Ο Κεφαλονίτης Καπετάν Νικόλας

Ο Ν.Καβαδίας με συναδέλφους ναυτικούς στο κατάστρωμα του καραβιού Via Senile Deca

Ο Ν.Καβαδίας με συναδέλφους ναυτικούς στο κατάστρωμα του καραβιού Via Senile Deca

Στον Νίκο Καμπανό

Τον γνώρισα στο πρώτο μου μπάρκο. Στο πρώτο πρώτο μου μπάρκο. Σ’ αυτό που είμαστε φοβισμένοι. Που μπαίνουμε σ’ έναν καινούργιο κόσμο. Στον κόσμο του βαποριού. Κι αρχίζει το πρώτο μας ταξίδι. Και στην πρώτη φουρτούνα τρομάζουμε. Γύρω απέραντος ωκεανός, κι εμείς, μικροί και ασήμαντοι μπροστά στα στοιχεία της φύσης, κονταροχτυπιόμαστε με το κύμα. Κι ύστερα στεκόμαστε εκστατικοί στην κουπαστή και κοιτάμε πέρα. Στο άγνωστο, στο απέραντο γαλάζιο.

Εκεί λοιπόν τον γνώρισα. Στο πρώτο μου μπάρκο. Και μου στάθηκε σαν πατέρας. Πρακτικός αξιωματικός ήταν. Ανθυποπλοίαρχος μετά από χρόνια και χρόνια λοστρόμος. “Εγώ Βασιλάκη”, μου έλεγε, “άσχημα νοιώθω εδώ μέσα, (εννοούσε στην τραπεζαρία και στο καπνιστήριο των αξιωματικών). Εγώ ανήκω από κει”, (και μου έδειχνε το καπνιστήριο του πληρώματος). Πάντα όμως γελαστός και χαρούμενος. Όταν με έβλεπε λυπημένο, (και ήμουν πολλές φορές λυπημένος), σαν πατέρας με παρηγορούσε. Μου μιλούσε, μου μιλούσε. Μου έλεγε Κεφαλονίτικα αστεία. Μου διάβαζε στιχάκια του. Απ’ όλα αγαπούσα εκείνο το αυτοβιογραφικό του.

Το ’23 είδα το φως…

Τη μάμμη μου την έλεγαν Μαρία…

Είχε κάνει στα καράβια και με τον Καββαδία. Ο Καββαδίας ήταν σαν ο πνευματικός πατέρας όλων των ναυτικών. Όσοι έχουν κάνει μαζί του πολύ υπερήφανοι νοιώθουν, κι όλο διηγούνται στιγμές του κοινού βίου τους.

Έτσι λοιπόν με τον καπετάν Νικόλα. Μόνο ένα πράγμα μου είχε κάνει εντύπωση. Ποτέ δεν έβγαινε στα λιμάνια. Ή έβγαινε σε στιγμές ανύποπτες και πάντα μόνος. Ποτέ δεν με ρώτησε για τον κόσμο των λιμανιών, για τις γυναίκες. Και ποτέ δεν τον ρώτησα. Ανάμεσά μας υπήρχε μόνο η θάλασσα, και μόνο η θάλασσα. Γι’ αυτήν μου διηγήθηκε εκατοντάδες ιστορίες. Για συναδέλφους του, για ναυάγια, για μπάρκα, για φορτία. Όταν ξεμπάρκαρα απ’ το καράβι εκείνο σχεδόν κλαίγαμε οι δυο μας. “Αγριλιά”, μου είπε. “Κοντά στο Φισκάρδο στην Κεφαλονιά, το χωριό μου. θα σε περιμένω. Σε ένα δυο χρόνια ξεμπαρκάρω οριστικά, θα είμαι συνέχεια εκεί. Να έρθεις κανένα Καλοκαίρι”. Του το υποσχέθηκα, και ήξερα ότι σίγουρα αυτό θα γίνει.

Χαράζεις ένα δρόμο. Έρχεται η ζωή, σου τον ανατρέπει. Χαράζεις άλλον. Κι άλλη ανατροπή.

Σταθμοί, λιμάνια, μπάρκα, βιοπάλη, αγώνας. Δεκαοχτώ χρόνια μετά κατόρθωσα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου. Είχα μια αγωνία! θα ζει; ή δεν θα ζει.

Ζούσα έναν χωρισμό, μετά από μακροχρόνιο δεσμό, και μόλις είχα γνωρίσει μια νέα γυναίκα. Ένα τέλος δηλαδή, και μια νέα αρχή. Η νέα γυναίκα ήταν Σπανιόλα. Αναζητούσε την ηρεμία στην Ελλάδα. Ταξιδεύτρια δηλαδή και αυτή. Καθένας διαλέγει τον τρόπο του για το ταξίδι. Για να είμαι ειλικρινής, εγώ ο ίδιος είχα ενδοιασμούς για τις ξένες γυναίκες. Τόσα ταξίδια, τόσοι χωρισμοί. Παπούτσι από τον τόπο σου, έλεγα. Τα ίδια ένοιωθε κι αυτή, όπως μου είπε. Ήθελε να γυρίσει, ήθελε ν’ αράξει στην Ισπανία. “Το μισό χρόνο εδώ, τον άλλο μισό στην Ισπανία”, της είπα γελώντας αν και ήταν πολύ νωρίς να μιλάμε για μέλλον. Της ζήτησα να πάμε μαζί στο χωριό του Καπετάν Νικόλα.

