Κεφαλονίτικο: Ξεδουλιαστείτε αφέντες μου!!!

Στον καφενέ...

Στον καφενέ…

Λοστέσο, ματαπάλι, οι δυο κολέηδες βρεθήκανε, να τα λένε, σ’ ένα καφενέ, που περισσότερο ετζογάρανε, έδεκει μέσα, παρί πίνανε, παίζανε κανένα τάβλι, μπρίσκoλα και, στο βάθος, τα κόβανε πασέτα, οι δυο αμίτσι, ποτέτσου δεν είχανε σχέση με το τζόγο, παρί κάτσανε σε νια γωνιά, να πιούνε τσι γκαζόζες, που επαραγγείλανε, και να πούνε κανιά κουβέντα…

Ετούτη τη βολά, αρκίνησε πρώτος ο Παναής, όχι για τα παλεγά, παρί για τα σημερνά.

«Βωρέ κολέα Γληόρη, βόχταμε! Περκέ εστιμάρω πως θε’ να βουρλιστώ και θα με αριβάρουνε, ντίρα-βία, στον Άη Μεμά, έδεκει στα Ομαλά και θα με φερμάρουνε με τσι καδένες…»

Ο Γληόρης, για ένα μινούτο, τα έχασε, παρί τόμου ήρτε, ματάπαλε, στα μπόνα του, με γκράντε κιουριοσιτά, ρωτάει τον κολέα του: «Τι σου εσύβηκε, βωρέ Παναή μου, και κάνεις σα βουρλισμένος, λες και σε ετσίμπησε ντάβανος, μπονόρα – μπονόρα; Τι είν’ ευκειά που μου μολογάς;».

Ο Παναής, με πουλιό φορτσάτη φωνή, του λέει: «Βωρέ κολέα, περκέ δε με αφήνεις να στα πω και να τα βγάλω μεσαθέ μου, γιατί αν τα αφήκω μέσα μου, θε’ να κρεπάρω, για δαύτο, τσίτο κι άκουε! Για ποιό ντάβανο μου λες, βωρέ δεούτελο, ο ντάβανος δεν είναι τίποτσι, μπροστά σ’ εκειούς τσου νοματαίους, που προσπαθούνε, μπόλικα χρόνια οπίσω, και μπουκάρουνε ακάλεστοι μέσ’ στη βίτα μου και με διάφορες τζιριτζάτζουλες και υποσκέσεις, πιάνουνε τα πόστα του νομάρχη και του δημάρχου και μετά, από δαύτους, ακολουθάνε ένα σωρό «αντι…», που είναι ένα τσούρμο από δαύτους, με τά είναι οι πρόεδροι, αντιπρόεδροι… Ποτέ μου δεν εκατάλαβα τι χρειάζουνται οι «αντι…» οι πρόεδροι των συμβουλίων!

Παλεγά, από ό,τι θυμάμαι, μόνο δημαρχαίοι υπήρχανε, ας είναι… Ούλοι τούτοι, που λες, κατεβαίνουνε τσι εκλογές και μας κογιονάρουνε πως, τόμου πιάκουνε τα πόστα, θε’ να κάμουνε τον τόπο σεστάδο κι ομορφώτερο… Κι αμά το άλλο; Που μόλις πιάκουνε τα πόστα και κάτσουνε σ’ αυκειές τσι πορθρόνες, με τα ακουμπηστήρια για τσι καρκάλες τσου, με τα γραφεία που τσου φτιάνουνε και πάνωθέ τσου ο ύπνος πάει γόνα, ξεχνάνε πως εφιλήσανε κατουρημένες ποδιές, για ευκειές τσι θεσάρες, ξεχνούνε τσι χαιρετούρες, τσι περατζάδες τσι στράτες, με τσι χειραψίες και τα χαμόγελα, που ερωτάγανε «τι κάνει ο πατέρας σου;» που μπορεί και να είχε αφήκει τον κόσμο τούτονε, αρκετά τέρμινα μπριχού…»

Ετούτα, ο Παναής, δεν τα ‘λεε αγάλια – αγάλια, παρί οι θεοφωνάρες του, από την αγανάχτηση, ακουότανε απ’ τ’ Αγοστόλι, μίσια με τα Φάρσα και ακόμη πουλιό αλάργα… Ευκειό ήτουνε που έκαμε το Γληόρη, να αντισκόψει, για δεύτερη βολά τον Παναή.

