Ριμναδόροι στους χορούς τση Κεφαλονιάς

Ριμναδόροι στους χορούς τση Κεφαλονιάς

Ριμναδόροι στους χορούς τση Κεφαλονιάς

Εμείς οι σημερινοί επικεντρωνόμαστε στα εντυπωσιακά κατάλοιπα της παράδοσης: χοροί, μουσικές και φορεσιές είναι για τους πιο μερακλήδες – δομές της γλώσσας ή της συγγένειας είναι για τους πιο στιφούς, τους θεωρητικολογούντες. Υπάρχουν όμως θέματα όπου “δεν μας παίρνει”, γιατί είναι εμφανές ότι οι παλιοί είχανε κάτι χαρίσματα που εμείς τα χάσαμε εντελώς – και μείναμε με το χάρισμα του σχολιασμού και της κριτικής ανάλυσης (!).

Ενα απ’ αυτά τα ωραία ήταν η ικανότητα να συνθέτουν στίχους προκειμένου να εκφράσουν με πιο γλαφυρό τρόπο τις παρατηρήσεις τους. Υπάρχουν στοιχεία ότι αυτό γινόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα, άλλο αν σήμερα η μόνη περιοχή που είναι γνωστή γι αυτό είναι η Κρήτη. Κι εκεί όμως οι επαγγελματίες τραγουδιστές λένε τώρα λόγια προκάτ, ενώ ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να “συντάξουν” μαντινάδες στη στιγμή.

Το τελευταίο προπύργιο της μαντινάδας είναι σαφώς η Κάρπαθος, όπου μπορεί να μην τις λένε πια στον Κάτω χορό, στα καθιστά γλέντια όμως ξενυχτούν μ’ αυτές μέχρι το πρωί. Είναι σε θέση να τηρούν τον κανόνα που λέει ότι μια μαντινάδα δεν επαναλαμβάνεται ποτέ δημόσια. Αλληλογραφούν μ’ αυτές, τις δημοσιεύουν στις εφημερίδες τους, τις ταιριάζουν όταν επισκέπτονται αυτούς που γιορτάζουν, θυμώνται τις πετυχημένες που είπαν οι παλιοί.

Δεύτερη με διαφορά έρχεται η Κρήτη, και τρίτη σε παραγωγή είναι η Κύπρος με τα τσατιστά της, δηλαδή με στιχάκια ανταγωνιστικά. Παλιά τα έλεγαν κι αυτοί χορεύοντας (και μάλιστα τους δικούς τους Καρσιλαμάδες, ενώ στους δικούς μας Συρτούς είναι πιο εύκολο να αποστασιοποιηθείς από την κίνηση) τώρα όμως κάνουν έμμετρο διάλογο καθιστοί. Υπάρχει και επίσημος διαγωνισμός κάθε χρόνο στον Κατακλυσμό, με βραβείο.

Τέταρτη έρχεται η Αξά (Νάξος), με τα κοτσάκια της. Εκεί ο Κονιτόπουλος έκανε κακό στο τραγούδι (αλλά και πολύ καλό προβάλλοντάς το στο πανελλήνιο) τυποποιώντας το σε παν-κυκλαδική βάση. Ετσι σήμερα ελάχιστοι είναι οι νησιώτες που μπορούν να αρθρώσουν δικό τους λόγο και ύφος στον στίχο ή τη μουσική. Οπως ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να ξεχωρίσουν τους χορούς τους από το Συρτοτσιφτετέλι.

Κάναμε αυτή την περιήγηση για να τοποθετήσουμε το θέμα πριν καταλήξουμε στην Κεφαλονιά, άλλη μια περιοχή όπου ανθούσε η πηγαία στιχουργική. Μάλιστα, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νησιού είναι το περιπαικτικό ύφος. Σκωπτική, σατιρική και σαρκαστική η κεφαλονίτικη ρίμα, σε αντίθεση με την καρπάθιμη μαντινάδα που είναι συνήθως επαινετική (για τον άγιο της ημέρας, τους εορτάζοντες, τις χορεύτρες, την παρέα) και δεν φτάνει ποτέ σε ελευθεροστομίες.

