Κεφαλονίτης μιλάει, Κεφαλονίτης γράφει, ελευθερωμένος

Κεφαλονίτης μιλάει, Κεφαλονίτης γράφει, ελευθερωμένος

Κεφαλονίτης μιλάει, Κεφαλονίτης γράφει, ελευθερωμένος

Μόλις πρωτοείδα το σλόγκαν «Η Ελλάδα είναι παντού» γραμμένο στο λεωφορείο που χρησιμοποιούσε η ποδοσφαιρική μας Εθνική για τις μετακινήσεις της στις πόλεις της Νότιας Αφρικής, το μυαλό μου πήγε στον πολυταξιδεμένο Νίκο Καββαδία και τη «Βάρδια» του. Θυμάται λοιπόν και αφηγείται στους συντρόφους του ένα από τα πρόσωπα αυτού του εξαιρετικού πεζογραφήματος:

«Ημουνα ναύτης τότε μ’ ένα του Κούπα. Νιάνιαρο. Πιάσαμε κει πάνου σ’ ένα νησί από δαύτα, για δέρματα. -Εξυσε το κούτελό του – Δε θυμάμαι πώς το λέγανε… Κόσκα… Κίσκα…. Ετσι κάπως. Κρύο. Κατούραγες και δεν πρόφταινε να φτάσει κάτου. Πάγωνε στον αγέρα. Πόρτο να σου πετύχει! Κάτι αποθήκες σκεπασμένες με τσίγκο. Ούλο νύχτα. Πώς να κοιμηθείς στην πλώρη… Βγήκαμε πεντέξι Κεφαλονίτες παρέα. Πίσω από τις αποθήκες ανακαλύψαμε ένα χαμηλό σπίτι, μ’ ένα φανάρι κρεμασμένο, που ’γραφε: Spirits and wines, smoke and matches. Για γυναίκες δεν έλεγε. Μας άνοιξε ντυμένος βαριά, σα Σκιμώος.

Κάτι τεράστια μουστάκια ξεπετιόνταν άγρια από το φασκιωμένο μούτρο του. “Sit down Sorrs”, μας είπε σα να μας έβριζε. Καθίσαμε σε κάτι μπάγκους μπρος σ’ ένα χαμηλό τραπέζι και του παραγγείλαμε μια μποτίλια πιοτό. Το πάτωμα ήταν στρωμένο ροκανίδι. Κάνα δυο ράφια με σκονισμένες μποτίλιες, στον τοίχο. Πάτησε σ’ ένα σκαμνί για να φτάσει το ράφι. Γλίστρησε, να κατάφερε να μην του φύγει η μποτίλια απ’ τα χέρια.

“– Πού σας γεννόσπερνε, παλιοκερατάδες Εγγλέζοι. Σκατά στην ψυχή του Μέτελα… Το χάβαρο που σας πέταγε. Κι εσάς και τη μονέδα και την παντιέρα σας”.

Πέσαμε κάτω και κυλιόμαστε ξεροί από τα γέλια. Τα ’χασε.

“– Από πού ’σαι μπάρμπα;”

“Μπαρμπαριά και Τούνεζι να σας κόψει. Από την Κεφαλονιά. Γιατί, ωρέ;

Τσακίστηκε να μας περιποιηθεί, μα δεν έπαψε στιγμή να βλαστημά. Μας ρώτησε και για τα τριακόσια εξήντα τρία χωριά. Είχε φύγει εικοσάρης. Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο κι είχε κατασταλάξει σε κειο το νησί. Γέρος πια.

“– Εδώ θα πεθάνω, μας είπε. Δεν θα ξαναδώ Δειληνάτα. Στον πάγο θα με χώσουνε και δε θα λιώσω.

– Και γιατί δε γυρίζεις στην πατρίδα;

– Για το αντί… μας αποκρίθηκε. Τρεις καθάρισα σε μια νύχτα.

– Δε σε πιάνει ο νόμος, του ’παμε, έπειτ’ από τόσα χρόνια.

– Να χέσω το νόμο, φώναξε. Η Κεφαλονιά έχει τον δικόνε της νόμο κι εκειός με πιάνει. Ο νόμος τση φαλτσέτας. Δεν πάω πουθενά”».

Κεφαλονίτης μιλάει, Κεφαλονίτης γράφει, ελευθερωμένος είναι φυσικά ο λόγος και νόστιμος, τι άλλο. Να τος λοιπόν ο Ελληνας, με το μαγαζάκι του στο νησί Κίσκα, μια εκ των Αλεουτίων Νήσων της Αλάσκας, να βρίζει τον Μέτελα, τον Μέτλαντ δηλαδή, τον Αγγλο αρμοστή των Ιονίων Νήσων, και να εξηγεί πώς βρέθηκε στην ανάγκη να ξενιτευτεί, να γνωρίσει τα τέσσερα πέρατα του κόσμου και να αναζητήσει τελικά απάγκιο στον Βόρειο πόλο· ένα τριπλό φονικό ήταν η αιτία.

Ο γείτονάς του, ο Ιθακήσιος Οδυσσέας (που κάποιοι από τους μελετητές ή και ανασχεδιαστές του παρελθόντος τον θέλουν κι αυτόν Κεφαλονίτη), βρέθηκε για άλλο λόγο είκοσι χρόνια μακριά από το νησί του, για να μας κληροδοτήσει έτσι το πρότυπο του ακόρεστου για εμπειρίες ταξιδευτή, προς το οποίο τείνουμε ή τέλος πάντων θέλουμε να πιστεύουμε ότι τείνουμε.

