O Κινηματογράφος στην Κεφαλονιά

Κινηματογράφος

Κινηματογράφος

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, η ανώτερη τάξη της Κεφαλονιάς παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις στις απέραντες αίθουσες των αρχοντικών και από το 1837 που επισημαίνουμε πρωτολειτουργία του Θεάτρου «Σολομού» στη συνοικία της Αγίας Παρασκευής στο Αργοστόλι, η πολιτική, η στρατιωτική και η οικονομική αριστοκρατία του Νησιού, παρακολουθεί εκτελέσεις μελοδραμάτων από ξένους, ιδίως ιταλικούς, επαγγελματικούς θιάσους που έρχονται επιχορηγούμενοι από το Τοπικό Ταμείο και των οποίων η καλλιτεχνική συγκρότηση και η ποιοτική στάθμη είναι αξιόλογη.

Το άνοιγμα όμως της θεατρικής τέχνης στο ευρύτερο κοινό, θα γίνει μετά το 1858 που αποπερατώθηκε το Θέατρο «Κέφαλος», οπότε αρχικά ο χώρος της Πλατείας του και αργότερα η Τρίτη σειρά θεωρείων, το υπερώο, παραχωρήθηκαν στις λαϊκές τάξεις.

Μετά τη λαϊκή αυτή κατάκτηση, το θέατρο στην Κεφαλονιά και κατ’ επέκταση ο ευρύτερος καλλιτεχνικός χώρος, δεν είναι προνόμιο των λίγων. Γίνεται κτήμα των πολλών, που όχι μόνο παρακολουθούν, τέρπονται και μορφώνονται, αλλά με το καλλιεργημένο κριτικό στοιχείο τους και με το μουσικό αυτί που διαθέτουν, μεταβάλλονται σε «μέτρο κρίσεως» της ποιότητας του θεάματος και της αξίας των εκτελεστών.

Με τέτοιας στάθμης καλλιτεχνική αγωγή, σε θέαμα και ακρόαμα, η κοινωνία του Αργοστολιού δεν ήταν δυνατό να δεχτεί ανεπιφύλακτα τη νέα εφεύρεση, όπως έγινε σε άλλες περιοχές λιγότερο καλλιεργημένες.

Η στέρηση του ήχου ήταν ένα από τα βασικά μειονεκτήματα του νέου ψυχαγωγικού θεάματος και τούτο απόβαινε στοιχείο αρνητικό στην όποια σύγκριση με το μελόδραμα. Ακριβώς την εποχή που ο κινηματογράφος βρίσκεται στο πειραματικό του στάδιο, την τελευταία δηλαδή πενταετία του 19ου αιώνα, στη θεατρική προσφορά του Αργοστολιού συντελείται μία επανάσταση.

ΚινηματογράφοςΠροσπαθείται να εισαχθεί η οπερέτα, υπερτιμώντας το θέαμα σε βάρος του ακροάματος. Αυτή η αλλαγή μέχρι να γίνει ανεκτή και αργότερα αποδεκτή από το κοινό, θα περάσουν χρόνια, όχι χωρίς αντιδράσεις. Γιατί μία αγωγή δεκαετηρίδων, δεν αναπροσαρμόζεται μέσα σε δύο τρεις παραστάσεις.

Έτσι, όταν στις αρχές του αιώνα μας επιχειρείται η εισαγωγή του κινηματογράφου στο Αργοστόλι, η υποδοχή που του έγινε δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική που να προδικάζει ευοίωνη σταδιοδρομία. Πέρασε περιφρονημένος και απαρατήρητος!… Και όταν λέμε «εισαγωγή», να εννοούμε τις παροδικές εμφανίσεις από περιοδεύοντες επιχειρηματίες, που αφού εξαντλούσαν το ρεπερτόριό τους σε ταινίες μέσα σε ελάχιστες παραστάσεις, αναχωρούσαν για «κάπου αλλού…».

Για να συσταθούν μόνιμες κινηματογραφικές αίθουσες, όπως τις ξέρουμε σήμερα, θα πρέπει να εξαντληθεί και η Τρίτη δεκαετία του αιώνα μας, όπως θα γνωρίσει ο αναγνώστης συνέχεια.

Αυτό το βασικό μειονέκτημα, της χωρίς ήχο προβολής, του βουβού κινηματογράφου, όπως αδόκιμα συνηθίσαμε να τον ονομάζουμε, θα προσπαθήσουν να το εξουδετερώσουν με πολλές επινοήσεις. Στη Δυτική Ευρώπη και Αμερική τις παραστάσεις συνοδεύει ορχήστρα ή τραγουδιστές και λίγο αργότερα προσπαθούν να συντονίσουν την εξέλιξη του οπτικού θεάματος με ηχητικό ακρόαμα που βρίσκεται ηχογραφημένο σε φωνογράφο.

Ένας τέτοιος κινηματογράφος, μετά από τις απογοητευτικές εμφανίσεις άλλων «βουβών» που προηγήθηκαν, έρχεται στο Αργοστόλι του 1910. Τον έφερε ένας δαιμόνιος Κεφαλονίτης επιχειρηματίας ο Πέτρος Μεταξάς και τον εγκατέστησε μέσα στο ίδιο το άντρο του μελοδράματος. Στο Θέατρο «Κέφαλος».

Η πρόκληση ήταν μεγάλη, αλλά ακριβώς εκεί ποντάριζε ο επιχειρηματίας! Εποχή που το Αργοστόλι είναι στερημένο από το παραδοσιακό του μελόδραμα, γιατί η επιτροπή δε φρόντισε να επιχορηγήσει θίασο, μέσα στο μισοχείμωνο, χωρίς άλλη διασκέδαση, θέλησε να αποδείξει πως εκτός από την όπερα, υπήρχε και το υποκατάστατό της. Αφού μάλιστα ο δικός του κινηματογράφος ήταν «ὁμιλῶν».

