Κεφαλονίτικος πολιτισμός και αριέτες

Kαντάδες & Αριέτες

Kαντάδες & Αριέτες

Mεγάλο μερίδιο μέσα στον κεφαλονίτικο πολιτισμό και την παράδοση κατέχει η μουσική ιστορία του νησιού, που ποικίλει στη δημιουργία της και η οποία στις απαρχές της χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Αποτελούν δε ιδιαίτερο κομμάτι της η αριέττα και η καντάδα, ακούσματα που λίγο πολύ σε όλους μας είναι γνωστά. Μάλιστα δε, χαρακτηρίζουν το νησί μας, καθώς και τα άλλα Επτάνησα. Έχουν ειπωθεί αρκετά για το τι είναι αριέττα και το τι είναι καντάδα.

Φυσικά η δεύτερη είναι επέκταση της πρώτης. Θα λέγαμε μάλιστα και ότι η καντάδα παρουσιάζεται και ως εξέλιξη της αριέττας. Ας βάλουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, σύμφωνα με όποιες πληροφορίες και πηγές έως τώρα έχουμε και ας ξεκινήσουμε αυτή τη συνοπτική αναφορά μας στις αριέττες…

Ποιο τραγούδι ξεχωρίζουμε ως αριέττα ή μάλλον τι ονομάζουμε αριέττα; Ποια η ορθογραφία της λέξης; Η λέξη αριέττα προέρχεται από την ιταλική λέξη άρια, που και αυτή με τη σειρά της έχει ελληνική ρίζα από τη λέξη αήρ (αέρας) και που σημαίνει μέλος. Αριέττα είναι το υποκοριστικό της άριας, δηλαδή το μικρό, συνήθως δίστιχο ή τετράστιχο τραγουδάκι. Καλύτερα θα λέγαμε ότι η αριέττα(1) μουσικώς είναι μικρά άρια, ασμάτιον μελωδικό με δυο επαναλήψεις.

Kαντάδες & Αριέτες

Η γραφή της λέξης γίνεται με δυο (τ) λόγω του ότι τα υποκοριστικά στην ιταλική γλώσσα γράφονται με δυο (τ). Για παράδειγμα, Opera – operetta, casa – casetta, povero – poveretto, έτσι και η άρια – αριέττα. Από τους Ζακυνθινούς, λόγω του ότι έχουν και αυτοί παρόμοια ασμάτια, υποστηρίχτηκε η άποψη ότι η ετυμολογία της αριέττας προέρχεται από την ιταλική λέξη «l’ orecchio», που σημαίνει αυτί. Η λεγόμενη «αρέκια» ήταν άσμα που το οδηγούσε ο πρίμος και οι άλλες φωνές βοηθούμενες με το αυτί το έντυναν αρμονικά, όμως η λέξη αυτή δεν παρουσιάζει καμία ετυμολογική εξέλιξη ως προς τη λέξη αριέττα και δεν πιστοποιείται από κανένα λεξικό ελληνικό ή ιταλικό… 1954 στην ταβέρνα του Σπύρου Μένεγου.

Πώς και πού γεννήθηκαν και παρουσιάστηκαν αυτά τα άσματα της αριέττας;

Μέσα στο περιβάλλον του Ληξουριώτικου τοπίου που εξέθρεψε τον ιδεαλισμό, ήταν φυσικό ο λαός να χαράξει ένα δικό του, παρόμοιο δρόμο προς μια ανώτερη στάση ζωής, που θα τον έβγαζε για λίγο από τη μέριμνα της σκληρής βιοπάλης. Θα του έδινε ψυχαγωγία ποιότητας και, ταυτόχρονα, τη δυνατότητα να εκφραστεί και να δημιουργήσει. Εντάχθηκε λοιπόν από πολύ νωρίς στο ευρύτερο επτανησιακό πνεύμα, υιοθέτησε με τρόπο δημιουργικό ακούσματα από την κοντινή Δύση, συνταίριαξε αυτά με το κυρίαρχο Βυζαντινό μέλος, δίνοντας του απαράμιλλη μελωδική επένδυση και έκανε τη μουσική δεύτερη θρησκεία του, καταφύγιο και ίσως και από τον 16ο ακόμη αιώνα βρήκε στο δικό μας το νησί, και ιδιαιτέρα στο Ληξούρι, μια από τις πιο δυναμικές και δημιουργικές εκφράσεις του! Καρπός και χαρακτηριστικό γνώρισμα της μουσικής αυτής παράδοσης είναι η αριέττα, ένα πρωτότυπο και ιδιόμορφο πολυφωνικό τραγούδι, που γεννήθηκε στο Ληξούρι.καντάδες