«Βωρέ κολέα, τι έπαθες απόψε; Τι σ’ έχει πιάκει και εξασήκωσες ούλο το τσούρμο, που ‘ναι εδώ μέσα, και σε κοιτάνε ούλοι τσου, σα να’ναι αγγελοκρουσμένοι, σταματήσανε, βωρέ, για χάρη σου, μίσιαμε και το τζόγο… Για ούλα τούτα, που ‘πες μπιχού, έχεις τα δίκια σου, ευλοημένε, έχεις τα δίκια σου και είμαι ντακόρδο, παρί, κολέα, κάλμα για λίγο, κάλμα, γιατί θε’ να σου ‘ρτει κανά φαστίδιο και θε’ να σε πάμε αδιάβαστο, έδεκει στο Δράπανο, να φιλάς βάρδια στα κυπαρίσσια…»

Ματάπαλι, πουλιό φορτσάτα και με κορώνες, αρκίνησε να λέει στο Γληόρη:

«Γιατί, βωρέ τρισκατάρατε, δε μ’ αφήνεις να φινίρω την κουβέντα που έπιακα, παρί όλο μ’ αντισκόφτεις; Που είχα σταματήσει; Α, ναι! Για τσι πορθρόνες και τα γραφεία… Παρί δεν είναι μόνα ευκειά, γιατί κι από μονέδα, δε τα πάνε άσκημα… Για λίγες ώρες τη βδομάδα, που ασκολούνται οι πελισσότεροι, γιομώζουνε τα κατζέλα και τσι μπουζουνάρες τσου με ζωντανό παρά, και να φανταστεί κανείς, οι πιο πολλοί από δαύτους, είναι πάνου από δεκαπέντε χρόνια καρφωμένοι, σε τούτες τσι καθίκλες… Βάλε τσου μήνες, βάλε τα χρόνια και θα δεις ότι αρκετοί από δαύτους… βίλλα φκιάνουνε!

Γι’ αυτό σας λέω, να φύγετε και να μας αμπαντονάρετε, και να πάτε να ξεδουλιαστείτε αφέντες μου, για να ‘ρτουνε άλλοι νοματαίοι, πουλιό καινούργιοι και με πελισσότερες γνώσεις και διπλώματα και με ιδέες φρέσκες, γιατί εσείς ό,τι είχατε να δώσετε, το δώσατε! Τώρα, το πολύ-πολύ να λέτε τα ίδια και τα ίδια, μπούρδες δηλαδή…

Αρκετοί, δε από σας, έχετε αβαντάγιο τσι δουλειές σας και βαστάτε τσι οργανικές θέσεις σας και, όταν κανιά βολά αποτύχετε και δε βγείτε στα πόστα, που κάποιοι θεωρείτε φέουδά σας, οι θεσάρες σας είναι εκεί και σας ασπετάρουνε και το κατζέλο άδειο δε θα μείνει… Ουφ, τα είπα και ξαλάφρωσα, γιατί αν τα βάσταγα μέσα μου, αμίκο μου Γληόρη, μ’ ένα κιάκιο θα εσμπαράριζα και θε’ να γινόμουνα μελίδια και θα επαίρνανε κι εσένανε τα σκάγια, κολέα μου, κολέα μου! Καπίτο;»

Το ίδιο μομέντο, που εφινίρισε ο Παναής, ούλο το πόπολο που ήτανε στον καφενέ, αρκίνησε τα παλαμάκια, λες και εσυμφωνήσανε ούλοι με τα λεγόμενά του… Λες; Λες, βωρέ; Πελισσότερο από όλους, όμως, εχειροκροτούσε ο φίλος του, ο Γληόρης, που όλο έλεε «μπράβο-μπράβο, κολέα μου»!

Κείμενα – Παρουσίαση:

Διονύσης Τζουγανάτος

email
Πηγή άρθρου: kefalonitis.com