Για πρώτη φορά οι Αργοστολιώτες είχαν την ευκαιρία να ακούσουν ήχους και τραγούδια να συνοδεύουν τις μέχρι τότε γνωστές κινούμενες εικόνες, και παρά την τεχνική ατέλεια ο κόσμος δεν απογοητεύτηκε, όπως με τους προηγούμενους.

«ὁμολογουμένως τελειότερον μηχάνημα δέν εἴδομεν ποτέ! Δεν εἷναι ὑπερβολή ἄν εἴπομεν ὅτι ἀντικαθιστᾶ τό μελόδραμα».

Και βέβαια επρόκειτο για «υπερβολή». Γιατί «ὁ τελείως ὁμιλῶν κινηματογράφος» δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί σε αριθμό παραστάσεων ούτε τον πιο παραπεταμένο θίασο. Αφού έμεινε μόνο δέκα μέρες, φεύγει για το Πορτ-Σάιντ, «ὅπου μετ΄ἀνυπομονησίας τόν περιμένουν οἱ ἐκεῖ συμπατριῶται».

Ο κινηματογράφος του Πέτρου Μεταξά δεν σημάδεψε στον Τόπο την εξέλιξη του θεάματος. Έμεινε και αυτός μία παροδική παρουσία όπως ὁ φασουλῆς, οἱ σκηνοβάτες, οἱ ὀρχηστρίδες, ὁ ἱππόδρομος, οἱ ταχυδακτυλουργοί, οἱ φακίρηδες, οἱ ἀριθμομνήμονες!!! που διαβατικά έρχονται στο Αργοστόλι, για ελάχιστες παραστάσεις. Παρά όμως τη θεαματική επιτυχία τους και σε προσέλευση και σε εισπράξεις δε μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε σαν μόνιμα μα ούτε σαν θεάματα με παράδοση και μέλλον. Ούτε την επανάληψή τους νοστάλγησαν οι θεατές, ούτε και η απουσία τους δημιούργησε ανακλαστικά στην κοινή γνώμη.

Η μεγάλη μάζα του Αργοστολιού και των περιχώρων του, συγκινείται από το θέατρο και το κάθε λογής άλλο θέαμα είναι ανίκανο να το υποκαταστήσει.

«Ὁ τόπος θέλει ὄπερες, τενόρους, μπάσους, πρίμες

Ὁ τόπος θέλει θέατρο κι ἄς εἶν΄καί παντομίμες.

Ὁ τόπος ὁ παράδοξος τῆς σήμερον, ἐνδέχεται

καί τίς ξυλιές τοῦ Φασουλῆ ἐπί σκηνῆς νά δέχεται!»

Με αυτές τις προκαθορισμένες «Θέσεις» των θεατών απέναντι στις κινούμενες εικόνες αναστέλλεται το ενδιαφέρον των περιπλανώμενων επιχειρηματιών. Για τούτο παρακάμπτοντας την Κεφαλονιά, την εξαιρούν από τις περιοδείες τους.

Και στις μετρημένες ακόμα περιπτώσεις που θα εγκατασταθεί κινηματογράφος, οι Αργοστολιώτες δεν τον αντιμετωπίζουν σα μία «νέα τέχνη» ή έστω σα μία τεχνική εξέλιξη, αλλά σαν υποκατάστατο του θεάτρου. Έτσι και οι αντιδράσεις τους και οι απαιτήσεις τους είναι ταυτόσημες με εκείνες του μελοδράματος.

Παλιό Αργοστόλι

ΑΠΟ τα χρόνια ακόμα της αγγλοκρατίας, σύγχρονα με τη δημιουργία της πρώτης θεατρικής στέγης στο Αργοστόλι, υπάρχει το εθιμικό δικαίωμα στις τρεις πρώτες παραστάσεις οι θεατές να είναι ελεύθεροι να αποδοκιμάσουν με σφυρίγματα, ποδοκροτήματα και κραυγές, τον όποιο τραγουδιστή θεωρούσαν ακατάλληλο. Ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να τον αντικαταστήσει αμέσως. Μετά όμως την τριήμερη αυτή δοκιμασία, κάθε ανάλογη εκδήλωση αποκλειόταν και παραβάσεις αυτής της άτυπης συμφωνίας αναφέρονται σπάνιες.

Τα τελευταία χρόνια, την εποχή δηλαδή που αναφερόμαστε, οι εκδηλώσεις αυτής της μορφής έχουν μειωθεί, χωρίς ποτέ να εξαλειφθούν τελείως.

Όταν όμως στα 1906 αρχίζει να λειτουργεί το νεόκτιστο θερινό θέατρο «Απόλλων», οι εκδηλώσεις αποδοκιμασίας παίρνουν άλλη έκφραση. Επειδή το χωματένιο δάπεδο δεν προσφέρεται για θορυβώδες ποδοκρότημα και οι σφυριξιές χάνονται στον ανοικτό χώρο, ανακαλύπτεται το μαξιλάρωμα!

Οι αγανακτισμένοι θεατές αποδοκιμάζουν τον «ανίκανο» ηθοποιό πετώντας πάνου στη σκηνή τα μαξιλάρια των ξύλινων πάγκων, αναγκάζοντάς τον να αποσυρθεί!

Στο χώρο αυτό, τον συνηθισμένο σε τέτοιας μορφής αποδοκιμασίες, έρχεται και εγκαθίσταται τον Ιούνιο του 1910, λίγους δηλαδή μήνες μετά την «επιτυχία» του Π. Μεταξά κινηματογράφος, «ἐκ τῶν τελειοτέρων». Το εισιτήριο είναι 40 λεπτά και παρόλα αυτά η προσέλευση του κόσμου ικανοποιητική.

Ο κινηματογράφος αυτός θα καλύψει με παραστάσεις, σχεδόν τρεις βδομάδες γιατί «αἱ παραστάσεις τού διασκεδάζουν λαμπρά τόν κόσμον». Δυστυχώς όμως δε γνωρίζουμε ούτε «τάς νέας μεγάλης ἐπιτυχίας ταινίας» που επρόβαλε, ούτε και τον ιδιοκτήτη του. Εκείνο όμως που είναι γνωστό, ο κόσμος συνέρεε από κάθε τάξη. Άρχισε και το αρχοντολόι να συχνάζει «διά νά περνᾶ ἐξαίρετα τήν βραδυά του».