Kαντάδες & Αριέτες

Με την αριέττα ο Ληξουριώτης εκφράζει σε τόνο ματζόρε, που είναι εύθυμος και ζωηρός, τα ερωτικά του αισθήματα, το ρομαντισμό του, τη νοσταλγική διάθεση, αλλά και καμιά φορά τους κοινωνικούς καημούς που εβίωνε κάθε φορά ή ακόμη, τα καταπιεσμένα εθνικά του φρονήματα. Οι περισσότεροι μουσικολόγοι και συνθέτες όπως ο Σπύρος Σκιαδαρέσης(2), ο Διονύσιος Λαυράγκας(3), ο Γεώργιος Σκλάβος(4) και άλλοι, καθώς και ερευνητές της μουσικής λαογραφίας, πιστεύουν ακράδαντα πως γεννήθηκε η αριέττα στο Ληξούρι και από εκεί πέρασε στην υπόλοιπη Κεφαλονιά και στη Ζάκυνθο.

Είναι γεγονός δε, ότι το τραγούδι ταξιδεύει σαν την άμμο με τον αέρα και γίνεται κτήμα πολλών. Έτσι μπολιάστηκαν και μπολιάζονται καθημερινά όλοι οι τόποι και γι’ αυτό συναντούμε κοινά λαογραφικά στοιχεία.

Από πότε αναφέρεται η λέξη αριέττα με τη σημασία που της δίνουμε ως σήμερα;

Αυτό το θέμα απασχόλησε τους ερευνητές, για να πιστοποιήσουν την παλαιότητα της αριέττας. Έως σήμερα δεν είχε εντοπιστεί καμιά πηγή που να μας παρέχει το πόσο παλιό είναι το όνομα και παράλληλα να εκφράζει την ιδιότητα του.

Σε αυτό το κείμενο γράφεται για πρώτη φορά η πηγή που μας μαρτυρεί την παλαιότητα του θέματος. Ο Ληξουριώτης ποιητής Πέτρος Κατσαΐτης(5) έγραψε την Ιφιγένεια (Εν Ληξουρίω) στα 1720. Σε στίχους του Κατσαΐτη διασώζεται η λέξη «αριέττα» και ο ίδιος μας παρέχει μία απ’ αυτές, η οποία αργότερα πέρασε και έγινε πανελλήνιο άσμα με τη μουσική που πιθανόν τραγουδιόταν στην παράσταση του όλου έργου με συνοδεία ταμπουριού

Kαντάδες & Αριέτες

…«Πολλή φωτιά το αμόρε σου μόβαλε στην καρδιά μου

και μιαν αριέττα θα σου ειπώ, παρέμορφη κυρά μου.

*

Έμαθα, κυρά μου, και έχεις

βαρκοπούλα και ψαρεύεις

κι ήρθα να σ’ την αρμπουρίσω

και να την καλαφατίσω».

Από αυτό το κείμενο πιστοποιείται πως η αριέττες τραγουδιόνταν από πολύ παλιά. Δηλαδή ήταν ένα είδος τραγουδιού που είχε εδραιωθεί αρκετά καλά και είχε γίνει κτήμα του λαού πριν από το 1700. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά αυτή στην αριέττα είναι η παλαιότερη που έχει έως σήμερα διασωθεί.

Σε μια μάζωξη τραγουδιών(6) που έγινε στο Ληξούρι από τους Αδελφούς Ιακωβάτου για λογαριασμό του Μεγάλου Διονυσίου Σολωμού, ο βασικός κορμός της συλλογής αυτής ήταν αριέττες, τις οποίες τις τραγουδούσαν εκείνη την εποχή. Μέσα σε αυτές υπάρχουν αριέττες, ποικίλα δίστιχα και μάλιστα και η λέξη «άρια». Επίσης σχεδόν ολόκληρο το 19ο αιώνα ζούσε στο Ληξούρι ο μουσουργός Πέτρος Σκαρλάτος(7), ο οποίος μέσα στο σύνολο των τραγουδιών που μελοποίησε, δημιούργησε και έντεχνες αριέττες, όπως τις αναφέρει, μιμούμενος την παράδοση του τόπου του. Θα πρέπει να ειπωθεί ότι η αριέττες της Κεφαλονιάς δεν μοιάζουν με εκείνες, που ως όρος χρησιμοποιούνται στην κλασική φωνητική μουσική της Δύσης.