Φτάσαμε στο Αργοστόλι. Πληκτική πόλη. Βλέπει σε λιμνοθάλασσα -απέναντι το βουνό. Δεν βλέπει το πέλαγος. Τον ανοιχτό ορίζοντα, να βοηθήσει και τη δική μου σκέψη να ταξιδέψει, να ξεκουραστεί. Πρώτο μας μέλημα, να επισκεφτούμε το άγαλμα του Καββαδία στην παραλία του Αργοστολίου. Είχα ακούσει πολλά γι’ αυτό το άγαλμα. Όμορφο άγαλμα. Ο Καββαδίας, ακουμπισμένος στα χέρια του, με ένα μολύβι στο δεξί του χέρι, κοιτάζει προς το άνοιγμα του λιμανιού απ’ όπου έρχονται και φεύγουν τα καράβια. Ένας φόρος τιμής είναι η επίσκεψη αυτή. Για ό,τι έγραψε. Για ό,τι μας δίδαξε. Την αγάπη στο ταξίδι. Την πίστη στο ταξίδι.

Από ‘κει γραμμή για τη βόρεια Κεφαλονιά. Ορεινό τοπίο. Όμορφο τοπίο. Στα αριστερά μας το Ληξούρι. Κι αυτό δεν βλέπει προς το πέλαγο. Είναι αυτή η λιμνοθάλασσα, ο κόλπος του Αργοστολίου όπως λέγεται, που βολεύει το απάγκιο των καραβιών. Κι εκεί πρέπει να πάμε. Να αποτίσουμε φόρο τιμής στον Λασκαράτο στεκάμενοι με σεβασμό μπροστά στο εκεί άγαλμά του. Κι ύστερα θέλω να διαπιστώσω τι απέμεινε στους Κεφαλονίτες απ’ το πνεύμα του Λασκαράτου. Απ’ το χιούμορ του! Τι έμεινε απ’ τον φημισμένο τρόπο ζωής των παλιών Κεφαλονιτών. Ν’ ακούσω και τα τραγούδια τους. Τον μέρμηγκα, το Διβαράτικο… Τις καντάδες, τις αριέτες, τις καντρίλιες, τις λαντσέρες, τον μπαλό…

Κεφαλονιά. Ένα νησί ταξιδευτάδων. Κι όχι μόνο με τα καράβια και επιστροφή. Αλλά άραγμα σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Στο συνέδριο των αποδήμων Κεφαλονιτών στη Νέα Υόρκη, (μου έλεγε αργότερα ο Αγαμέμνων, ένας από αυτούς τους σύγχρονους Κεφαλονίτες Οδυσσείς που έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή στο Τορόντο και προσπάθησε να το κατακτήσει οικονομικά με αλυσίδα καταστημάτων), παραβρέθηκε και ένας που ζούσε στη Λαπωνία… Ο πατέρας του Νίκου Καββαδία, Χαρίλαος Καββαδίας ήτανε, λέει, προμηθευτής του τσάρου στην Μαντζουρία…

Συνεχίζουμε προς τα βόρεια. Από ένα σημείο, μου έχουν πει ότι φαίνεται η Ιταλία. Προσπαθούσαμε, όμως μια μαύρη γραμμή βλέπαμε στα δυτικά πάνω από τη θάλασσα. Μάλλον είναι the pollution, η ρύπανση της Ιταλίας, λέγαμε, και γελάγαμε.

Μετά, της έλεγα και της ξανάλεγα για τον Καπετάν Νικόλα. Όσο πλησιάζαμε τόσο η αγωνία μου μεγάλωνε, θα ζει; ή δεν θα ζει. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση, και με ευχαρίστησε, είναι ότι και η νέα γυναίκα δίπλα μου ένοιωθε την ίδια αγωνία. θα μπορούσε να δυσανασχετεί, ή να είναι απλώς αδιάφορη. Σιγά την ιστορία! Ένας τρελός ψάχνει έναν παλιό συνάδελφο απ’ τα καράβια! Όμως το ενδιαφέρον της όχι απλώς με ευχαριστούσε αλλά σιγά σιγά με συγκίνησε. Έτσι κρίνουμε τους ανθρώπους. Απ’ τα συναισθήματά τους, απ’ τον τρόπο σκέψης τους.