Για άγνωστους μας λόγους, αυτό το αρχοντολόι θεωρήθηκε υπεύθυνο για την αποτυχία μιας παράστασης, που εξελίχθηκε σε κύκνειο άσμα της κινηματογραφικής αυτής περιοδείας.

Κυριακή βράδυ 4 Ιουλίου 1910… Ο κινηματογράφος φίσκα από πόπολο και «καπέλα», δηλαδή αρχοντολόι, που η διαρρύθμιση του χώρου τα ανάγκαζε να θεατρίζονται δίπλα στο «λαό» και όχι ξέχωρα, όπως επέτρεπε η κατασκευή του χειμερινού θεάτρου «Κέφαλος».

Με την «τελευταῖα κορδέλα», σαν τέλειωσε δηλαδή η προβολή, που φαίνεται δεν ικανοποίησε το κοινό, κάποιος νεαρός, συνηθισμένος στις αποδοκιμασίες των ηθοποιών, με το γνωστό τρόπο που αναφέρθηκε, πετά το πρώτο μαξιλάρι στο «σέκο» που βρέθηκε μπροστά του.

«…ἀλλ ὅσοι ἐβρεθήκανε στόν κινηματογράφο

τήν περασμένη Κυριακή μέ τό μαξηλαρίδι

ποτέ δέν ἐγουστάρανε καλλίτερο παιγνίδι»

Σε λίγη ώρα το μαξιλάρωμα φούντωσε, με στόχο ιδίως «τα σέκα», «τα μελώ», «τις ρεπούμπλικες» και «τα γυαλιά».

«κι ἀμέσως ἄρχισε τό πύρ μου βάριες και σου βάρια

κι ἀσηκωθήκανε ψηλά τριακόσια μαξηλάρια

ἐπετούσαν ἐκεῖ μέσα

μαξηλάρια σάν πουλιά

……

ἀπάνου στά “καπέλα”

……

καί ἀπάνου στά “γιαλιά”».

Εννοείται πως όταν κατέφθασε η αστυνομία βρήκε το χώρο αδειανό από τους υπαίτιους!

«ἐπεμβάσα ἐπί τόπου

συλλαμβάνει μετά κόπου

τσή μπανκάδες ἡ Ἀρχή».

Το επεισόδιο αναφέρθηκε με τόση λεπτομέρεια για να δειχτεί, πώς αντιμετωπιζόταν το νέο θέαμα που λεγότανε κινηματογράφος, από το κοινό του Αργοστολιού, κάθε που τολμούσε να «συλήσει» τον ιερό για τους Αργοστολιώτες χώρο του Θεάτρου, ακόμα και εκείνον του θερινού, παρόλο που τον θεωρούσαν λαϊκότερο.

Βέβαια τέτοια γεγονότα λίγο επηρέαζαν τους επιχειρηματίες κινηματογραφιστές αφού δεν πτοούσαν ούτε τους εργολάβους των θεατρικών παραστάσεων. Τους έκαναν όμως προσεχτικότερους και το κοινό απαιτητικότερο. Έτσι το θέαμα αναγκαστικά βελτιωνόταν, κατακτώντας βήμα στο βήμα το έδαφος που του χρειαζόταν για να επιβληθεί και αγαπηθεί.

Ο επόμενος επιχειρηματίας εγκαινιάζει μία καινοτομία, καθιερωμένη άλλωστε από χρόνια στην Ευρώπη. Συμβάλλεται με τη νεοσύστατη ορχήστρα της φιλαρμονικής Σχολής Κεφαλονιάς και την επομένη των Χριστουγέννων, Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου του 1911, δίνουν στο Δημοτικό Καφενείο «συνδυασμένη παράσταση». Το εισιτήριο είναι λίγο επιβαρημένο. Είσοδος 60 λεπτά. Δε βρίσκουμε όμως στοιχεία πως η προσπάθεια τελεσφόρησε και οικονομικά. Η μη επανάληψή της, μάλιστα πιθανολογεί το αντίθετο. Για τούτο και σε επόμενες περιοδείες αυτός ο συνδυασμός δεν επαναλαμβάνεται.

ΜΕ το τέλος του Βαλκανικού πολέμου έρχεται στο χειμερινό θέατρο «Κέφαλος» «ἔξοχος» κινηματογράφος με «θαυμασίας ταινίας». Οι περισσότερες είναι επίκαιρα «τοῦ Ἐνδόξου πολέμου μας», αλλά και ποικίλες άλλες, ιδίως μικρές κωμωδίες ή φάρσες. Ο κινηματογράφος αυτός σε μια βδομάδα, αφού εξάντλησε το ρεπερτόριό του, φεύγει για να ακολουθήσει άλλος μέσα στο Μάη. Ο επιχειρηματίας αυτός είτε γιατί δεν του δόθηκε ο χώρος, είτε γιατί τον «φοβότανε», αποφεύγει το θεατρικό περιβάλλον. Στελιάζεται στο Δημοτικό Καφενείο.

Βέβαια ούτε και τώρα γνωρίζουμε τις ταινίες που επρόβαλε ούτε τον ιδιοκτήτη του. Η εποχή όμως που διάλεξε να έρθει στο Αργοστόλι ήταν η πιο πρόσφορη για να πετύχει. Στο μπάσιμο της καλοκαιριάς, πριν ακόμα αρχίσει η έξοδος για τις εξοχές και πολύ πριν αρχίσουν οι καλοκαιρινές θεατρικές εκδηλώσεις στο «Απόλλων», αρχίζει τις παραστάσεις του σε μία εποχή που το Αργοστόλι διψά για θέαμα. Ακόμα και τα καμπαρέ και τα καφέ-σαντάν που συγκεντρώνουν τους τακτικούς χειμωνιάτικους θαμώνες, αυτή την εποχή αδειάζουν!… Ο Μάης είναι ο νεκρός μήνας των εκδηλώσεων και των συγκεντρώσεων. Για τούτο και ο κινηματογράφος αυτός μπόρεσε να μείνει ολόκληρη βδομάδα, όσο ακριβώς χρειάστηκε για να εξαντληθεί το ρεπερτόριό του.