Kαντάδες & Αριέτες

Το κεφαλονίτικο δημιούργημα, που είναι προϊόν πολλών παραγόντων, ακολουθεί δική του γραμμή. Βέβαια, ανιχνεύονται στις Ληξουριώτικες αριέττες ήχοι Γρηγοριανοί, έως νεότεροι βυζαντινοί εκκλησιαστικοί. Ο λογγοφόρος Θα πρέπει να ειπωθεί επί πλέον ότι σε μελέτη του μουσικολόγου Μάρκου Δραγούμη(8) αναφέρεται μια σημαντική μαρτυρία, πως ο Martini Batista σε επιστολή του προς το μουσικολόγο Charles Bymey, το 1770, αναφέρει ότι άκουσε στα Επτάνησα ήχους πολυφωνικούς που του θύμιζαν μουσική του Palestrina.

Οι αριετταδόροι, οι λογγοφόροι, οι τρατολόοι και τα νυχτερινά ακούσματα.

Έχουν σωθεί πολλές αριέττες(9), τόσο στη γλωσσική τους μορφή, όσο και στη μουσική εκτέλεσή τους και έτσι μπορούμε να έχουμε μια καλή εικόνα για αυτό το αντικείμενο. Βασικά, τις αριέττες τις τραγουδούσαν οι λογγοφόροι και οι τρατολόοι του Ληξουριού και οι περισσότεροι από αυτούς μαζεύονταν στις ταβέρνες, που με το κρασί και τις ελιές, αλλά και την πρέντζα ξετύλιγαν στο πνεύμα τις παρέας τις φωνές τους αμιλλώμενοι για την καλύτερη εκτέλεση του άσματος.

Kαντάδες & Αριέτες

Οι Ληξουριώτικες παρέες περνούσαν από ταβέρνα σε ταβέρνα, που ήταν τα ωδεία της μάθησης και της παραγωγής για τις αριέττες, και το σύνθημα ήταν: «Να πιούν μία και να πουν μία», δηλαδή μια πίντα κρασί και μια αριέττα για να προφτάσουν να κάνουν το νυχτερινό τους σεργιάνι κάτω από τα παράθυρα, στα στραβοκάντουνα και στις ρούγες, εκεί που είχαν κρυφό καημό. Τις τραγουδούσαν όταν η νύχτα προχωρούσε για καλά, άφηναν το μεγάλο μάγκο τση ταβέρνας και με το κρασί στα χείλια τους έπαιρναν σβάρνα τα καντούνια και τις ρούγες για να σταματήσουν κάτω από κάποιο παράθυρο σφαλιστό, όπου έμενε η άκαρδη ή για να κάνουν στάση κάτω από το μότζο φιλικού σπιτιού για να τιμήσουν μουσικά τους ένοικους του, έστω κι αν ξύπναγαν όλους τους γύρω γείτονες στα μαύρα μεσάνυκτα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι του μόχθου και του παλέματος με τα στοιχεία της φύσης ξεγελούσαν τους καημούς τους και τα παθήματά τους δημιουργώντας και αυτοσχεδιάζοντας τέτοια άσματα.

Οι λογγοφόροι έπαιρναν το δρόμο από τα σκοτεινά χαράματα με το κάρο τους για να βρεθούν ξημερώματα στο λόγγο και να κόψουν ξύλα, τα οποία τα πουλούσαν στους φούρνους για να ψένουν ψωμί. Ξεκινούσαν από το Ληξούρι και κατέληγαν στις λαγκαδιές, μα ο δρόμος ατέλειωτος με μοναδική συνοδεία το κρώξιμο της ρόδας του κάρου τους.

