Ο Μεμάς ο Κεφαλονίτης και το μανούλι

Ο Μεμάς ο Κεφαλονίτης και το μανούλι

Ο Μεμάς ο Κεφαλονίτης και το μανούλι

Αγαπητοί μου φίλες και φίλοι.

Μια μικρή απουσία θα κάνουμε σήμερα από τους περιπάτους μας στα Εφτάνησα για να ξεφυλλίσουμε το βιβλίο μου “Οι Άγκυρες” και να απολαύσουμε μια σπαρταριστή ιστορία, αληθινή πέρα για πέρα, στην οποία, χωρίς να το θέλω, υπήρξα ένας από τους πρωταγωνιστές. Απολαύστε την.

-Γεια σου καλλιτέχνη.

Αυτός ήταν ο χαιρετισμός του Μεμά προς το πρόσωπό μου κάθε φορά που συναντιόμαστε. Και δεν ήταν σπάνιες οι συναντήσεις μας. Σχεδόν κάθε βράδυ βρισκόμαστε παρέα στο ζαχαροπλαστείο “Λευκός Πύργος,” στην Αστόρια.

Περνούσα κάθε βράδυ από εκεί, μετά από την δουλειά μου στην εφημερίδα για να δω κανέναν συνάδελφο μια και ο “Λευκός Πύργος” είχε μετατραπεί σε δημοσιογραφικό στέκι.

Σχεδόν όλοι εμείς που ασχολούμαστε με τα Μέσα Ενημέρωσης, μαζευόμαστε εκεί. Κι΄ακόμα πιο πολύ περνούσα από εκεί γιατί ήθελα να ζήσω από πρώτο χέρι τους καυγάδες των αναγνωστών μας σχετικά με όσα γράφαμε.

ΛΕΥΚΟΣ  ΠΥΡΓΟΣ  2

Φυσικά η εφημερίδα μας είχε μια προοδευτική πολιτική τοποθέτηση γνωστή στην Ομογένεια. Και φυσικά ο κάθε Έλληνας έχει μια πολιτική τοποθέτηση που την κουβαλάει μαζί του από τότε που γεννήθηκε. Πως αλλιώς να γίνει όταν γεννιέσαι σε μια οικογένεια που η μισή βρίζει έναν πολιτικό και η άλλη μισή τον θεοποιεί; Επόμενο είναι πως μόλις αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο γύρω σου η πρώτη σου δουλειά είναι να τοποθετηθείς σε μια από τις δυο οικογενειακές ομάδες και να αρχίσεις να παίρνεις μέρος στους καυγάδες και στα μαλώματα.

Εκεί λοιπόν σύχναζα κι΄εγώ τα βράδια “κι΄ανάμεσα στους καπνούς και στις βρισιές”, που λέει ο Βάρναλης στους “Μοιραίους” του, έπινα έναν καφέ και γλεντούσα μ΄αυτόν τον κόσμο γύρω μου που φώναζε, χειρονομούσε, έβριζε κι΄άλλοτε επαινούσε τους πολιτικούς, οι οποίοι σε τελική ανάλυση ποτέ δεν τους κοίταξαν κι΄ούτε ποτέ θα τους κοιτάξουν. Καμιά φορά, σαν γνωστός που ήμουν με όλους εκεί μέσα, προσπαθούσα μάταια να τους φέρω στα λογικά τους.

ΛΕΥΚΟΣ  ΠΥΡΓΟΣ  3-Βρε σεις Έλληνες, τους φώναζα. Να σας ρωτήσω να μου πείτε κάτι. Ποιος απ΄όλους αυτούς τους καραγκιόζηδες τους πολιτικούς σας κοίταξε ποτέ και ποιος πιστεύετε ότι θα σας κοιτάξει; Ποιος απ΄όλους αυτούς νοιάστηκε ποτέ για σας και για τα παιδιά σας; Πόσα “ΘΑ” έχετε ακούσει χωρίς ποτέ να δείτε κάτι;

Σταματούσαν για λίγο τις φωνές. Ηρεμούσαν. Έμοιαζαν σαν να μετρούσαν τα λόγια μου. Ώσπου όμως να τραβήξω μια γουλιά καφέ ξανάρχιζαν πάλι.

Εκεί, σε μια τέτοια στιγμή γνώρισα τον Μεμά. Πετάχτηκε πάνω όταν τέλειωσα τις…νουθεσίες μου φωνάζοντας.

-Δεν μας τα λες καλά κυρ-καλλιτέχνη.

-Πρώτα πρώτα δεν είμαι καλλιτέχνης, του είπα και πριν προλάβω να συνεχίσω με διέκοψε.

-Είσαι, είπε με βεβαιότητα, είσαι και μεγάλος καλλιτέχνης. Τα γράφεις πολύ ωραία. Σε διαβάζω κάθε μέρα και σε χαίρομαι που είσαι και πατριωτάκι μου.

Από κάπου είχε μάθει ο Μεμάς πως είχα κάποιες ρίζες κεφαλλονίτικες και με ήθελε πατριωτάκι του. Ένοιωθε κάποια υπερηφάνεια για το νησί μας, μου είχε πει κάποτε.

Από κείνο το βράδυ συνηθίσαμε να αποτραβιόμαστε σ΄ένα ακρινό τραπεζάκι οι δυο μας και να τα λέμε, αφήνοντας τους Έλληνες να σκοτώνονται για τα άλυτα προβλήματα της πατρίδας μας.