Φτάνουμε στο σταυροδρόμι όπου έπρεπε να στρίψουμε για τον Αγριλιά. Ρωτάω όμως για το υπόλοιπο της διαδρομής. Ο ηλικιωμένος κύριος στον οποίο απευθύνθηκα, μου δίνει τις πληροφορίες, αλλά με ρωτάει και ποιον ψάχνω μήπως μπορεί να με βοηθήσει. (Είναι ακόμα Άνοιξη. Δεν έφτασε ακόμα ο τουρισμός. Ακόμα οι άνθρωποι ρωτάνε. Και βοηθάνε).

Είναι η κρίσιμη στιγμή. Νοιώθω κόμπο στο λαιμό. Ρωτάω για τον Καπετάν Νικόλα. Ο ηλικιωμένος κύριος μου λέει ότι πέθανε πριν δύο χρόνια. Κι ότι ήταν κουνιάδος του. Τα λόγια μου είναι βουρκωμένα. Η γυναίκα αν και δεν ξέρει Ελληνικά έχει καταλάβει. Μου σφίγγει το χέρι. Του λέω την ιστορία μου. Ότι είχα κάνει στα καράβια με τον καπετάν Νικόλα, ότι είχα υποσχεθεί να ‘ρθω να τον βρω, κι ότι ήρθα αργά. (Είναι αυτή η ανάγκη που νοιώθουμε καμιά φορά για εξομολόγηση). Τον ρωτάω ποιους έχει αφήσει πίσω του κι αν μπορώ να βρω κάποιον δικό του. Να ζητήσω τον αδερφό του το Σπύρο, μου λέει. Φεύγουμε. Η γυναίκα μου ζητάει να της μεταφράσω όλο το διάλογο με τον ηλικιωμένο κύριο. Η επιθυμία της αυτή μου φουντώνει τη συγκίνηση. Της φιλάω το χέρι.

Πλησιάζουμε προς το χωριό. Ή μάλλον προς τον μικρό οικισμό. Παρκάρουμε. Τον πρώτο που συναντάω, ρωτάω για τον κύριο Σπύρο. “Νάτος”, μου λέει και μου δείχνει έναν ηλικιωμένο που στηρίζεται σε μπαστούνι. Τον πλησιάζω. Εξηγώ και σ’ αυτόν την ιστορία μου. Ρωτάω αν έχει αφήσει παιδιά, γυναίκα… “Τα παιδιά του είναι στην Αθήνα”, μου λέει, “η γυναίκα του μόλις πήγε προς την εκκλησία, όπου να ‘ναι θα γυρίσει”. Όμως εμείς κατευθυνόμαστε προς την εκκλησία. Και δεν είναι σκέτη εκκλησία, αλλά με το κοιμητήριο δίπλα της. Και η γυναίκα, η μόνη γυναίκα που είναι στο κοιμητήριο, αν και δεν είναι ψυχοσάββατο αλλά Παρασκευή μεσημέρι, μόλις έχει ανάψει το καντηλάκι στον τάφο του καπετάν Νικόλα. Κι ο καπετάν Νικόλας, μου χαμογελάει μέσα από τη φωτογραφία που του έχουν βάλει στο κοιμητήριο. Και μέσα στη συγκίνησή μου αναρωτιέμαι: Πότε φόρεσε γυαλιά; γιατί στη φωτογραφία ήταν με χοντρά μυωπικά γυαλιά.

Συνεχίσαμε προς το Φισκάρδο. Σε κάποιο άλλο καράβι είχαμε έναν ναύτη, ένα νέο παλικάρι, απ’ το Φισκάρδο. Όμως δεν θυμόμουν το όνομά του.

Τι όμορφο μέρος! Τι γαλήνιο! (Άνοιξη ακόμα, είπαμε). Κάνουμε βόλτες στο ήσυχο λιμανάκι. Η καλή μου Σπανιόλα με κρατάει σφικτά απ’ το χέρι, κουράγιο να μου δώσει, δύναμη. Δύσκολα βγαίνουν τα λόγια. “Είδες;”, της λέω, “τρεις δικοί του άνθρωποι ήταν στο δρόμο. Σα να τους είχε ειδοποιήσει. Σα να μας περίμεναν. Ο κουνιάδος του πρώτα. Μετά ο αδερφός του. Και τέλος η γυναίκα του, που είχε ήδη ανάψει το καντηλάκι του… Να μη νοιώσουμε αφιλόξενα. Να μη νοιώσουμε ξένοι”. Της μιλάω και για το ναύτη απ’ το Φισκάρδο. “Θα ψάξω” της λέω “στις παλιές μου φωτογραφίες, θα τον βρω, και θα ξανάρθω να τον αναζητήσω με τη φωτογραφία”, “θα έρθουμε μαζί”, απαντάει και μου σφίγγει πιο δυνατά το χέρι. Ναι, έτσι γνωρίζουμε τους ανθρώπους. Απ’ τα συναισθήματά τους, απ’ τον τρόπο σκέψης τους.

Αργοστόλι, Παρασκευή 14/3/2002

ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜ

email
Πηγή άρθρου: cephalonia.com