαρίτες.

Τώρα, αν με ρωτήσετε αν την δεύτερη φορά έκαναν τίποτε δεν ξέρω.

Φραγκάτα 1-2-2011

Ο χωριάτης

Διονύσιος Ευτυχίου Μεσολωράς

email
Πηγή άρθρου: kefalonitis.com