-Τώρα εσύ, καλλιτέχνης άνθρωπος τι μπορεί να βρίσκεις εδώ μέσα; μου είπε κάποιο βράδυ.

-Βρε Μεμά, του είπα, πρώτα – πρώτα δεν είμαι καλλιτέχνης. Κάνω τον δημοσιογράφο για να βγάζω το ψωμί μου. Ξέρω δυο αράδες γράμματα, μπορώ και γράφω ένα κομματάκι, φτιάχνω ένα ρεπορτάζ κι΄αυτό είναι όλο. Έπειτα αφού κάνω αυτή τη δουλειά επιβάλλεται να έχω μια άμεση επαφή με τον κόσμο και μια γεύση από πρώτο χέρι για τις αντιδράσεις του. Είναι κι΄αυτό ένα κομμάτι της δουλειάς που κάνω.

-Και μπορείς ορέ καλλιτέχνη να βγάνεις συμπεράσματα από τα γαβγίσματα που κάνουνε ούλοι τούτοι οι κουρλοί δω μέσα;

Γέλασα.

-Πες μου όμως εσύ ρε Μεμά γιατί μαζεύεσαι εδώ μέσα; Απ΄’ο,τι βλέπω τα πολιτικά δεν σ΄ενδιαφέρουν. Τότε γιατί έρχεσαι;

Ο Μεμάς γέλασε μ΄ένα παράξενο γέλιο που πιο πολύ έμοιαζε με σκούξιμο. Με χτύπησε φιλικά στην πλάτη και μου είπε.

-Πρώτα-πρώτα μ’αρέσει να βάνω όλα τούτα τα μόμολα να σκοτώνονται για τα πολιτικά. Και κάθομαι και το γλεντάω.

Ο Μεμάς ο Κεφαλονίτης και το μανούλι

Μετά αφήνω αυτούς τσου κουρλούς και στέκομαι ώρες εδώ και λιγώνομαι με το μανούλι.

Το μανούλι ήτανε η Μαρίνα, η σερβιτόρα του ζαχαροπλαστείου.

Όμορφη κοπέλα η Μαρίνα. Γύρω στα εικοσιπέντε της. Μελαχρινή με μαύρα μακρυά μαλλιά που έφταναν κάτω από τη μέση της. Ένα όμορφο κουκλίστικο προσωπάκι στολισμένο μ΄ένα ζευγάρι σκούρα πράσινα μάτια. Κι΄ένα κορμί πραγματικά αγαλματένιο. Φορούσε πάντα μαύρη φούστα πολύ κοντή, που άφηνε να φαίνονται δυο υπέροχες γάμπες βάζοντας σε πειρασμό και τους αγγέλους του ουρανού.

Για να είμαι ειλικρινής κείνο το βράδυ που ο Μεμάς μου είπε το μυστικό του, κοίταξα τη Μαρίνα πιο προσεκτικά κι΄είδα πως ο φίλος μου δεν είχε άδικο. Άξιζε να θαυμάζει κανείς τη Μαρίνα. Το μανούλι. Το είχε καταλάβει κι΄η ίδια.

Κι΄ίσως ήτανε κάτι που της άρεσε γιατί έκανε ό,τι μπορούσε για να την προσέχουν.

Κοίταξα τον Μεμά ερωτηματικά.

-Αδελφέ μου καλλιτέχνη, μου την έχει δώσει κατακέφαλα, μου είπε με πόνο.

Τον πρόσεξα. Ίσως για πρώτη φορά, τόσον καιρό που τον γνώριζα, τον κοίταξα κάπως πιο προσεκτικά. Κοντός σχετικά, με κύριο χαρακτηριστικό μια εξογκωμένη κοιλιά. Αραιά τα μαλλιά του και τα μάτια του κάπως ξεθωριασμένα από την κούραση, τα χρόνια, τα ξενύχτια. Έδειχνε να είναι κάπου μεταξύ σαράντα με εξήντα. Ίσως ούτε και ο ίδιος θα μπορούσε να προσδιορίσει πόσο χρόνων ακριβώς ήτανε.

-Καλά και τι κάνεις; τον ρώτησα.

-Τι να κάνω; μου είπε κάπως πονεμένα. Κάθομαι εδώ με τις ώρες. Παραγγέλνω καφέ, μου τον φέρνει και την κοιτάζω. Παραγγέλνω κι΄άλλον. Μου τον φέρνει και αναστενάζω. Παραγγέλνω γλυκό. Μου το φέρνει και χαμογελάω λιγομένος

Χαμογελάει το μανούλι. Λιγώνομαι εγώ. Μέχρι που κλείνουνε τα μάτια μου από τη νύστα και παίρνω το δρόμο για το ρημάδι το σπίτι μου και την μοναξιά μου.

Κοίταξα το φίλο μου στ΄αλήθεια με κάποια συμπόνια.

-Τι σκέφτεσαι να κάνεις; τον ρώτησα, ίσως με κάποια διάθεση να τον βοηθήσω. Ο Μεμάς χαμογέλασε.

-Τι λες να κάμω ορέ καλλιτέχνη; μου είπε με την κεφαλλονίτικη προφορά του. Να πέσω στα γόνατα να της κάμω ερωτική εξομολόγηση; Για κοίτα το χάλι μου. Πως σου φαίνομαι να παραστήσω τον Ρωμαίο;

Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω. Άλλωστε τι μπορούσα να πω όταν ο ίδιος είχε μια κάποια συναίσθηση της θέσης του.