Τρεις μήνες κατόπι, άλλος επιχειρηματίας έρχεται και στήνει τα μηχανήματά του στο θερινό Θέατρο «Απόλλων», δίπλα στην Πλατεία σα μία καινούρια πρόκληση στο παραδοσιακό θέαμα. Ο κινηματογράφος είναι «ὁ καλλίτερος τοῦ εἴδους του». Έχει μάλιστα πλούσιο ρεπερτόριο «ἀπό ἐξόχους ταινίας». Οι παραστάσεις που άρχισαν στις 17 Αυγούστου του 1913, αυτή τη φορά κράτησαν περισσότερο, γεγονός που προδίδει πως ο κόσμος άρχισε να συνηθίζει το νέο θέαμα, χωρίς όμως να μας προκύπτει πως η υποστήριξη ήταν τόση που να καθιερώνει επαναστατική διαφοροποίηση στις προτιμήσεις του κοινού.

Λίγο πριν τον Ευρωπαϊκό πόλεμο, επισκέπτονται το Αργοστόλι οι κινηματογραφικοί επιχειρηματίες ο ένας πίσω από τον άλλον. Κύριο στέκι τους το Δημοτικό Καφενείο.

ΑργοστόλιΉδη ο κόσμος βρίσκει το νέο θέαμα διέξοδο από την ανία του, αλλά και ευκαιρία συναναστροφής. Οι νεαροί ιδίως εντοπίζουν την προσοχή τους στην οθόνη, αλλά σχολιάζουν μεγαλόφωνα τα επεισόδια που προβάλλονται, τα σατιρίζουν και πολλές φορές δημιουργούν πανδαιμόνιο με τα γέλια και τα καμώματά τους, μέσα στην αίθουσα της προβολής!

Ίσως για τούτο ο επόμενος επιχειρηματίας, που επισημαίνοντας την έλλειψη θεάτρου αποφασίζει να έρθει στο Αργοστόλι για σειρά παραστάσεων, δεν διαλέγει την κάποια αίθουσα, αλλά το ύπαιθρο.

Όλοι όμως οι επιχειρηματίες που αναφέρθηκαν, περιστασιακοί εξ ανάγκης, δεν μπόρεσαν να επιβάλλουν το νέο ψυχαγωγικό θέαμα σε επίπεδο μονιμότητας. Τούτο θα επιτευχθεί μόλις δέκα χρόνια αργότερα.

ΟΙ πρώτοι επαγγελματίες κινηματογραφιστές θα εμφανιστούν στα μέσα της δεκαετίας του είκοσι.

Το Μάη του 1926 ο Μαρής Φωής, γνωστός ιδιοκτήτης λέσχης και επιχειρηματίας, φέρνει κινηματογράφο «βουβό» που τον εγκαθιστά στο οικόπεδο Μοσχόπουλου, στο κεντρικότερο σημείο του Αργοστολιού, που από τότε και για πολλά χρόνια μετατράπηκε σε κινηματογράφο. Ο κινηματογράφος ονομάζεται ΚΟΣΜΙΚΟΝ και συνδυάζει το υπαίθριο θέαμα με πολυδάπανη ορχήστρα που, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Καντιώτη, παίζει συνεχώς από 7-9 και από 10 μέχρι το τέλος της νυκτερινής προβολής.

Η καινοτομία δεν είναι του Φωή. Δοκιμάστηκε με μεγάλη επιτυχία στα 1924 που ο ανταγωνισμός θεάτρου και κινηματογράφου κινδύνεψε να κλείσει και τα δύο. Συμφωνήθηκε τότε, η ορχήστρα του θιάσου να συνοδεύει τις κινηματογραφικές προβολές και σ’ αντάλλαγμα ο κινηματογράφος να αργεί ορισμένες μέρες που ο θίασος έδινε παραστάσεις. Όμως…

«ὁ κ. Φωῆς παρόλας τάς καταβληθεῖσας προσπαθείας (…) δέν κατέστη δυνατόν νά διατηρήση τήν ὁρχήστραν καί ἠναααγκάσθη λόγω τῶν συνεχῶν ζημιῶν (…) νά ὐποκύψη (…) καί νά διαλύσει αὐτήν».

Ο κινηματογράφος του όμως θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Ως αποκλειστικά θερινός στο Μοσχοπουλέικο οικόπεδο μέχρι το 1928 και από τη χρονιά αυτή και έπειτα θερινός στο «Απόλλων» και χειμερινός στο Δημοτικό Καφενείο. Τιμή εισιτηρίου δραχμές πέντε. Χαρακτηριστικά έργα αυτής της περιόδου είναι: ΤΟ ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ, Ο ΚΟΜΗΣ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΓΥΝΑΙΚΟΣ, ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ, ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ, Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΔΑΚΙ, Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ, Η ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΗ ΚΟΥΚΛΑ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΙΝΑΣ, Η ΝΗΣΟΣ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΟΣ, ΤΟ ΡΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ, ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΡΟΛΟΪ, ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ, Η ΤΙΜΗ, ΕΓΩ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑ, Η ΟΓΔΟΗ ΓΥΝΑΙΚΑ, Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ, ΝΥΚΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ, ΑΒΔΟΥΛ ΧΑΜΙΤ Ο Β΄, ΑΙ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΑΙ, ΝΕΑ ΝΤΥ-ΜΠΑΡΥ, ΠΑΡΙΖΙΑΝΕΣ, ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ.

