Μην ξεχνάτε την Κεφαλονιά

Μην ξεχνάτε την Κεφαλονιά

Μην ξεχνάτε την Κεφαλονιά

Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου πάντα μου γεννούσε ιδιαίτερες σκέψεις. Δεν θα σταθώ στο θέμα «ποιος είπε το ΟΧΙ;» και σε τι γλώσσα ειπώθηκε. Ως προς το δεύτερο, είναι γραμμένο και στα ιστορικά βιβλία πως η φράση ειπώθηκε “περιφραστικά” στα γαλλικά από τον Μεταξά κι ήταν «Alor, c’ est la guerre» . Ως προς το πρώτο σηκώνει πολλή συζήτηση περί του να μην τολμάς να αναφέρεις το όνομα επειδή ως λαός δεν διδάσκεσαι Ιστορία παρά κομματική εκδοχή.

Το «όχι» του Μεταξά ή το κατά την ακρίβεια «Alor c’ est la guerre» δεν τον απαλλάσσει από τον τίτλο του Δικτάτορα ούτε τη Δικτατορία του από την αυταρχική εφαρμογή. Όμως η Ιστορία είναι Ιστορία.

Δεν μιλώ λοιπόν γι αυτά. Είναι ετήσιες σκέψεις που επαναλαμβάνονται.

Δεν μιλώ καν για το ότι σε όλο τον κόσμο οι όποιες εθνικές και ιστορικές επέτειοι έχουν να κάνουν με ένα φινάλε, με ένα κλείσιμο, με μια ολοκλήρωση. Με μια απελευθέρωση, με μια συνθήκη, με μια συμφωνία, με μια εκεχειρία, με μια ανακωχή.

Το να γιορτάζουμε την κήρυξη ενός πολέμου, δεν το πολυκαταλαβαίνω. Όταν μάλιστα οι εξελίξεις δεν ήταν ανάλογες κι όταν την πρώτη νίκη την ακολούθησε συντριπτική ήττα και στη συνέχεια κατοχή με λιμό μαζί. Αντίθετα, υπάρχει η 12η Οκτωβρίου (του έτους 1944), ημερομηνία απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών, της ελληνικής πρωτεύουσας δηλαδή, που θα μπορούσε ωραιότατα να γιορτάζεται και να διδάσκει και για τα λάθη που κι εδώ επακολούθησαν κι έσπρωξαν σε εμφύλια σύρραξη αλλά θα ήταν μια ευκαιρία να διδασκόμασταν. Και να είχε κι ένα νόημα η επέτειος.

Με βάση αυτά, εκείνο για το οποίο θα ήθελα να μιλήσω ήταν κάτι που διαπίστωνα μεγαλώνοντας. Κι ειδικά, όταν ήρθε και στην Ελλάδα το «boom economicο» που λένε κι οι Ιταλοί, η οικονομική ανόρθωση των Ελλήνων, είτε με υπαρκτό παλιότερα είτε με πλαστό χρήμα αργότερα. Ενας αγαπημένος προορισμός των Ελλήνων της 28ης Οκτωβρίου που είναι αργία, έγινε η …. Ιταλία!

Ειδικά στη Ρώμη, αμα βρεθείς σε τετραήμερο 28ης Οκτωβρίου, στο centro storico της Αιώνιας Πόλης, βουίζουν γύρω σου τα ελληνικά.

Εχουν επωφεληθεί οι Ελληνες από το χρονικό περιθώριο της αργίας κι έχουν πάει να γιορτάσουν το «Όχι» εναντίον των Ιταλών στην Ιταλία.

Από μία άποψη, θα μπορούσε αυτό να εκληφθεί κι ως ένα αδελφικό ή συναδελφωτικό μήνυμα. Ναι, αυτή τη μέρα, αυτή την ημερομηνία μάλλον, ερχόμαστε εδώ σε σας για να γιορτάσουμε παρέα, να πούμε το «νερό κι αλάτι» κι όλοι μαζί να βροντοφωνάξουμε «ποτέ πιά». Ειδικά με ένα λαό σαν τον ιταλικό ,με τον οποίο μας δένουν πολλά πράγματα κι αυτό που μας χωρίζει δεν είναι οι εδαφικές διεκδικήσεις αλλά το ότι αυτοί πέρασαν Αναγέννηση-

ή μάλλον ΕΦΤΙΑΞΑΝ ΟΙ ΙΔΙΟΙ την ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ- ενώ εμείς στα χρόνια εκείνα ήμαστε υπό την οθωμανική κυριαρχία.

Α, ναι. Αυτή η ρομαντική ιδέα πολύ θα μου άρεσε. Και ίσως στην πράξη να λειτουργεί χωρίς να μπαίνει στον κόπο των πολλών εξηγήσεων.

Θα μπορούσε όμως από την άλλη να επισημαίνει και κάτι ιδιαίτερα σκληρό, που το αναλογίζεσαι τις φορές εκείνες που τα μαύρα σύννεφα μιάς εκτροπής, βαραίνουν την ελληνική ατμόσφαιρα και τότε ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια οι προβληματισμοί αυτού του τύπου. Πως η σχέση μας με την Ιστορία είναι πολύ μα πολύ χαλαρή. Γι αυτό κι είμαστε γεμάτοι ταμπού, επειδή τη φοβόμαστε διότι δεν την περιποιούμαστε, την Ιστορία επιμένω κι είμαστε επιρρεπείς το να τη γράφει και να την ξαναγράφει, να τη σβήνει και να την ακυρώνει και να προτείνει καινούργια, ο εκάστοτε που ανεβαίνει στον κυβερνητικό θρόνο, ανάλογα με τα συμφέροντα του κόμματος που αντιπροσωπεύει ή με τις διεθνείς συγκυρίες που παίζουν χρονικά στον συγκεκριμένο ενεστώτα .