-Λυπάμαι μωρέ Μεμά. Πως να σε βοηθήσω όμως;

Ο Μεμάς χαμογέλασε μελαγχολικά.

-Εσύ τι να κάνεις. Υπάρχει όμως κάποιος που μπορεί να με βοηθήσει, είπε αινιγματικά.

Τον κοίταξα με απορία. Ο Μεμάς σαν να μην με πρόσεξε, συνέχισε.

-Κάποιος που μπορεί να καταφέρει τα πάντα, είπε τονίζοντας τις λέξεις του μία-μία ενώ με κοίταζε επίμονα στα μάτια.

Κι΄έμοιαζε φαίνεται η απορία μου να μεγαλώνει ίσως και γι΄αυτό θέλησε να με βγάλει από την αγωνία κι΄έκανε με τα δυο δάχτυλά του την χαρακτηριστική κίνηση του “χρήματος”. Έμεινα για λίγο άφωνος να τον κοιτάζω.

-Τι σκέφτεσαι να κάνεις βρε αθεόφοβε; τον ρώτησα. Νομίζεις πως με το χρήμα μπορείς να την κάνεις δική σου;

-Εσύ το λες έτσι καλλιτέχνη μου. Εγώ το λέω αλλιώς. Σου προσφέρω ό,τι θέλεις. Σου δίνω μια ζωή παραμυθένια. Μου δίνεις λίγη χαρά;

Σταμάτησε για λίγο και με κοιτούσε χαμογελώντας παράξενα.

-Έχω χρήμα καλλιτέχνη. Πολύ χρήμα.

Στ΄αλήθεια απ΄ό,τι ήξερα, ο Μεμάς είχε πολλά λεφτά. Χρόνια στα καράβια όργωσε όλες τις θάλασσες του κόσμου. Όπως μου είχε πει, ταξίδεψε σε όλες τις γωνιές της γης. Γνώρισε όλες τις φυλές των ανθρώπων. Κάποτε ναυάγησε μ΄ένα τάνκερ κι΄έμεινε τρία μερόνυχτα πάνω σε μια σανίδα παρέα με τους καρχαρίες και τα σκυλόψαρα. Κάποια μέρα ξεμπαρκάρησε εδώ, στη Νέα Υόρκη μ΄ένα γερό κομπόδεμα και ρίχτηκε στις μπίζνες.

-Δούλευα μέρα-νύχτα, μου είχε πει κάποτε. Μάζευα λεφτά. Πολλές φορές τις νύχτες μόνος μου, ολομόναχος, καθόμουν και σκεφτόμουν. Τι τα μαζεύεις όλα τούτα τα λεφτά ορέ κουρλο-Μεμά; Τι θα τα κάνεις; Οικογένεια δεν έχεις, παιδιά σκυλιά δεν έχεις, στο νησί σου κανένας δεν σε περιμένει. Ποιος θα σου τα φάει όλα τούτα ορέ παλαβέ;

Κι΄όμως δεν σταμάτησε ούτε μια μέρα να δουλεύει. Έτσι κάποτε βρέθηκε να έχει τρία μεγάλα εστιατόρια, πεντ΄έξη ακίνητα κι΄έναν μεγάλο λογαριασμό σε κάποια τράπεζα.

-Πως δεν πήρες την απόφαση να φτιάξεις οικογένεια μωρέ Μεμά; Τον ρώτησα κάποτε.

-Τι να σου πω ορέ καλλιτέχνη, μου είπε με μια φωνή κάπως λυπημένη. Ούτε κι΄εγώ καλά το ξέρω. Όμως το όνειρο της οικογένειας δεν με τράβηξε ποτέ. Δεν κατάφερα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου πλάι σε μια γυναίκα που να σκουπίζει, να πλένει, να μαγειρεύει, να σκατοσφουγγάει μωρά. Δεν μπορούσα ποτέ να σκεφτώ τον εαυτό μου να μπαίνει σ΄ένα σπίτι που να μυρίζει κρεμμύδι τσιγαριστό. Ακόμη και τα παιδιά, πίστεψέ με, δεν με τράβηξαν ποτέ. Ίσως να φταίει και η ζωή που έζησα κι΄έγινα έτσι. Αμούστακο παιδί βρέθηκα να παλεύω με τη θάλασσα. Ήμουν ένα μικρό παιδί που μ΄έκανε η ανάγκη να νοιώθω μεγάλος. Ένοιωθα άντρας. Είχα γίνει στ΄αλήθεια άντρας.Όταν άλλοι στην ηλικία μου έπαιζαν ακόμη εγώ βρέθηκα να περπατάω στις διάφορες γωνιές του κόσμου με σωματέμπορους και με γυναίκες του δρόμου.

Από μικρός είχε ορφανέψει ο Μεμάς. Μια αδελφή μεγαλύτερη που είχε πήρε κάποιον και χάθηκε. Ούτε κι΄ο ίδιος έψαξε ποτέ για να την βρει. Κατέβαινε στην αγορά του Αργοστολιού κι΄έκανε διάφορα θελήματα για να του δώσουν κάτι να φάει. Κι΄όλο και κάποιος τον άφηνε σε κάποια γωνιά να κοιμηθεί. Σαν μεγάλωσε πήρε τα μάτια του και μπάρκαρε. Συντροφιά του πια η θάλασσα και οι εφήμερες γνωριμίες σε κάθε λιμάνι που πιάνανε.

