Ποίος ήτον ο Κεφαλλονίτης Παναγιώτης Πανάς;

Λογοτεχνία & Ποίηση

Λογοτεχνία & Ποίηση

Aν ήμουν μυθιστοριογράφος, ίσως μου περνούσε απ’ το μυαλό η ιδέα να αναπλάσω σε κάποιο αφήγημα πολιτικής και λογοτεχνικής φαντασίας (ή ρεαλισμού) τον βίο ενός ανθρώπου που, όπως συνήθως λέμε, έχει πολλά γνωρίσματα μυθιστορήματος: πάθη πολιτικά, πάθη καλλιτεχνικά (τα ερωτικά μπορούμε να τα φανταστούμε), φυλακίσεις, εξορίες, ένας ποιητής – πολίτης εν ολίγοις, δείγμα σπάνιο· τέλος, αυτοκτονία.

Πρόχειρος τίτλος, εις μνήμην του Βιζυηνού: «Ποίος ήτον ο Παναγιώτης Πανάς». «Ελα ντε» ακούω την αστραπιαία απάντηση, που οπωσδήποτε δεν προέρχεται από τον στενό χώρο των γραμμάτων μας, αν και δεν είμαστε λίγοι οι της λογοτεχνίας που πιστεύουμε πως η ποίηση ή η πεζογραφία εν Ελλάδι γεννήθηκε, ή έστω ξαναγεννήθηκε, με την αφεντιά μας και αδιαφορούμε για την προϊστορία της.

Πρόχειρος λοιπόν ο τίτλος, πρόχειρο και το σκαρίφημα βίου, στοιχειωδώς ενημερωτικό, στηριγμένο στα γραπτά του Κ. Θ. Δημαρά, στον τόμο της «Ανθολογίας» των εκδ. Σοκόλη που αφορά τους Επτανήσιους ποιητές, στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδ. Πατάκη, κυρίως δε στο βιβλίο της Ερης Σταυροπούλου το αφιερωμένο στον Πανά (εκδ. Επικαιρότητα) και στα «Μετασολωμικά» του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου (εκδ. Ερασμος).

Ο Παναγιώτης Πανάς λοιπόν γεννήθηκε το 1832 στην Κεφαλονιά, ένα νησί με γερή σατιρική φλέβα, από την οποία και τροφοδοτήθηκε, όπως και γενικότερα από την πλούσια επτανησιακή λογιοσύνη. Με το όνομά του ή με ποικίλα ψευδώνυμα, που τα εντόπισε ο Κυριάκος Ντελόπουλος, έγραψε λαϊκά αναγνώσματα και ποιήματα (θα μπορούσε να θεωρηθεί και ποιητής της μίας συλλογής, των «Εργων αργίας» του 1883, πολλοί στίχοι του πάντως είχαν ήδη δημοσιευτεί), μετέφρασε, εξέδωσε βραχύβιες εφημερίδες και υπήρξε μαχητικός δημοσιογράφος. Νεαρός ακόμα, συνδέθηκε με το κίνημα του επτανησιακού ριζοσπαστισμού, φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Ρουμανία. Δεν έβαλε μυαλό.

Στην Αθήνα πια, εκδήλωσε ορμητικά τα αντιοθωνικά του φρονήματα, εξού και η απέλασή του. Με τον συνοδοιπόρο του Ρόκο Ροϊδά ίδρυσε τον φιλελεύθερο σύλλογο «Ο Ρήγας».

Με την ποίησή του, όπου καλλιέργησε τη δημοτική με στοιχεία καθαρεύουσας, άσκησε τη σάτιρα (επηρεασμένος και από τον Αλέξανδρο Σούτσο) σε δύο πεδία: στο πολιτικό και στο φιλολογικό (ελέγχοντας λ.χ. διά παρωδιών τους βαρύηχους πλην ασυνάρτητους στίχους Αθηναίων ποιητών: «Ελαμπε την νύκτα ταύτην ήλιος ακτινοβόλος / και εχύνετο το μαύρον πέριξ φως των κεραυνών. / Εν σιγή βρονταί εβόων. Ηστραπτε της γης ο θόλος / και το έδαφος εν λύπη έχαιρε των ουρανών». Αυτοκτόνησε το σημαδιακό 1896. Διασημότερο ποίημά του; Ισως η «Ποιητική συνταγή»: «Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα· / δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα· / τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι· / μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι, / δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες·/ ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες» κ.λπ.

Για την πολιτική του σάτιρα τον θυμήθηκα όταν ξανάπεσα πάνω στο δηλητηριώδες ποίημά του «Εις υπουργός της Ελλάδος», που μου φάνηκε, δυστυχώς, διαχρονικής σημασίας, κι είπα να τον θυμίσω, παραθέτοντας λίγους στίχους του.

