“Εις το ΛΗΞΟΥΡΙΟΝ…”

Ληξούρι

Ληξούρι

Τώρα πλέον έρχόμεθα στο ξακουστό Ληξούρι. Το λεγόμενο  “πίκολο Παρίσι”, που πλένει στο γιαλό τα ποδαράκια  του κατά τον τον αθάνατο Λασκαράτο.

Και στο μέρος αυτό της Κεφαλονιάς έζησαν πολλοί και ονομαστοί ριμναδόροι,ο  δε ανταγωνισμός μεταξύ αυτών γιμόνταν  με αρκετό πείσμα, όπως και στα άλλα μέρη του Νησιού μας.

Στα Ρίφο-Δαμουλιανάτα  π.χ. εδώ και  χρόνια έζησαν δύο έξοχοι τοιούτοι παγκεφαλονίτικης φήμης ριμναδόροι. Ο περίφημος  Διονύσιος Μαλιώρης και ο  Μαντζαβίνος Γαβριελάτος

Τα ποιήματα των δύο αυτών ριμναδόρων ήσαν πολλά και διάφορα. Πλην πολύ λίγα διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα.Στο Ρίφι  ήτο ο Ριμναδόρος Παναγής Γιακουμάτος.

Ή παράδοση αναφέρει, πως ο  εκ της Άγιας Θέκλης ριμναδόρος Σπυρίδων Λιβιεράτος. ενώ εχόρευε στο Ρίφι, είπε σε κάποιο χορό:

“Εγύρεψα να παντρευτώ στο βουλιασμένο Ρίφι,

μα δ’ μ’ αρέσ’ η πεθερά, δε μου γουστάρ’ η νύφη”

Οι Ριφιώτες, προσβληθέντες, παρακαλέσανε το Μαντζαβίνο να πάει την άλλη Κυριακή στην ‘Αγία θέκλη και να απαντήσει στον  Λιβιεράτο. Ο Μαντζαβΐνος, καίτοι λυπημένος από το θάνατο του αδελφού του, πήγε και άρχισε το χορό ως εξής:

“Αχείλι ξεμαράσου, πες το και της καρδιάς

και τα φαρμάκια ρίξτα στη ρίζα της εληάς.

Αν θέλης να τα φτιάκωμε και να συχωρεθούμε,

ότι σου πω κι’ ότι μου πης να μην το βαργομούμε” ( βαργομούμε= να μην το έχουμε βάρος )

Αν θέλης να τα φτιάκωμε φέρε’ οχτώ προβάτες

να τις ξοδεύω τις τρινές να βάλουμε αργάτες.!!!”

Είπαμε προηγουμένως, πως ο Μαλιώρης ή Γιάννος είχε άνταγωνιστή το Μαντζαβΐνο. Αληθινά όλες οι πληροφορίες μας καταλήγουν εις το συμπέρασμα, ότι οι ρίμνες και των αυτών ριμναδόρων της Άνωγής ήσαν τόσο έξυπνες, ώστε ώρες ολόκληρες κρατούσαν το χορό, χωρίς διόλου να κουράσουν τους ακροατές.

Ήταν αδύνατο να παρουσιαστεί νέος στο χορό, χωρίςο τρομερός σατυρικός Μαλιώρης να μη του πει το κατάλληλο δίστιχο ή τετράστιχο.

Για να λάβει μια  ιδέα ο  αναγνώστης για το Μαλιώρη σημειώνουμε τα κατωτέρω ανέκδοτά του.

Κάποια γυναίκα τη στιγμή, που χόρευε ο  Μαλιώρης, ήλθε στο χορό με γεμάτο το πρόσωπο από πούδρα, την οποίαν στην “Ανωή1) λένε πούρβερη. Ό ευφυής λοιπόν ριμναδόρος, κοιτάζοντας τη γυναίκα αυτή, ξεφωνίζει.

” Η  πούρβερη το πρόσωπο, πως το κατασκευάζει, σαν κότα το Μαγιάπριλο, όπου ξαναπουλιάζει”.

Κάποιος παππάς στο χωριό του είχε τη συνήθεια να φορη 1»α ζωνάρι κόκκινο. Μόλις τον είδε ό Μαλιώρης αρχίζει.

“Κόσμο πολύν εγύρισα και νύχτες με φεγγάρι, μα δεν απάντησα παππά με κόκκινο ζωνάρι.”

Όταν δε σε κάποιο άλλο χορό ήλθε ένας διάσημος ζωοκλέφτης, ο  Μαλιώρης του φώναξε.

“Ολ’  οι παππάδες του χωριού θε να σεαφορέσουν,

πάνε  να φέρης πέντ’ αρνιά για να σε συγχωρέσουν.

Αν θαν τα φέρης ναν καλά και ναν από δικά σου

να  ιιην τα πάρης άλλουνού, πούναι το μάθημα σου”.

Στα Δαμουλιανάτα ζούσε κάποιος γέρος, που φορούσε στενά πανταλόνια, τα άλλαξε απότομα και φόρεσε πλατοβράκια (κούδες), επειδή έπαθε από κήλη και δεν ήθελε να το μάθουν οι χωριανοί του.

Ο τρομερός Μαλιώρης το πήρε μυρουδιά και μόλις τον βλέπει στο χορό, αρχίζει.

“Για πέτε μου γυναίκες μου, φίλοι μου και παιδάκια,

τ’ επαθ’ ο Γέρο-Νικολής κι’ έβαλε πλατοβράκια ;”

Στο ίδιο χωριό ζούσε κάποιος φτωχός νέος, πού φορούσε διαρκώς ρολόι χρυσό, ενώ στο σπίτι του πεινούσαν.

Ο  Μαλιώρης, σατυρίζοντας αυτόν, έλεγε.

“Βλέπετ αυτόν τον μπροστινό, όπου φορεί ρολόι ;

στο σπίτι του για το ψωμί πιάνουν το μοιρολόι.

Με μπαουλίνα ‘) περπατεί, το σέρνει με καμάρι,

στο λείψανο του ο παππάς πεντάρα δε θα πάρη!”

Κάποια φορά πάλι, σατυρΐζοντας την . . . αγάπη !! που έχουν οι Νύφες με τις πεθερές, τραγουδούσε.

“Αν έλθουν τα Δεματορά (χωριό) να σμίξουν με το Ρίφι, 

τότενες  θε ν’ αγαπηθούν η Πεθερά κι’ η  Νύφη.”

email
Πηγή άρθρου: H Σάτυρα στην Κεφαλονιά