-Τι να σου πω τι είδανε τα μάτια μου σε τούτα τα ταξίδια μου, μου είπε κάποια άλλη φορά. Καμιά μέρα ορέ καλλιτέχνη να καθίσουμε να σου τα ιστορήσω να φτιάξουμε ένα βιβλίο. Να βγάλεις κι΄εσύ κάνα φράγκο φουκαρά μου που ζεις με το μισθό της πείνας, κι’ έβαλε τα γέλια.

Το μανούλι, η Μαρίνα ήρθε κοντά μας.

-Θέλεις τίποτε άλλο; ρώτησε τον Μεμά χαμογελώντας του γλυκά.

Ο Μεμάς της έπιασε το χέρι. Κι΄είδα με έκπληξή μου πως η Μαρίνα δεν το τράβηξε. Ο Μεμάς παρήγγειλε έναν ακόμη καφέ. Η Μαρίνα έφυγε.

-Κι΄άλλον καφέ μωρέ Μεμά; του είπα. Θα σε πιάσει αϋπνία.

Γέλασε τρανταχτά.

-Και ποιος σου είπε ορέ ότι θέλω να κοιμηθώ; Αν με πάρει ο ύπνος καλλιτέχνη μου πως θα σκέφτομαι τούτο το μανούλι; Μήπως τάχατες έρχεται στα όνειρά μου; Ούτε σ΄αυτά με πλησιάζει. Που θα μου πάει όμως; είπε και έσφιξε τα χείλια του.

Έλειψα για λίγο καιρό στην Ελλάδα. Μόλις γύρισα πήγα το πρώτο κι΄όλας βράδυ στον “Λευκό Πύργo” σε αναζήτηση του Μεμά. Δεν τον βρήκα εκεί. Κι΄όσους κι΄αν ρώτησα κανείς δεν ήξερε τίποτα γι΄αυτόν. Όπως μου είπαν είχε χαθεί ξαφνικά. Και το παράξενο ήταν ότι και η Μαρίνα είχα σταματήσει να εργάζεται εκεί.

-Αυτό είναι ανεξήγητο, μου είπε κάποιος. Την ημέρα που χάθηκε ο Μεμάς σταμάτησε και η Μαρίνα τη δουλειά της.

Οι πιο πολλοί από τους θαμώνες του ζαχαροπλαστείου το είχαν ρίξει στο καλαμπούρι.

-Βάζω στοίχημα ότι ο μουρλοκεφαλονίτης την έκλεψε, μου είπε ένας άλλος.

-Πάψε μωρέ τις αηδίες, μπήκε στη μέση ένας τρίτος. Αυτή πήγε μαζί του. Βρήκε χρήμα. Κορόιδο είναι να μην πάει; Κι΄εγώ να ήμουνα το ίδιο θα έκανα.

-Και σαν τι μπορεί να της κάνει ο Μεμας;

-Το πολύ πολύ να την κοιτάζει και να τρέχουνε τα σάλια του. Αν το είχα εγώ…..

Τους άκουγα και προσπαθούσα να συγκεντρωθώ και να σκεφτώ τι μπορούσε να έχει γίνει. Μ΄έτρωγε η αγωνία μήπως πάνω στην απελπισία του ο ερωτευμένος φίλος μου είχε κάμει καμιά τρέλα.

Για μέρες τηλεφωνούσα σε γνωστούς και φίλους μήπως και μάθω κανένα νέο για τον Μεμά. Ακόμη και στα εστιατόρια του τηλεφώνησα.

-Δεν ξέρουμε τίποτα, μου είπε ο ένας.

-Το μόνο που μας είπε είναι ότι θα λείψει για λίγο καιρό, μου είπε ο άλλος.

SAN  XOUAN

Μέσα στα γράμματα που ήρθαν κάποιο πρωί στο γραφείο μου, ήταν και ένας φάκελος από κάποιο ξενοδοχείο του Puerto Rico. Στάθηκα και τον κοιτούσα περίεργα. Σκεφτόμουν ποια σχέση μπορούσα να έχω εγώ με το εξωτικό αυτό νησί.

Όμως ο φάκελος έγραφε το όνομά μου. Έμεινα για λίγο ακόμη να τον κοιτάζω. Τον άνοιξα. Βρήκα μέσα ένα αεροπορικό εισιτήριο μετ΄επιστροφής, ένα έντυπο για ρεζερβέσιον, μερικές φωτογραφίες του ξενοδοχείου και του νησιού κι΄ένα γράμμα που με πληροφορούσε πως μπορούσα να επισκεφτώ το νησί και να μείνω στο ξενοδοχείο όσες μέρες ήθελα. Στο τέλος μου τόνιζαν πως όλα ήσαν πληρωμένα. Στην αρχή ο νους μου πήγε στις βλακώδεις αυτές διαφημίσεις, “κερδίσατε…..ένα ονειρεμένο ταξίδι στην Καριβαϊκή….” και τέτοιες αηδίες, μέχρι που να σε καταφέρουν να αγοράσεις κάτι από αυτούς. Πρόσεξα όμως πως δεν μιλούσε για κάτι τέτοιο. Πήρα τηλέφωνο το ξενοδοχείο.