Kαντάδες & Αριέτες

Οι περισσότεροι από αυτούς τραγουδούσαν μικρά άσματα αριέττες, που τις εναρμόνιζαν με το μονότονο ήχο του μεταφορικού τους. Κι όπως τελείωνε η αριέττα, προσθέτανε και το «Χάε» για να προχωρά και το ζωντανό του κάρου τους. Ονομαστή περίπτωση από τις πολλές του Κωνσταντή του Κονταρίνη (Μιτζή)(10), που κάθε φορά καθώς περνούσε από τον Κεχριώνα, τον άκουγαν να τραγουδά πολλές και σπάνιες αριέττες.

Τα μάτια σου είναι κάρβουνο

τα χείλη σου κεράσι

και γώ παιδάκι άγουρο

που τό ‘χεις ξελογιάσει.

Επίσης και ο Πέτρος Κονταρίνης (Πετροκόκκινος)(11), που το κρασί ποτέ από τα χείλη του δεν έλλειπε, καθώς ήταν σαν παντζάρι τα μάγουλά του έλεγε ασταμάτητα αριέττες του κρασιού.

Κρασί σε πίνω για καλό

και συ με πας στον τοίχο

κινάω να πάω σπίτι μου

την πόρτα δεν τη βρίσκω.

Κρίμα που όλες αυτές οι αριέττες με διαφορετική μελωδία δεν ηχογραφήθηκαν για να μείνουν στην ιστορία…

Παλιό βιβλιαράκι καταγραφής με αριέττες 1860 Μα και πιο παλιές που τραγουδούσαν στο Ληξούρι και στην Κατωγή, αριέττες τις σταφίδας (12) και του μεροκάματου. Καθώς τα βράδια του καλοκαιριού, ύστερα από μέρα κουραστική του θερίσματος, του τρύγου ή του αλωνίσματος και άλλων τέτοιων εργασιών, ξεσπούσαν σε αριέττες και άλλα τραγούδια ως διασκέδαση.

Συγχρόνως τραγουδούσαν τον κόπο τους και τον αγώνα τους. Τραγουδούσαν τον εργατικό και τον ερωτικό καημό τους.

Kαντάδες & Αριέτες

Πέρδικα της ακρογιαλιάς που μάρανες το αηδόνι

και τόκανες να περπατεί τις νύκτες να μαργώνει. (13)

Στην περίπτωση αυτή το αηδόνι είναι ο τραγουδιστής και η πέρδικα η κοπελιά που πίσω από το παράθυρο λαχτάριζε το φιλί. ’λλοι στίχοι από μια αριέττα του Αθανασίου Σταθάτου (14) δείχνουν μιας άλλης εποχής νοοτροπία και κοινωνικές καταστάσεις.

Σε γλέπω που αφουγκράζεσαι αυτό που τραγουδάω

και λαχταρίζεις το φιλί, γι’ αυτό λιγοθυμάω

Οι στίχοι της αριέττας

Οι απλοϊκοί άνθρωποι του λαού που τραγουδούσαν αριέττες στις ταβέρνες ή στα καντούνια του Ληξουριού, ακολουθούσαν τετράστιχα με έντονο παθητικό περιεχόμενο, θέλοντας να εκφράσουν με αυτά τον ερωτικό καημό ή θαυμασμό τους προς το ωραίο φύλο ή για να στηλιτεύσουν τη σκληράδα της γυναικείας ψυχής, που δεν καταδεχόταν ν’ ανταποκριθεί στα φλογερά τους αισθήματα. Με βάση το ποιητικό κείμενο μπορούμε σήμερα να ξεχωρίσουμε τις αριέττες σε «ερωτικές», «σε αριέττες τση ρούγας», «τση ταβέρνας», «σε ειρωνικές» και «παιχνιδιάρικες». Αριέττες όπως «Σαν το ρόδο», «τα μακαρούνια», «Της Μπαρμπαριάς τα κύματα», «Δαχτυλιδόπλεκτα», «Αψηλό μου κυπαρίσσι», «Τζατζαμινιά μου» και πλήθος άλλες, έχουν μείνει ονομαστές και σιγοτραγουδιόνται ακόμη.

Οι φωνές και οι τρόποι του τραγουδιού της αριέττας

Αρχικά η δομή τις αριέττας φαίνεται πως ήταν τρίφωνη, χωρίς συνοδεία κιθάρας. Aργότερα όμως εξελίχθηκε σε τετράφωνη με την προσθήκη μιας ακόμη φωνής, της λεγόμενης τρίτης (Τέρτσα), που ήταν ωστόσο σπάνια και δυσεύρετη ακόμη και στο δικό μας τόπο.

Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα που είχε η αριέττα και που την ξεχώριζε από την απλή καντάδα, ήταν πως κατά κανόνα την άρχιζε μοναχός του ο πρίμος, που έπρεπε να είναι δεξιοτέχνης στο είδος, να διαθέτει ψηλή, κυματιστή, λαγάρια φωνή και ξεκινώντας τα πρώτα λόγια του τραγουδιού, ν’ αρχίσει πάνω σ’ αυτά φωνητικές περίπλοκες δαντέλες, περίτεχνα ανεβάσματα και κατεβάσματα, που να φθάνουν, καμιά φορά, μέχρι την πιο ψηλή περιοχή του πενταγράμμου. Κι όσο αυτός συνεχίζει τις τρίλιες του και τα φωνητικά γυμνάσματά του, όλοι οι άλλοι της παρέας να τον παρακολουθούν άφωνοι, με κρατημένη την ανάσα, για να μπουν στο τραγούδι όλοι μαζί την κατάλληλη στιγμή και να ντύσουν την ακουστική γύμνια του πρίμου με τη γλυκύτητα που δίνουν οι δικές τους φωνές.

Τα σεγόντα, τα μπάσα, τα πρίμα, τα τέρτσα, το απάνω σεγόντο που φυσικά το ήθελαν κάποιες αριέττες, σμίγουν σ’ ένα αρμονικό συνταίριασμα, για να δώσουν την άφατη εκείνη μελωδία της αριέττας. Σύντομα όμως σωπαίνουν όλοι δια μιας κι αφήνουν τον πρίμο να ξαναπάρει μόνος του για λίγο το τραγούδι, για να συνεχίσουν έτσι έως το τέλος ετούτη τη μυσταγωγία.

Δεν υπάρχει ομοιομορφία σε τούτες τις εναλλαγές, ούτε έχουμε τυποποίηση στου πρίμου τις φιγούρες, γι’ αυτό οι αριέττες εμφανίζουν απίθανη ποικιλία στη μουσική και την εκτέλεσή τους. Πολλές φορές, σε μία και την ίδια, έχουμε τεχνικές παραλλαγές, που οφείλονται πάντα στου πρίμου τη δεξιότητα και τη δική του μαεστρία.

Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί πως από όπως έως σήμερα ξέρουμε, την πρώτη καταγραφή από αριέττες σε μουσικό κείμενο την έκανε ο Νικόλαος Τσιλίφης(15) το 1930, παρόλο που αυτή η καταγραφή δε σώθηκε στην ολότητά της. Επίσης, σπουδαία καταγραφή πραγματοποίησε ο υπέροχος μουσικολόγος και μελετητής της ελληνικής μουσικής, ο Κεφαλονίτης Σπύρος Σκιαδαρέσης, που και θεωρητικά ήταν ο πρώτος που πήρε σοβαρά και μελέτησε το θέμα της αριέττας και της λαϊκής καντάδας του νησιού μας. Ανεπιφύλακτα αλλά και κριτικά θα σταθούμε στο υπέροχο έργο του Κεφαλονίτη μουσουργού Αργύρη Κουνάδη, ο οποίος δοθείσης της ευκαιρίας του γυρίσματος στα 1951 της κινηματογραφικής ταινίας «Το κλειδί της Ευτυχίας», ήλθε στο Ληξούρι και κατέγραψε αριετταδόρους.Αργότερα, το υλικό αυτό το διασκέδασε και με νέες ερμηνείες και το έδωσε πίσω στο νησί και στη δισκογραφία.

Kαντάδες & Αριέτες

Στην ταβέρνα Είναι αλήθεια πως η υπέροχη αυτή δουλειά του Κουνάδη είναι σεβαστή, άψογή και ερμηνευτικά μοναδική. Γι’ αυτό το λόγο, του χρωστάμε όλοι εμείς οι Κεφαλονίτες ένα μεγάλο ευχαριστώ. Παρ’ όλα αυτά, χωρίς να μειώνεται η δουλειά του, οδήγησε την αριέττα στα δικά του κάπως έντεχνα μονοπάτια και εμείς έως τα σήμερα τραγουδάμε σε εκείνο το ύφος που αυτός μας έδωσε δισκογραφικά. Παρέσυρε δε και άλλους μουσικοσυνθέτες, που αναμφισβήτητα και αυτοί προσφέρανε και προσφέρουν τα μέγιστα στη μουσική παράδοση του τόπου.