Ο Ρένος Νεόφυτος, σαν επέστρεψε λίγο αργότερα από το εξωτερικό, φέρνει «βουβό» κινηματογράφο στο θερινό κινηματοθέατρο Μοσχόπουλου. Ο κινηματογράφος του συνοδεύεται με μουσική γραμμένη σε δίσκους και λίγο αργότερα στους δίσκους προστίθενται και λόγια, μεγάλος μπελάς για το χειριστή που πρέπει να συντονίζει την κίνηση με την ομιλία, ώστε αυτή η νέα βελτίωση να έχει κάποιο συγχρονισμό.

Περιστασιακό κινηματογράφο υπαίθριο, έστησε στο Μέτελα αυτή την εποχή ο Νιόνιος Βαρθολόμος. Δυστυχώς είχε την τύχη όλων των επιχειρήσεων της Πλατείας αυτής. Με πρώτο γαϊδουρομαΐστρο, οθόνη, καθίσματα και τραπέζια συνεπάρτηκαν και ο Βαρθολόμος αναγκάστηκε να διακόψει την επιχείρηση, αφού έχασε τα λεφτά του!

Για πολλά χρόνια, ο κινηματογράφος προσφέρεται ως επικουρικό ψυχαγώγημα, χωρίς εισιτήριο στην είσοδο, αλλά με την επιβάρυνση του αναψυκτικού που παίρνουν. Ο χώρος διαμορφωμένος σε καφέ-ζαχαροπλαστείο συγκεντρώνει ομαδικά, ιδίως τις Κυριακές, τις μικροαστικές και εργατικές οικογένειες που εγκαταλείποντας τα παραδοσιακά τους καφενεία της παραλίας ή του «κάτω» μέρους της Πλατείας, έρχονται εδώ να πάρουν ένα υποβρύχιο, ή ένα λουκούμι, να πιουν μια τσιτσιμπύρα ή γκαζόζα και «να δουν και το έργο»!

Αργότερα όμως οι επιχειρήσεις θα γίνουν συστηματικότερες. Απαλλαγμένες από τη συζυγία του καφενείου θα δίνουν καθημερινά κινηματογραφική παράσταση με κανονικό εισιτήριο, αλλάζοντας πρόγραμμα τρεις φορές τη βδομάδα.

Το πρωί κυκλοφορούν έντυπα προγράμματα των παραστάσεων στα μαγαζιά και τους δρόμους στα οποία υπάρχει η περίληψη του έργου που η συνέχειά της διακόπτεται απότομα στο κρίσιμο σημείο με την ένδειξη «ἡ συνέχεια ἐπί τῆς ὀθόνης», διαφημιστική πρόκληση στο ενδιαφέρον του κοινού.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 30, ο Ηλίας Βλαχούλης ανοίγει κινηματογράφο στις αποθήκες του Διονυσάκη Φαρακλού ή Προύτζα, απέναντι από το Τελωνείο, στο πίσω μέρος της μέχρι τότε Αρμένικής εκκλησίας. Ο κινηματογράφος ονομάζεται ΣΙΝΕ ΣΟΝΟΡ-ΗΛΙΑΣ και η είσοδός του βρίσκεται απέναντι από το καμπαρέ Πολλάκη και λίγα μέτρα απόσταση από το μπορντέλο της Σπυριδούλας της Ψιλής. Για τούτο τα χρόνια εκείνα ο δρόμος λεγόταν «ὁδός τῆς ἀπωλείας». Έργα ονομαστά αυτής της περιόδου είναι ο ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ και τα πρωτοποριακά έργα του Σαρλώ με πρώτο το ΧΡΥΣΟΘΗΡΑ.

Στα 1927 συντελείται η μεγάλη επανάσταση στον κινηματογράφο! Άρχισε η παραγωγή και προβολή ταινιών που συνοδεύονται από ήχο με απευθείας εγγραφή στο φιλμ. Τέτοιος όμως κινηματογράφος θα καθυστερήσει να έρθει στο Αργοστόλι. Στο διάστημα όμως που μεσολάβησε τελειοποιείται ο «ομιλών» με ηχογράφηση σε δίσκους. Ο γνωστός Vitafon. Οι επιχειρηματίες του Αργοστολιού συνεταιρίζονται να φέρουν ένα τέτοιο συγκρότημα, που κατά τις διακηρύξεις τους ήταν το τελειότερο στο είδος του. Ο Ρένος Νεόφυτος και ο Γεράσιμος Γαρμπής συσταίνουν τον κινηματογράφο ΣΠΛΕΝΤΙΤ στο οικόπεδο Μοσχόπουλου. Παίρνουν και για τεχνικό διευθυντή τον Ηλία Βλαχούλη και κάνουν έναρξη των παραστάσεών τους την Πέμπτη 21 Μαΐου του 1913 με το έργο ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΛΟΓΑΣ και ακολουθεί, Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΕΡΩΤΟΣ με τον Εμίλ Γιάνιγκς.

ΑργοστόλιΟι παραστάσεις όμως δεν ικανοποίησαν! Και τα «πρωτόγονα» μηχανήματα και η απειρία των τεχνικών, αλλά κυρίως το συγκριτικό στοιχείο με το μουσικό θέατρο που ακόμα ανθεί στο Αργοστόλι, κρατούν τον κινηματογράφο σε επίπεδα υποβιβασμού. Ο κόσμος συχνάζει χωρίς ενδιαφέρον «μή ἔχοντας ποῦ ἀλλού νά περάση τή βραδιά του». Μία κριτική της εποχής τα λέει καλύτερα.