-Έχουμε μια σουίτα στην διάθεσή σας για όσες μέρες θα θέλατε να μείνετε κύριε, μου απάντησε μια γυναικεία φωνή. Επίσης το φαγητό σας η διασκέδασή σας και ό,τι άλλο χρειαστείτε είναι όλα πληρωμένα. Μόνο ειδοποιήστε μας πότε ακριβώς έρχεστε.

-Μπορώ να ρωτήσω κάτι; είπα με μια φωνή που σχεδόν έτρεμε από την αγωνία.

-Ευχαρίστως κύριε.

-Ποιος μπορεί να είναι αυτός που μου κάνει ένα τόσο μεγάλο δώρο και τι μπορεί να θέλει από μένα;

-Λυπάμαι κύριε αλλά δεν γνωρίζω, μου είπε η κοπέλα.Η εντολή που έχω από την διεύθυνση του ξενοδοχείου μας είναι να σας παρέχουμε κάθε ευκολία και εξυπηρέτηση για να περάσετε όσο γίνεται πιο ευχάριστα.

Μεσολάβησε μια μικρή παύση από μέρους της κοπέλας, που ίσως περίμενε κάποια απάντησή μου.

Άρχισα να πιστεύω πως έμπαινα σε κάποια περιπέτεια με μυστήριο, κάτι σαν τα μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι.

-Hello sir! Ακούστηκε η φωνή της κοπέλας. Κι΄ ήταν αυτή η φωνή που με ξανάφερε στην πραγματικότητα.

-Θα μου απαντήσετε τώρα; με ρώτησε με ευγένεια.

-Παρακαλώ δώστε μου λίγο χρόνο, της είπα.

-Όπως θέλετε. Θα περιμένουμε.

Έμεινα λίγο να σκέφτομαι προσπαθώντας να βρω μια λύση σε όλα αυτά. Απότομα σηκώθηκα, πήρα όλα τα χαρτιά και πήγα στο γραφείο του διευθυντή. Άνοιξα την πόρτα χωρίς καν να χτυπήσω. Ίσως το ύφος μου του γέννησε κάποια ανησυχία. Με κοίταξε παράξενα.

-Τι σου κάμανε πάλι; με ρώτησε.

Χωρίς να του απαντήσω άπλωσα όλα τα χαρτιά πάνω στο γραφείο του. Αυτός τα κοίταξε, τα ψευτοδιάβασε και μετά κοίταξε κι΄εμένα.

-Τι είναι όλα αυτά;

-Αυτό ρωτάω κι΄εγώ, του είπα. Τι είναι όλα αυτά;

-Λες να νοστίμισες σε κάποια πλούσια και σε καλή στην αγκαλιά της; Μου είπε και ξέσπασε σ΄΄ενα βλακώδες γέλιο.

-Πάνε αρκετά χρόνια που έπαψα να το παίζω Ρωμαίος, του είπα. Δεν νομίζω ότι είναι ώρα γι΄αστεία.

-Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα, μου είπε απλά. Κι΄αν δεν βγει κάποια είδηση θα έχουμε ένα οδοιπορικό για το ένθετο, ίσως και καμιά διαφήμιση. Ξεκίνα το.

Είχα ειδοποιήσει για την ημέρα που θα πήγαινα και τον αριθμό της πτήσης. Σαν έφτασα στο αεροδρόμιο του Σαν Χουάν και βγήκα, στάθηκα για λίγο και κοιτούσα γύρω μου. Πίστευα πως αυτός που με κάλεσε θα πρέπει οπωσδήποτε να με ήξερε και ίσως να με περίμενε. Και δεν έπεσα έξω. Ένας μεσόκοπος στην ηλικία, λίγο κοντός, ντυμένος με μια κομψή στολή οδηγού με πλησίασε.

-Ο κύριος…είπε το όνομά μου με σπασμένα αγγλικά.

-Ναι, του είπα.

-Είμαι ο οδηγός της λιμουζίνα σας. Ελάτε να σας πάω στο ξενοδοχείο. Κι΄έσκυψε να πάρει τις βαλίτσες μου. Του έπιασα το ένα χέρι σταματώντας τον. Στάθηκε και με κοίταζε.

-Μπορείς να μου πεις ποιος σε έστειλε;

-Δεν γνωρίζω κύριε, μου είπε κάπως ταραγμένος. Από το γραφείο μου έδωσαν την εντολή και ήλθα.

-Και πως ξέρεις πως είμαι εγώ αυτός που περίμενες;

Έμοιαζε να τα χάνει για λίγο. Με κοίταξε αμήχανα. Μετά απότομα γέλασε και μου είπε.

-Μα κύριε….Είστε ο μόνος ξένος που κατέβηκε από το αεροπλάνο. Οι άλλοι όλοι φαίνονται πως είναι από δω, ντόπιοι.

Δεν τον πίστεψα. Γύρω μου έστεκαν δυο-τρεις ακόμη που οπωσδήποτε ήσαν ξένοι. Όμως αυτός δεν μου άφησε καιρό να σκεφτώ. Έσκυψε, πήρε τις βαλίτσες μου και προχώρησε προς την έξοδο. Τον ακολούθησα μη μπορώντας να κάμω διαφορετικά.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ  1

Η υποδοχή μου στο ξενοδοχείο ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν πρέπει να ήταν αυτή που είχε μιλήσει μαζί μου στο τηλέφωνο. Γνώρισα τη φωνή της καθώς μου είπε.