Πέρασα κι εγώ το ιταλικό μου τριήμερο και δεν τον κρύβω. Όχι όμως στην Ιταλία αλλά εδώ. Μέσω δορυφορικής. Θα έπαιζε η Ρόμα και δεν θα την έβλεπα επειδή ήταν η παραμονή της παράδοσης του ιταλικού τελεσίγραφου στον Ελληνα Δικτάτορα, που προτίμησε την συμμαχία με την Αγγλία στη δεδομένη στιγμή κι είπε το περιφραστικό «Όχι»; Το είπε, όμως.

Αντί να χάσω εγώ τους «Undici Totti» που υποσχέθηκε ο Γκαρσία, ο προπονητής της «Ρόμα», τους «έντεκα Τότηδες» δηλαδή, και που επιβεβαιώθηκε αφού όχι απλώς κατάφερε να αναπληρώσει το κενό του μεγάλου τραυματία αρχηγού αλλά και με δέκα παίκτες κατόρθωσε να κάνει την τούμπα και τελικά να σκοράρει στην έδρα της Ουντινέζε, στα σύνορα με την Σλοβενία, αντί να χάσω αυτό εγώ και κάποιοι άλλοι φίλοι κάτι άλλο ή κι οι εκδρομείς την προς τα εκεί μετακίνηση τους, θα προτιμούσα να έχω δει μια εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση με ιστορικό περιεχόμενο. Σαν κι αυτές που βλέπω στο εξωτερικό. Και κυρίως στην Ιταλία με την οποία έχω στενότερη επαφή. Μια εκπομπή με ιστορικούς και άλλα εκτιμητέα πρόσωπα που να συζητήσουν για αυτά τα θέματα, που να αναλύσουν την πολιτική Μεταξά, που να μην κρύβουν αν είπε το «Όχι» αλλά να ψάχνουν εις βάθος το πώς κι ο χαρακτηρισμένος Γερμανόφιλος Δικτάτορας έκανε αυτή την αντεπίθεση, σαν να ήταν αμυντικός του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Με τέτοια πράγματα μορφώνεις τον κόσμο. Αντίθετα, κάνοντας ζάπινγκ στα ιταλικά κανάλια, έπεσα πάνω σε μια εκπομπή της RAI 3. Παρακαλώ! Ναι, της ιταλικής RAI3. Κι είχε μια έρευνα για την άνοδο του νεοφασισμού στα Βαλκάνια αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, με έμφαση στην Ελλάδα και στη «Χρυσή Αυγή», παρουσίασε τον Ελληνα δημοσιογράφο Δημήτρη Δεληολάνη που έβγαλε ένα βιβλίο στα ιταλικά με τίτλο «Albadorata», δηλαδή «Χρυσαυγή», έτσι όπως ήταν διατυπωμένο ως μία γραφή, κι ο συνάδελφος μίλησε για το ότι επί 30 χρόνια στην Ελλάδα γνώριζαν και σιωπούσαν.

Μα οι Ιταλοί με αποστόμωσαν ακόμα περισσότερο με το επόμενο θέμα τους που πήγε να μου κοστίσει και το ματς, την partita. Τίτλος της επόμενης ενότητας «NON DIMENTICARE LA CEFALONIA». ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ.

Ναι, γιόρταζαν κι αυτοί με τη σειρά τους το αντιφασιστικό «Όχι» της Ελλάδας εναντίον του Μουσολίνι «τους», του δικού τους Μεταξά, κι υπενθύμιζαν ένα γεγονός που φέτος συμπληρώνει 70 χρόνια: Τη σφαγή των Ιταλών της Κεφαλονιάς από τους Ναζί, μετά την ανακωχή του 1943, όταν η Ιταλία άλλαξε στρατόπεδο κι από τον Αξονα βρέθηκε στους Συμμάχους.

Εκεί σφαγιάστηκαν περί τους 5000 Ιταλών κι όσοι γλύτωσαν πήραν τα βουνά κι ενώθηκαν με την Ελληνική Αντίσταση.

Εμείς, όχι μόνο έχουμε ξεχάσει την Κεφαλονιά, ίσως και πολλοί το περιστατικό να μην το γνωρίζουν. Μα και μία εκπληκτική μίνι σειρά ιταλικής παραγωγής, έργο με υπόθεση κι όχι ντοκιμαντέρ, το «Cefalonia 1943», στο οποίο πρωταγωνιστεί ο εκπληκτικός Λούκα Τζινγκαρέτι, ο ενσαρκωτής του «Επιθεωρητή Μονταλμπάνο» του Αντρέα Καμιλέρι, και το οποίο γυρίστηκε στην Ελλάδα, δεν την πήραμε καν χαμπάρι. Ούτε ότι γυριζόταν, ούτε όταν γυριζόταν, ούτε κανένα κανάλι έσπευσε να την πάρει. Μόνο κάποια στιγμή, το αλήστου μνήμης Alter την έδειξε κατά τις 4 το πρωί, αφού προηγουμένως την είχε κυκλοφορήσει πλαστικοποιημένη σε κάποια εφημερίδα που στη συνέχεια έκλεισε…

Η ιστορική άγνοια, η έλλειψη σεβασμού προς την Ιστορία, το νόημα της λέξης «Επέτειος»… Να πως εκδηλώνονται

email
Πηγή άρθρου: gazzeta.gr