«Εἶναι ἀρκετός καιρός ποὔχει ἐγκατασταθῆ ὁ “ὁμιλῶν”, στ’ Ἀργοστόλι κι ἀλήθεια δέν ἐπεχείρησε κανείς νά ἐξετάση μέσα σέ γενικές γραμμές τήν πρόοδο καί τήν ἐξέλιξή του. Με ὅλες τίς προσπάθειες τῶν ἰδιοκτητῶν καί ἀκόμη μέ ὅλην τήν ὑποστήριξιν πού τοῦ παρέσχεν τόσον ὁ ἐγχώριος τύπος ὅσον καί ὁ κόσμος, μ’ ὅλα ταῦτα δέν κατόρθωσε νά μᾶς παρουσιάση τίποτε! Γιατί ἡ ἐξέλιξις αὕτη τῆς ἐπιστήμης θέλει καί τα’ ἀνάλογα μηχανικά μέσα. Πῶς μπορεί νά ἐπιτύχη ἡ προβολή μιᾶς ταινίας ὅταν λείπουν μηχανήματα ἀπαραίτητα γιά τήν νέα ἐφεύρεση; Π.χ. ἕνα σπουδαιότατο μηχάνημα εἶναι εἶδος συνεκτικῆς μηχανῆς δι’ οὗ ἡ μία πράξις συνδέεται μέ τήν ἑπομένην καί ἔτσι δέν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ θεατής νά κουράζεται ὑφιστάμενος 10 και 12 διαλείματα ἀνάλογα πρός τάς πράξεις τοῦ ἔργου. Ἔπειτα ἡ μή χρησιμοποίησις εἰδικῶν μηχανικῶν παρουσιάζει τό παράξενον τοῦ καβουρδίσματος τῆς μηχανῆς νομίζοντας κανείς, πώς βρίσκεται σέ καφεκοπτεῖον.

Κι ἀκόμα πολλές φορές βλέπουμε τό ἀσυγχρόνιστο τοῦ ἤχου πρός τήν κίνησιν. Μιλοῦν οἱ πρωταγωνισταί ἐνῶ τά στόματα μένουν κλειστά, ἤ ἀνοιγοκλείνουν τά στόματα χωρίς νά λέν τίποτε.

Δυστυχῶς ὁ κόσμος μή ἔχοντας ποῦ ἀλλοῦ νά περάση τήν βραδυά του ὑποχρεώνεται νά πηγαίνη γιά νά ὑφίσταται τό ἐκνευριστικό μαρτύριο τῆς προβολῆς.

Ἄς διορθωθῆ τέλος πάντων.

Ἀγγ. Σ.»

Με την υποδοχή αυτή ο κινηματογράφος δεν άντεξε. Μάλλον δεν άντεξε η συνοχή της εταιρίας.

Ο Ρένος Νεόφυτος με τον αδελφό του, κρατώντας τον θερινό χώρο και διατηρώντας τον τίτλο ΣΠΛΕΝΤΙΤ συνεχίζουν τις προβολές ως ανεξάρτητοι επιχειρηματίες. Έργα της περιόδου αυτήςς είναι: ΑΕΡΟΜΑΧΙΑ ΔΥΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ, Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ με τον Εμίλ Γιάνιγκς και τη Μάρλεν Ντήντριχ. ΕΡΩΣ ΔΙΑΒΟΛΟΣ, ΕΡΩΤΙΚΗ ΦΛΟΓΑ, ΕΡΩΣ ΑΤΣΙΓΓΑΝΩΝ με τον Μπενζαμίνο Τζίλη, ΥΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΒΟΥΔΑ με τον Πωλ Μιούνι, Ο ΕΞΕΥΡΕΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ Β. ΠΟΛΟΥ και πολλά έργα Κάου-Μπόυ με τον Τομ Μιξ.

Το χειμώνα μεταφέρουν τα μηχανήματα στις αποθήκες του Μαξ Βλάχου με έξοδο στην παραλία και την οδό Λευκάδος, αλλάζοντας τον τίτλο σε ΣΙΝΕ-ΜΟΥΒΙΤΟΝ.

Τα έργα διαφημίζονται με τεράστια πανό που πιάνουν από τη μία πλευρά του Λιθόστρωτου στην άλλη, εκεί ανάμεσα Δραγώνα και χοροδιδασκαλείο Τσάση. Όταν μάλιστα πρόκειται για «υπερπαραγωγές»όπως: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ, ή ΤΟ ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΝ η διαφήμιση είναι μεγαλύτερη. Άλλα έργα αυτής της περιόδου είναι: ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ με την Γκρέτα Γκάρμπο (;), ΚΙΣΜΕΤ με το Ζορζέ Μοχίκα, το ελληνικό «ἀκατάλληλον δι’ ανηλίκους» ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ, το επίσης ελληνικό ΜΑΚΡΥΑ ΑΠ΄ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ και πολλά έργα του Σαρλώ με μουσική υπόκρουση.

Ο Ηλίας Βλαχούλης, ή «ἐπί τό γενναιότερον» Σινέ-Ηλίας, «αρχίζει να κινείται…». Εγκαθιστά χειμερινό κινηματογράφο στο Δημοτικό Καφενείο με το παλιό τίτλο του ΣΙΝΕ_ΣΟΝΟΡ_ΗΛΙΑΣ. Αργότερα τον μεταφέρει στο Καφενείο του Κούδα και το καλοκαίρι πιάνει το θερινό θέατρο «Απόλλων». Αυτής της εποχής είναι τα έργα: ΦΤΕΡΩΤΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ, ΟΠΕΡΑ ΜΑΡΘΑ, κ.α.

Όλοι αυτοί οι κινηματογράφοι είναι, «ὁμιλοῦντες, ἠχητικοί καί ἄδοντες»! Το ηχητικό στοιχείο γραμμένο σε δίσκους παραμένει μια ατέλεια συγχρονισμού. Τα γράμματα δεν είναι ενσωματωμένα στην ταινία, αλλά προβάλλονται με ιδιαίτερο μηχάνημα τον τιτλαδόρο. Μεγάλη σκοτούρα για τον ειδικό χειριστή που έπρεπε να μη διασπάται η προσοχή του, γιατί αυτή του η αμέλεια γίνεται αμέσως αντιληπτή και το κοινό ξεσπά σε βουερές διαμαρτυρίες.

Τον Ηλία Βλαχούλη στις επιχειρήσεις αυτές διαδέχτηκε ο Γεράσιμος Γαρμπής που, μετά την οικονομική κατάρρευση και του Ρένου Νεόφυτου, έμεινε ο μοναδικός κινηματογραφικός επιχειρηματίας για πολύ διάστημα.