-Καλώς ήλθατε κύριε.

Την ρώτησα αν χρειάζεται τα στοιχεία μου.

-Δεν χρειαζόμαστε τίποτα κύριε. Τα έχουμε όλα.

Για μια ακόμη φορά έμεινα άφωνος με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου.

-Μα πως τα έχετε; τη ρώτησα.

Η κοπέλα δεν φάνηκε να τα χάνει.

-Μα ξεχνάτε κύριε ότι σας στείλαμε και συμπληρώσατε όλα τα σχετικά έντυπα; Ξεχνάτε ότι έχουμε τη διεύθυνση του γραφείου σας, το τηλέφωνό σας;

Και ίσως για να μη μου δώσει χρόνο να σκεφτώ μου είπε.

-Τα πράγματά σας είναι ήδη στη σουίτα σας. Η Τζοανίτα θα σας οδηγήσει.

Η Τζοανίτα ήταν μια πραγματικά πολύ όμορφη πορτορικανή. Ψηλή, μ΄ένα κορμί αγαλματένιο και μακρυά μαύρα μαλλιά. Μου χαμογέλασε σαν γύρισα προς το μέρος της και υποκλίθηκε ευγενικά.

-Ακολουθήστε με κύριε.

Με το ασανσέρ ανεβήκαμε στον έβδομο όροφο. Η Τζοανίτα προχώρησε μπροστά και μου άνοιξε μια πόρτα. Βρέθηκα μέσα σε μια πραγματικά παραμυθένια σουίτα. Μοντέρνα έπιπλα, ένα πολύ μεγάλο κρεββάτι, μπαρ με όλα τα ποτά, πολυτελέστατο μπάνιο. Μια πόρτα σε έβγαζε σε μια βεράντα από όπου μπορούσες να απολαύσεις μια μαγευτική παραλία.

-Για ό,τι χρειαστείτε κύριε, χτυπήστε το κουδούνι. Είμαι η αποκλειστική σας καμαριέρα για όσο καιρό θα μείνετε εδώ.

Υποκλίθηκε και κινήθηκε προς την πόρτα. Μ΄ένα πήδημα βρέθηκα κοντά της. Της έκλεισα τον δρόμο και της έπιασα τα χέρια.

-Πες μου εσύ. Ποιος σ΄ έβαλε καμαριέρα μου;

Με κοίταξε περίεργα.

-Μα από την διεύθυνση του ξενοδοχείου κύριε.

-Ώστε ούτε κι΄εσύ ξέρεις ποιος με κάλεσε εδώ;

-Δεν ξέρω τι μου λέτε κύριε. Χτες με ειδοποίησαν ότι θα αναλάβω αυτή τη σουίτα για όσον καιρό θα μείνετε εδώ. Χαίρετε.

Κι΄έφυγε πριν καλά σκεφτώ να αντιδράσω.

Έμεινα να βηματίζω στο δωμάτιο πάνω κάτω και να νοιώθω σαν ένα λιοντάρι στο κλουβί. Ομολογώ πως είχα αρχίσει να φοβάμαι πως ήταν λάθος μου που δέχτηκα να έλθω. Σταμάτησα πάνω από τη συσκευή του τηλεφώνου και την κοιτούσα. Σήκωσα το ακουστικό. Από την άλλη άκρη άκουσα τη γνώριμη φωνή της κοπέλας από τη ρεσεψιόν.

-Τι επιθυμεί ο κύριος;

-Ο κύριος επιθυμεί να γνωρίζει αν μπορεί να βγαίνει από τη φυλακή του καμιά φορά.

Ακούστηκε κρυστάλλινο το γέλιο της κοπέλας.

-Μα φυσικά κύριε. Μπορείτε να βγαίνετε όποτε θέλετε και να απολαύσετε όλο το νησί. Μπορείτε να πάτε όπου θέλετε, να φάτε ό,τι θέλετε και να διασκεδάσετε όσο θέλετε. Η εντολή που έχουμε είναι να περάσετε όσο γίνεται πιο όμορφα.
-Και ποιος μου τα προσφέρει όλα αυτά, που να πάρει ο διάολος; φώναξα στ΄αλήθεια κάπως οργισμένος.

Η κοπέλα και πάλι γέλασε με το κρυστάλλινο γέλιο της. Όμως και τούτη τη φορά απέφυγε να απαντήσει στην ερώτησή μου.

-Μην ξεχνάτε κύριε πως όλα είναι πληρωμένα. Η ηλεκτρονική κάρτα της σουίτας σας αυτόματα θα χρεώνει τον λογαριασμό σας που υπάρχει για σας στο ξενοδοχείο μας.

-Και…..πόσος είναι αυτός ο λογαριασμός; Ρώτησα κάπως ειρωνικά.

-Δεν υπάρχει περιορισμός κύριε. Μπορείτε να ξοδέψετε όσα θέλετε.

Έμεινα άφωνος. Μύριες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου με ταχύτητα αστραπής. Με γύρισε στην πραγματικότητα ο χαρακτηριστικός ήχος από το κλείσιμο του τηλεφώνου.