Το γνήσιο άκουσμα και η παλιά ερμηνεία έχουν χαθεί οριστικά. Δυστυχώς, οι παράγοντες που συνετέλεσαν για αυτή την αλλαγή και τη λήθη είναι πολλοί. Μακάρι να θυμηθούμε τα πλούσια και ποικιλόμορφα ακούσματα της αριέττας, για να επαναποκτήσουμε τη χαμένη μουσική μας ταυτότητα. Πηγές – Βιβλιογραφία – Σημειώσεις: 1. Σκιαδαρέσης Σπύρος, Αριέττα και Καντάδα, Περιοδικό «Ηώς» τευχ. 58-60, 1962 2. Λαυράγκας Διονύσιος, Η καντάδα και το λαϊκό τραγούδι της Επτανήσου, περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, 15 /5/ 1951, σελ. 79 3. Σκλάβος Γεώργιος, Η μουσική στην Επτάνησο. περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, 1961, σελ. 761 4. Κατσαΐτης Πέτρος, Ιφιγένεια (Εν Ληξουρίω), επιμέλεια Σπύρου Ευαγγελάτου, Εστία, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, σελ. 123 5. Καλογηροπούλου Βαρβάρα – Μεταλληνού, Ληξουριώτικα Χειρόγραφα 6. Βλ. Ραυτόπουλος Γεώργιος, Πέτρος Σκαρλάτος, εκδόσεις Αλκυών και Μουσικής Εταιρείας «Διονύσης Λαυράγκας» 1999 7. Δραγούμης Μάρκος, Η Δυτικίζουσα εκκλησιαστική μουσική στην Κρήτη και τα Επτάνησα, Περιοδικό Λαογραφία Λ.Α., τεύχος 31, Αθήνα 1978, σελ. 275 8.

Έχουν σωθεί σε ηχογραφήσεις πάνω από 300 αριέττες του Ληξουριού, οι περισσότερες άγνωστες, από τον Αθανάσιο Σταθάτο, τελευταίο παλιό αριετταδόρο και τραγουδιστή του Ληξουριού 9. & 10. Έχουν σωθεί στο στιχουργικό κείμενό τους πολλές αριέττες που τραγουδούσαν αυτοί οι δύο παλιοί τραγουδιστές 11. Βλ. για περισσότερα το μικρό ένθετο του Ψηφιακού Δίσκου με τίτλο, Ληξουριώτικές Αριέττες και Καντάδες, επιμέλεια Γερασίμου Σωτ. Γαλανού, έκδοση Δ.Ε.Κ.Π.Α. Δήμου Παλικής 2001 12. Μια από τις πιο παλιές αριέττες, η οποία για πρώτη φορά συμπεριλήφθηκε στον Ψηφιακό Δίσκο με τίτλο, Η καντάδα και η αριέττα στο Ληξούρι, 1997, επιμέλεια Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός, έκδοση Δ.Ε.Κ.Π.Α. Δήμου Παλικής 13. Ο Αθανάσιος Σταθάτος είχε στο Ληξούρι Ωδικό Όμιλο, που τραγουδούσε τα γνήσια Ληξουριώτικα άσματα, κυρίως τραγούδια Δελλαπόρτα και αριέττες 14.

Ο Νικόλαος Τσιλίφης ήταν σπουδαίος μαέστρος και δημιουργός χορωδιών και άφησε αξιόλογο δισκογραφικό έργο για τις καντάδες και τα άλλα επτανησιακά άσματα. Από τη μουσική καταγραφή που έκανε για τις αριέττες, μέρος της βρίσκεται στο Αρχείο Γεράσιμου Σωτ. Γαλανού 15. Ο Σπύρος Σκιαδαρέσης, στις αρχές του 1950, πραγματοποίησε καταγραφές δημοτικών και λαϊκών ασμάτων του νησιού μας…

Κείμενα – Παρουσίαση: Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός

Φωτογραφίες : KefaloniaToday

Δημοσίευση στο Kefalonitis.com

email