Οι χώροι προβολής και οι αίθουσες που αναφέρθηκαν δεν τηρούνται αποκλειστικοί για μεγάλες περιόδους. Ανάλογα με τις ανάγκες του κινηματογραφιστή και τις απαιτήσεις του ιδιοκτήτη αλλάζουν όνομα και ενοικιαστή. Έτσι ο Ηλίας Βλαχούλης με τον τίτλο ΣΙΝΕ-ΣΟΝΟΡ-ΗΛΙΑΣ εμφανίζεται με τη μηχανή του στις αποθήκες του Βλάχου για χειμερινές παραστάσεις από όπου εκτοπίζεται ο Ρένος Νεόφυτος με το ΣΙΝΕ-ΜΟΥΒΙΤΟΝ. Τελικά και οι δύο θα υποκύψουν στην αδυσώπητη μοίρα των «πρωτεργατών». Θα γονατίσουν οικονομικά χωρίς να γευτούν την ευχαρίστηση πως η νεοτεριστική τους προσπάθεια βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσαν.

ΠΡΙΝ τα μέσα της δεκαετίας του 30 εμφανίζεται ο κινηματογραφιστής που άφησε εποχή και που με την ποιότητα των έργων που επρόβαλλε και την αρτιότητα των μηχανημάτων του, επέβαλε ουσιαστικά τον κινηματογράφο σα λαϊκό θέαμα, δένοντας τη νυχτερινή ζωή του Αργοστολιού με την επιχείρησή του. Οι ξενύχτηδες και η χρυσή νεολαία είναι τακτικοί θαμώνες του και το όνομά του μπήκε στην ιστορία του θεάματος του Αργοστολιού. Είναι ο Ανδρέας Χαλιώτης.

Τα μηχανήματά του είναι τα τελειότερα της εποχής. Η ηχητική εγγραφή στην ταινία εξασφαλίζει συγχρονισμό και ποιοτική απόδοση. Τούτο και η εποχή και ο επιχειρηματίας το εκμεταλλεύονται φέρνοντας έργα κυρίως μουσικά ή τουλάχιστον με πληθωρική μουσικότητα για να τονιστεί και προβληθεί το ηχητικό πλεονέκτημα. Όλες οι προϋποθέσεις προδικάζουν πως αυτή τη φορά ο κινηματογράφος παρουσιάζεται με πολλές δυνατότητες επιβολής.

Βέβαια στην επιτυχία του εγχειρήματος του συντελεστικό στοιχείο είναι η θεατρική απουσία! Το μελόδραμα, από χρόνια, έχει σταματήσει να εμφανίζεται στις Αργοστολιώτικες σκηνές και οι οπερετικοί θίασοι που καλύπτουν το κενό έρχονται μόνο την περίοδο του καρναβαλιού για μια σειρά παραστάσεων, ενώ όλο τον υπόλοιπο χρόνο το Αργοστόλι μένει «χωρίς θέαμα».

Είναι και η λαϊκή τάξη που αδυνατεί να παρουσιαστεί οικογενειακά στην Ταβέρνα. Ανεβαίνοντας μάλιστα ταξικά με μικροαστική πια νοοτροπία αναζητεί μία περισσότερο «πολιτισμένη» ψυχαγωγία που θα ταιριάζει στη νέα κατάσταση, την οικονομική και την οικογενειακή. Ο κινηματογράφος με το φθηνό εισιτήριο, το πλούσιο θέαμα, τη νυκτερινή ζωή, είναι η μοναδική ψυχαγωγία που μπορεί να παραβιάσει τις κλειστές πόρτες του θεάτρου και μάλιστα να λειτουργήσει, όπως και εκείνο, τις ίδιες ώρες και στον ίδιο χώρο. Η μετάβαση από το ένα θέαμα στο άλλο δεν ήταν ζήτημα προτιμήσεων. Πραγματοποιήθηκε, όταν έλλειψε το πρώτο και έσπευσε την κατάλληλη στιγμή να το αντικαταστήσει το δεύτερο, χωρίς ελπίδες υποκατάστατου, ρωμαλέο και δυναμικό γιατί ήδη έχει ξεπεράσει το στάδιο της εφηβείας του!

Πρώτη εγκατάσταση του νέου κινηματογράφου, στο ίδιο το παραδοσιακό Θέατρο «Κέφαλος». Ονομάζεται ΣΙΝΕ-ΤΙΤΑΝΙΑ και έχει να παρουσιάσει ότι καλλίτερο στην καλλιτεχνική αγορά. Το καλοκαίρι ο κινηματογράφος εγκαθίσταται, με την ίδια ονομασία στο θερινό θέατρο «Απόλλων» και σε μια δυο περιόδους διαφωνίας με το δήμο στο οικόπεδο Μοσχόπουλου. Έργα της περιόδου αυτής είναι: ΔΙΑΓΩΓΗ ΜΗΔΕΝ με την Άνυ Ώντρα, ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ με τον Πωλ Μιούνι, ΡΟΔΑ Τ΄ ΑΠΡΙΛΗ με τον Νέλσων Έντυ και την Ζανέτ Μακντόναλντ, ΞΑΝΑΣΜΙΓΟΥΝ Τ΄ ΑΗΔΟΝΙΑ με τους ίδιους πρωταγωνιστές, ΜΠΕΝ ΧΟΥΡ με τον Ραμόν Νοβάρο, ΤΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ με τον Εμίλ Γιάνινγκς, ΝΥΧΤΕΣ ΜΟΣΧΑΣ με τον Χάρρυ Μπωρ, Ο ΡΟΜΠΕΝ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ με τον Έρολ Φλυν, Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑΣ ΚΑΜΕΛΙΑΣ με την Γκρέτα Γκάρμπο, ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΑΓΙΕΡΛΙΓΚ με τον Σαρλ Μπουαγιέ και τη Ντανιέλ Νταριέ, ΡΟΖ ΜΑΡΙ με τον Νέλσων Έντυ και την Ζανέτ Μακτόναλντ. Τα μουσικά Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ και ΚΑΜΠΑΡΕ. Οι υπερπαραγωγές ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΧΟΡΕΥΕΙ και αγνή ΣΟΥΖΑΝΝΑ, η ΕΥΘΥΜΗ ΧΗΡΑ. Τα ιστορικά ΤΑΡΑΣ-ΜΠΟΥΡΜΠΑ και ΡΑΣΠΟΥΤΙΝ με τον Χάρρυ Μπωρ. Ο κινηματογράφος αυτός θα ζήσει μέχρι την περίοδο του πολέμου, οπότε έκλεισε. Στις εγκαταστάσεις του θα συστήσουν οι Ιταλοί κινηματογράφο για ψυχαγωγία των δικών τους, που θα επιτρέπεται η είσοδος και σε όσους ντόπιους φρόντισαν να προμηθευτούν τη σχετική κάρτα. Ετούτη η πρόσκληση θα αποβεί στοιχείο αντίδρασης των οργανωμένων αντιστασιακών και η προσέλευση ελλήνων θεατών θα ατονήσει και τελικά θα σταματήσει. Ο κινηματογράφος θα παραμείνει για την ψυχαγωγία των στρατευμάτων κατοχής, των Ιταλών πολιτικών υπαλλήλων και των οικογενειών τους, των κοριτσιών του οίκου ανοχής που είχαν συστήσει και ελάχιστων υποτακτικών.