Πέρασαν δυο-τρεις μέρες χωρίς να βλέπω κάποια λύση στο μυστήριο της παράξενης τούτης πρόσκλησης. Η αλήθεια είναι ότι είχα πλέον συνειδητοποιήσει πως δεν με είχαν καλέσει με κάποια κακή πρόθεση. Έτσι αποφάσισα να απολαύσω αυτό που τόσο παράξενα μου προσφέρθηκε. Γιατί, στ΄αλήθεια, ποιος ξέρει αν θα είχα την ευκαιρία να το απολαύσω ξανά στη ζωή μου. Έστειλα μια πρώτη ανταπόκριση στην εφημερίδα μου, για να ησυχάσουν κι΄αυτοί εκεί πάνω, και ρίχτηκα να ζήσω την ευκαιρία. Πήγαινα λοιπόν περιπάτους, έκανα τα μπάνια μου και συνήθιζα να πηγαίνω για φαγητό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Δεν είχα αποφασίσει πόσο θα μείνω. Πίστευα πως κάποια μέρα αυτός που με κουβάλησε εδώ θα επιχειρούσε ίσως να μου δείξει το πρόσωπό του. Μάταια όμως. Οι μέρες περνούσαν χωρίς κανένα σημάδι. Έτσι αποφάσισα να προκαλέσω εγώ.

Μια μέρα εκεί που έτρωγα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου με πλησιάζει η κοπέλα της ρεσεψιόν.

-Γιατί δεν τρώτε έξω; Με ρώτησε.

-Δεν θέλω να πολυξοδεύω αυτόν ή αυτούς που με κουβάλησαν εδώ, της είπα κι΄αυτή χαμογέλασε.

-Αλήθεια, της είπα ξαφνικά. Μήπως μπορώ να δω τον διευθυντή σου;

Η αντίδρασή της έμοιαζε πως ίσως περίμενε τούτη την ερώτησή μου.

– Μα βεβαίως, μου είπε κι΄έδειχνε χαρούμενη. Ο κύριος διευθυντής μου είμαι σίγουρη πως θα χαρεί πολύ να σας δει.

-Μπορείς να μου πεις βρε κοπέλα μου, πως αφού θα χαρεί να με δει τόσες μέρες δεν έρχεται να με δει;

Για μια ακόμη φορά η κοπέλα μου έδινε την εντύπωση πως απέφευγε μιαν απάντηση.

-Θα σας κλείσω κάποιο ραντεβού και θα σας ειδοποιήσω, μου είπε.

-Και γιατί όχι τώρα, επέμενα εγώ.

-Ο κύριος διευθυντής απουσιάζει σήμερα. Θα σας ειδοποιήσω όμως όταν θα μπορεί να σας δει.

Ανέβηκα στη σουίτα μου. Πριν προλάβω να βγάλω το σακάκι μου χτύπησε το τηλέφωνο.

-Κύριε….ήταν η φωνή της κοπέλας. Ο κύριος διευθυντής μου θα σας δεχτεί αύριο το πρωί στις δέκα.

Και ίσως για να μην προλάβω να ρωτήσω κάτι ακόμα το τηλέφωνο έκλεισε.

Το επόμενο πρωί πριν από τις δέκα ήμουν στην ρεσεψιόν. Σαν με είδε η κοπέλα έβαλε τα γέλια.

-Πω, πω, πω. Τι ανυπομονησία είναι αυτή! Κοίταξε το ρολόι της. Στις δέκα ακριβώς θα σας οδηγήσω στο γραφείο του κυρίου διευθυντή.

Στις δέκα ακριβώς βρισκόμαστε στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου. Όλα γύρω έδιναν την εντύπωση πως βρισκόμουν σ΄ ένα πολυτελέστατο ιδιόκτητο διαμέρισμα. Οι βεράντες όλες ήσαν γεμάτες με εξωτικά φυτά, δίνοντας την όψη ενός παραμυθένιου κήπου. Στις γωνιές των διαδρόμων υπήρχαν όμορφα ολόσωμα αγάλματα. Οι τοίχοι ήσαν στολισμένοι με ωραίους πίνακες. Σταματήσαμε μπροστά σε μια σκαλιστή πόρτα.

-Εδώ είναι το γραφείο του κυρίου διευθυντή, μου είπε. Ελάτε.

Άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε. Δυο κοπέλες καθόντουσαν σκυμμένες στα γραφεία τους. Η κοπέλα της ρεσεψιόν πλησίασε τη μία και κάτι της είπε στη γλώσσα τους. Μετά γύρισε σε μένα.

-Θα περιμένετε γιατί ο κύριος διευθυντής είναι σε σύσκεψη.

Κι΄έφυγε. Κάθισα σε μια πολυθρόνα και περίμενα. Περνούσε η ώρα χωρίς η σύσκεψη να τελειώνει. Περίμενα πως κάποια στιγμή θα άνοιγε η πόρτα του γραφείου και θα έβλεπα όλους αυτούς που ήσαν στη σύσκεψη να φεύγουν και τον διευθυντή να μου φωνάζει να πάω μέσα. Τίποτε όμως από όλα αυτά. Η πόρτα έμενε πάντα κλειστή. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε ακόμη όταν άκουσα το τηλέφωνο να κτυπά.

-Γιες σερ…Γιες…Γιές. είπε η κοπέλα και έκλεισε. Μετά σηκώθηκε και ήλθε μπροστά μου.