Να, ένας βεβαιωμένα συντοπίτης του ήρωα του Καββαδία, ο Κωνσταντίνος Γεράκης, γεννημένος στην Κεφαλονιά το 1647, μπάρκαρε σε μικρή ηλικία, βρέθηκε στο Λονδίνο, έμαθε γλώσσες και λογιστικά, υπηρέτησε στο Μαδράς στην «Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών», αλλά οι φιλοδοξίες του δεν έμεναν ικανοποιημένες· επιδόθηκε λοιπόν στην παράνομη ναυτιλία, ναυάγησε στα νερά του Σιάμ (τη σημερινή Ταϊλάνδη), αιχμαλωτίστηκε, αιχμαλώτισε με τη σειρά του, και χάρη στις γνώσεις και τη γλωσσομάθειά του, τον πρωθυπουργό της χώρας, ανέλαβε τα οικονομικά του κράτους, άσκησε καθήκοντα πρωθυπουργού και αντιβασιλιά, ώσπου, ύστερα από μια εξέγερση, συνελήφθη, βασανίστηκε και θανατώθηκε.

Και για να μην ξεμακρύνουμε από τα νερά του Ιονίου, ας θυμηθούμε άλλον έναν κοσμογυρισμένο, τον Λευκάδιο Χερν: Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1850 από πατέρα Ιρλανδό και μητέρα Ελληνίδα, από σπουδαία οικογένεια των Κυθήρων, έφυγε μικρός από το νησί για να πάει στο Δουβλίνο, βρέθηκε έπειτα στην Αμερική και τις Δυτικές Ινδίες και καταστάλαξε στην Ιαπωνία. Με το καινούργιο του όνομα, Γιάκουμο Κοϊζούμι, και βουδιστής πια, αναγνωρίστηκε με τα χρόνια ως εθνικός συγγραφέας της μακρινής χώρας. Ιδού λοιπόν ένας πολυτάραχος βίος που θέτει σε πραγματικές βάσεις το ερώτημα αν γεννιέται κανείς Ελληνας (ή Ιρλανδός ή Ιάπωνας κ. ο. κ.) ή αν γίνεται.

Βιογραφικά σαν του Κεφαλονίτη του Καββαδία ή του Γεράκη και του Λευκάδιου Χερν θα μπορούσε να βρει κανείς αμέτρητα. Οι άνθρωποι, όχι μόνο οι Ελληνες, βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, ατομική ή μαζική, εκούσια ή καταναγκαστική. Ο πόλεμος (κατακτητικός ή αμυντικός), η κατοχή της πατρίδας σου, η φτώχεια, αλλά και ο τυχοδιωκτισμός, ο κοσμοπολιτισμός, η καθαυτό όρεξη της φυγής, γράφουν αέναα διαδρομές πάνω στην υδρόγειο.

Και οι άνθρωποι και υπηκοότητα αλλάζουν και σε άλλη θρησκεία μπορεί να αφιερωθούν και τη γλώσσα τους να ξεχάσουν από γενιά σε γενιά μετανάστευσης ή διασποράς.

Ορισμένοι ριζώνουν και προκόβουν στη νέα πατρίδα τους, κάποιοι πνίγονται από τους καημούς της ξενιτιάς και τη νοσταλγία, οι περισσότεροι ζουν για χρόνια σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας· δεν έχει πολλά σενάρια η ιστορία και ο μαζικός βίος.

Το «Η Ελλάδα είναι παντού» λοιπόν έχει την αλήθεια του, αλλά ούτε αποκλειστικό γνώρισμα ή προνόμιο και αποδεικτικό ανωτερότητας της Ελλάδας και των Ελλήνων είναι (κι άλλες χώρες, πολλές, κι άλλοι λαοί έχουν αφήσει τα σημάδια τους σε κάθε γωνιά του πλανήτη) ούτε αυτές οι όπου γης εστίες, μικρές και μεγάλες, συστήνουν έναν καβαφικό «ελληνικό καινούργιο κόσμο, μέγα».

Κι ακόμα και αν παραβλέψουμε ότι στην περίοδο που διανύουμε το όνομα «Ελλάδα» δεν έχει καλό ήχο στα αυτιά αρκετών λαών, ή τουλάχιστον των ηγετών τους (σαν χώρα της οκνηρίας, του μικρομεγαλισμού και της διαφθοράς δεν μας προσδιορίζουν, άδικα έστω και αυθαίρετα;), και πάλι δεν έχουμε σπουδαίους λόγους να πιστεύουμε ότι το όνομα «Ελλάδα» το διαβάζουν όλοι με τον δικό μας τρόπο και του δίνουν όλοι την αξία με την οποία το προικίζουμε εμείς.

Δεν έχουμε, ας πούμε, λόγους να πιστεύουμε ούτε πως οι σημερινοί Πέρσες οφείλουν να διδάσκουν τα παιδιά τους ότι ο Μεγαλέξανδρος εκπολίτισε τους προγόνους τους ούτε ότι οι σημερινοί μετανάστες, όσοι μάλιστα αδικούνται κατάφωρα, θα επιστρέψουν κάποτε στη γενέτειρά τους σαν διαφημιστές της ελληνικής φιλοξενίας και σπορείς του «ελληνικού πνεύματος».

Την αντίληψη ενός λαού για κάποιον άλλον τη σχηματίζει η ιστορία και όχι η αυτοδικαιωτική φυλετική ή εθνική μυθοπλασία. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι το σλόγκαν «Η Ελλάδα είναι παντού» δεν το υπαγόρευσαν όσοι, εγκάθειρκτοι της ιδεοληψίας τους, είναι πεπεισμένοι ότι ο κόσμος όλος είναι ένα υποπόδιο του αυτοκρατορικού ποδός μας.

email
Πηγή άρθρου: panoreon.gr