Τέτοια αθανασία πάντως μάλλον δεν θα την ήθελε ο Πανάς, ούτε κανείς άλλος απ’ όσους πόνεσαν πολύ τούτο τον τόπο και πάσχισαν να τον οδηγήσουν μια σπιθαμή μπροστά. Νιώθω δηλαδή ότι δεν θα είχε καμία αντίρρηση να ενταφιαστεί άσημος στις γραμματολογίες παρά να έχει ακόμα ισχύ ένα λοίδορο ποίημά του για το πολιτικό μας προσωπικό και για το σύστημά του, που αποδεικνύεται βαθιά άρρωστο στις ρίζες, στη δομή και στο πνεύμα του: πάντοτε μεσσιανικό και πάντοτε πελατειακό, και συχνά ακαλλιέργητο, με ελάχιστες παραστάσεις πέρα από τις καθαυτό πολιτικές ή πολιτικάντικες, και με λειψές ιδέες για το τι εστί πολιτική, παράδοση, κληρονομιά, όραμα. Ωραία, καμαρώνουμε πως εδώ γεννήθηκαν όλα, ακόμα και η τέχνη της πολιτικής.

Τι την κάναμε όμως αυτήν την κληρονομιά και πώς τη χαραμίσαμε; Τι έτρεξε και ο Αριστοτέλης, λ.χ., πάει τόσο αδιάβαστος (από τους πολιτικούς) όσο και ο Παναγιώτης Πανάς;

Αλλά ιδού ο αυτοϊστορούμενος υπουργός (και δεν θα φταίει βέβαια ο οξύς Κεφαλονίτης αν κάμποσοι πολιτικοί μας πιστέψουν ότι βλέπουν το πορτρέτο τους): «Ετι χθες εις του σχολείου εκαθήμην το θρανίον, / σήμερον δε διευθύνω και Βουλήν και υπουργείον, / και το έθνος όλον παίζω άθυρμα στα δάκτυλά μου. / Ενεοί και κεχηνότες μένουν πάντες εμπροστά μου. / Βλέπετε τους διαβάτας; Με τον πίλον εις την χείρα / ίστανται και χαιρετώσι της πατρίδος τον σωτήρα. / Ησυχίαν δεν ευρίσκω. Στον περίπατον, στο γεύμα, / με κυκλούσιν επαιτούντες εν ευνοϊκόν μου νεύμα. / Εν μειδίαμά μου φθάνει, και πληρούνται εξ ελπίδων… / Χθες εβάδιζον ηρέμα εις τας στήλας – αίφνης είδον / να με πλησιάζη νέα, ης εφλόγιζε το βλέμμα… / Και μου λέγει: “Ο πατήρ μου, όστις έχυσε το αίμα / εις Αράχοβαν, Βαλτέτζι, Δολιανά και Κερατσίνι, / θνήσκει νυν επί της ψάθης και χολήν και όξος πίνει, / ενώ χίλιοι κηφήνες τρέφονται εκ του ταμείου, / σπαταλώντες τους ιδρώτας του εργάτου του αθλίου”. /

Και τα όμματά της ήσαν άφθονος πηγή δακρύων. / “Θάρσει, κόρη μου”, της είπον. “Αύριον στο υπουργείον, / ή καλύτερον στον οίκον με ευρίσκεις την δεκάτην…” / Και… εθώπευσα ηδέως την αφρόλευκόν της πλάτην. / Ανθρωπος και εγώ είμαι, / άνθρωπος και συγκινούμαι, / και των αδελφών μου βλέπων τα παθήματα λυπούμαι, / ουδέ ύπνον με αφήνουν μίαν ώραν να χορτάσω. / Πώς μοι έρχεται πολλάκις απ’ το πείσμα μου να σκάσω, / κι εις τον διάβολον να στείλω και πατρίδα κι υπουργείον». Πώς τελειώνει το ποίημα; Οπως θα περίμενε κανείς: «Υπουργείον καθ’ εκάστην ο λαός να βλέπει πλέον / εβαρύνθη. Ως εκ τούτου φασκελώνει τους σωτήρας, / τους μη βλέποντας την ώραν να βυθίσωσι τας χείρας / εις τα ποθητά εκείνα συρταράκια του ταμείου, / όπου νόμοι και προφήται κι ευλογία του Κυρίου…»

Η πολιτική σάτιρα παίρνει το δικαίωμα της κρημνιστικής υπερβολής από τον πατέρα της τον Αριστοφάνη.

Ας μη βιαστούν λοιπόν οι ψυχρόαιμοι να συναριθμήσουν τον Πανά στους λαϊκιστές. Φρονιμότερο είναι να σκεφτούμε γιατί ενάμιση αιώνα μετά ο δημόσιος βίος εμφανίζεται ανεξέλικτος, βαλτωμένος, με τα ίδια πάθη και τα ίδια λάθη. Η «παράπλευρη απώλεια» είναι να μοιάζει επίσης στάσιμη και η κριτική που του ασκείται, αφού φαίνεται να καυτηριάζει όσα ήδη καυτηρίαζε ο Πανάς ή ο Σούτσος, αργότερα ο Σουρής, έπειτα ο Βάρναλης.

Η «παράπλευρη ωφέλεια» είναι η καλλιέργεια μιας γερής σατιρικής ποίησης ικανής να ανταποκρίνεται στο διαρκές δράμα μας.

Αλλά αυτήν πρώτοι οι θεράποντές της θα προτιμούσαν να σβήσει μη έχοντας ερεθίσματα – τα ίδια πάντοτε.

email
Πηγή άρθρου: kathimerini.gr