ΜΕΤΑ τον πόλεμο ο κινηματογράφος ΤΙΤΑΝΙΑ του Χαλιώτη με κατεστραμμένη από τις γερμανικές εμπρηστικές τη στέγη του στον «Κέφαλο», εγκαθίσταται στις αποθήκες της παραλίας, όπου παλαιά ο Ορ. Μομφεράτος. Εδώ θα ανεβούν έργα ποιότητας που άφησαν εποχή και για τις εισπράξεις που πραγματοποίησαν και για την προσέλευση του κοινού που καταργούσε το αδιαχώρητο. Το καλοκαίρι ο κινηματογράφος λειτουργεί στο θερινό θέατρο «Απόλλων», όπου τον βρήκε ο σεισμός του 1953.

Εκτός όμως από τη διαδοχή Χαλιώτη, μετά τον πόλεμο συσταίνονται κατά καιρούς και από διαφόρους, κινηματογράφοι στο Δημοτικό Καφενείο, στον υπαίθριο χώρο της Φιλαρμονικής, στο οικόπεδο Φλωράτου στην Πλατεία στο Μοσχοπουλέικο, στο θερινό θέατρο «Απόλλων».

Τέτοιοι παροδικοί κινηματογραφιστές είναι οι: Κώστας Λιβιεράτος ή Ξυνιάς με το Μάκη Λιβαδά, ο Θεοδόσης Λιβαδάς, ο Τάσης Παπαναστασάτος με το Γεράσιμο Χαλιώτη. Αργότερα, μετά το σεισμό, ο Κώστας Μεταξάς Μαριάτος στο χώρο της Φιλαρμονικής με το Χριστόφορο Βουτσινά.

Τελευταία ο Γεράσιμος Πανταζάτος, Νίκος Μελάς, Γιάννης Πεταλούδης και Άγγελος Χριστοφοράτος ανοίγουν κινηματογράφο, τον γνωστό REX, στο ιδιόκτητο της οδού Βασιλέως Γεωργίου και ο Σπύρος Φωκάς το ΟΛΥΜΠΙΟΝ κάτου από το ξενοδοχείο του, πίσω από την Αστυνομία. Η εταιρία Πανταζάτου, μετά από πολλές αποχωρήσεις και αλλαγές, και η διάδοχός της Αφοί Χρήστος και Μπάμπης Αντωνάτος, θα παραμείνει η μοναδική που προσφέρει μέχρι και τις μέρες μας κινηματογραφικό θέαμα, στους λίγους πιστούς και τους εργένηδες που τους ικανοποιεί σα μοναδική λύση στη βραδινή ανία τους. Η κρίση που περνάει το θέαμα της μεγάλης οθόνης, στον έντονο ανταγωνισμό του με τη μικρή, την τηλεόραση, αδειάζει τις αίθουσες μέχρι μία νέα τεχνολογική επανάσταση να εξισορροπήσει ή να εκτρέψει τα ενδιαφέροντα σε νέες κατευθύνσεις.

Η μελέτη αυτή δεν αποσκοπεί να γράψει τη λεπτομερειακή ιστορία του κινηματογράφου στο Αργοστόλι. Για τούτο οι τελευταίες κινηματογραφικές δραστηριότητες εκτέθηκαν πολύ συνοπτικά. Ο στόχος να γνωστεί η πάλη του νέου επινοήματος από την εμφάνισή του μέχρι την επιβολή του ως λαϊκό θέαμα στον Τόπο μας, στα μέτρα του εφικτού, ελπίζουμε να επιτεύχθηκε. Στην αναφορά μας δεν παραλείψαμε να γνωρίσουμε τους πρωτοπόρους που συμβάλανε στην καθιέρωσή του σαν μαζικό ψυχαγώγημα, τους αγώνες και τις (οικονομικές) θυσίες τους.

Σε μία εποχή που οι κοινωνικές δομές μετατόπιζαν το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντος του «φιλοθεάμονος» κοινού, ο κινηματογράφος βρήκε απήχηση στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα και στις παρέες των νυκτερινών γλεντζέδων που ανήκαν στις «παρακάτω» τάξεις και στηριγμένος σ’ αυτές μπόρεσε να υποκαταστήσει, με κυριαρχικά πια δικαιώματα, κάθε άλλο θέαμα.

Η Ιστορία του Θεάτρου στο Αργοστόλι, σταματά ακριβώς εκεί που αρχίζει το κεφάλαιο Κινηματογράφος.

Κείμενα-Παρουσίαση:

Αγγελοδιονύσης Δεμπόνος

Το παρόν κείμενο έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο του συγγραφέα «Σταθμοί», Αργοστόλι 1994

email
Πηγή άρθρου: kefalonitis.com