-Ο κύριος διευθυντής σας περιμένει, μου είπε. Αυτή εκεί η πόρτα είναι το γραφείο του.

Προχώρησα με βήματα δειλά και κάπως φοβισμένα. Έφτασα στην πόρτα και χτύπησα τόσο αδύναμα που αμφιβάλω αν ακούστηκα. Άνοιξα όμως και μπήκα μέσα. Απέναντί μου είδα μια πόρτα που έβλεπε σε μια βεράντα γεμάτη με παράξενα φυτά. Εκεί, μπροστά στην πόρτα, με τις πλάτες γυρισμένες προς το μέρος μου, στεκόταν ένας άνθρωπος μετρίου αναστήματος, λίγο παχουλός. Ο διευθυντής, σκέφτηκα.

-Καλώς τον φίλο μου τον καλλιτέχνη, ακούστηκε η φωνή του και με αργές κινήσει γύρισε προς το μέρος μου.

Έμεινα άφωνος να τον κοιτάζω και να τα έχω χαμένα. Μπροστά μου στεκόταν ο Μεμάς, ο παλιός μου φίλος. Ήρθε κοντά μου και μ΄αγκάλιασε λιγωμένος στα γέλια.

-Τι έπαθες ορέ καλλιτέχνη και έχεις μείνει σαν άγαλμα;

-Βρε Μεμά εσύ; Τι γυρεύεις εδώ; Τι κάνεις εδώ βρε αθεόφοβε; Κατάφερα να ψελλίσω.

-Δεν σου έχουν πει καλλιτέχνη μου ότι τον Κεφαλλονίτη θα τον βρεις ακόμη και στο φεγγάρι; Μου είπε χωρίς να σταματήσει το γέλιο του.

Προχώρησε στο γραφείο του και πάτησε ένα κουδούνι. Μια διπλανή πόρτα άνοιξε κι΄ένα αιθέριο θηλυκό, ντυμένο μ΄ένα εξωτικό ανσάμπλ φάνηκε να έρχεται προς το μέρος μας γελώντας. Γνωστή φυσιογνωμία, σκέφτηκα και προσπάθησα να θυμηθώ. Όμως τα λόγια του Μεμά μ΄έβγαλαν από τον κόπο.

-Μαρίνα έλα, της είπε. Ο φίλος μας ο καλλιτέχνης είναι εδώ.

Μα βέβαια σκέφτηκα. Η Μαρίνα. Η γκαρσόνα του “Λευκού Πύργου”. Είχα πολύ καιρό να την δω και τώρα μου φάνηκε ακόμη πιο όμορφη από τότε. Ήρθε κοντά μου και με χαιρέτισε χαρούμενη.

-Χαίρομαι που σε βλέπω, μου είπε. Τι γίνεσαι; Τι κάνει ο “Λευκός Πύργος”;

-Καλά, εσείς οι δυο τι κάνετε εδώ; κατάφερα να ρωτήσω.

-Παίζουμε τις κουμπάρες, μου είπε γελώντας ο Μεμάς. Παντρευτήκαμε ορέ καλλιτέχνη. Παντρευτήκαμε. Κι΄ήρθαμε να ζήσουμε εδώ. Στο ξενοδοχείο μου. Στον παράδεισο.

Έμεινα άφωνος για μια ακόμη φορά.

-Παντρευτήκατε; Ρώτησα με μια βλακώδη απορία.

-Βεβαίως, μου είπε η Μαρίνα. Παντρευτήκαμε. Και είπαμε να μείνουμε εδώ. Μακρυά από την Αστόρια και τους περίεργους. Ίσως είναι καλύτερα.

-Άντε Μαρίνα. Πήγαινε ετοιμάσου κι΄ερχόμαστε κι΄εμείς σε λίγο. Της είπε ο Μεμάς.

-Τι έκαμες βρε θηρίο, τον ρώτησα σαν έφυγε η Μαρίνα.

Ο Μεμάς βημάτισε για λίγο μέσα στο δωμάτιο. Άνοιξε ένα πολυτελέστατο κουτί και πήρε ένα ακριβό πούρο. Το άναψε και φύσηξε τον καπνό.

-Θυμάσαι κάποτε καλλιτέχνη μου που μου είχες μιλήσει για κάποιον αρχαίο Έλληνα, Αρχιμήδη τον είπες νομίζω. Διαφήμιζε τούτος ο δικός σου πως μπορούσε να κουνήσει όλη τη γη με τον μοχλό πού χε ανακαλύψει. Τρίχες καλλιτέχνη μου.

Ο Μεμάς ο Κεφαλλονίτης κουνάει όλη τη γη με το χρήμα. Με το χρήμα καλλιτέχνη μου. Με το χρήμα!!!

Μετά από κάποια χρόνια, υπεύθυνος για τις κρουαζιέρες στα νησιά της Καριβαϊκής που διοργάνωνε το περιοδικό στο οποίο εργαζόμουν σαν αρχισυντάκτης, βρέθηκα στο Πουέρτο Ρίκο, όπου από εκεί ξεκινούσαμε. Πέρασα από το ξενοδοχείο όπου συνάντησα τον Μεμά και την Μαρίνα να έχουν από ένα αγοράκι ο καθ΄ένας στην αγκαλιά τους. Ας είναι καλά. Δεν τους ξεχνώ.

email
Πηγή άρθρου: eftanhsa.blogspot.gr/