Ρίμα είναι το ομοιοκατάληκτο στιχάκι, και ριμαδόρος αυτός που ξέρει να το φτιάχνει, ή συνηθέστερα ριμναδόρος (ριμναδόρα ή ριμαδόρα στο θηλυκό) στην Κεφαλονιά. Η ρίμα ήρθε από τους Βενετσιάνους, αλλά αυτό ας μην ανησυχεί τους ακραιφνείς μας εθνικόφρονες. Αν επρόκειτο για απλή αντιγραφή θα την καταδικάζαμε όλοι σαν ξενόφερτη. Οι Ελληνες όμως την προσάρμοσαν στα γούστα τους και την καλλιέργησαν τόσο ώστε να γίνει και δική τους. Υπάρχει δηλαδή μια ελληνική “σχολή” στη ρίμα, γι αυτό μορούμε να λέμε ότι ανήκει στην παράδοση.

Οι ριμναδόροι λοιπόν της Κεφαλονιάς ήταν οι στιχοπλόκοι που εξέφραζαν έμμετρα την ευφυϊα, την ειρωνία και την περιπαικτική διάθεση στην οποία οι Κεφαλονίτες είναι πρωταθλητές. Εγραφαν βιβλία, κυκλοφορούσαν φυλλάδια, εξέδιδαν εφημερίδες ολόκληρες με στιχάκια σπινθηροβόλα και καυστικά. Σήμερα βέβαια για να τους βρεις πρέπει να ψάξεις πολύ, έπεσαν κι αυτοί θύματα της ισοπέδωσης.

Εδώ θα απομονώσουμε τη χορευτική πλευρά του φαινομένου, εφόσον στην καθαρή της μορφή η στιχοπλοκή γίνεται πάνω στο χορό. Εκεί μόνο είναι δεμένη με τη μελωδία και την κίνηση, εκεί είναι σε κοινή θέα και ακρόαση, εκεί τη δέχεται και την αξιολογεί όλο το χωριό. Η γραπτή μορφή, όπως και η απαγγελόμενη, είναι κατά πολύ υποδεέστερες.

Οταν λένε λοιπόν ότι “ο τάδε πιάστηκε στο χορό με τον τάδε” εννοούν ότι άρχισαν να συναγωνίζονται ποιος θα αποστομώσει τον άλλον. Συχνά οι πιο τολμηροί πήγαιναν σε άλλο χωριό όπου υπήρχε ονομαστός ριμναδόρος, για να τον καλέσουν σε ποιητική μονομαχία. Φανταζόσαστε πόσο τεντωμένα είχε τ’ αυτιά του όλο το χωριό για να δει ποιος θα κερδίσει. Τα παραδείγματά μας είναι από το βιβλίο του Ανδρέα Καλογηρά “Η σάτυρα στην Κεφαλονιά”, Αθήναι 1946.

Ο έμμετρος λόγος εξαιρείται από τους περιορισμούς του πεζού, οπότε μπορεί κανείς να πει πράγματα που αλλοιώς είναι απαγορευμένα.

Στην Κεφαλονιά οι γυναίκες έλεγαν μαντινάδες δημόσια, πράγμα αδιανόητο στα άλλα νησιά που αναφέραμε. Οταν σε κάποιο χορό στην περιοχή του Πυργιού πιάστηκαν δυο ονομαστές ριμναδόρες, η μια είπε στην άλλη:

Ξέρω τραγούδια να σου πω

και ρίμνες να σου βγάλω

και να σου ψάλλω τ’ άπλυτα

εσένανε, βουβάλω.

Ο Γεράσιμος Στεφανάτος (πιο κεφαλονίτικο όνομα δεν γίνεται) πιάνεται στο χορό με τον Πετρή. Ο πρώτος πετάει την πρόκληση:

Για πινωμή του μπροστινού

θα πω ‘να τραγουδάκι.

Εφτιά τα ρούχα που φορεί

είν’ του Χριστοφοράκη!

Τότε δανείζονταν τα καλά ρούχα κάποιου άλλου για να βγουν στο χορό. Η απάντηση έρχεται αμέσως.

Καλά τα λες, βρε χορευτή

οπού ‘χεις τη σελίδα

μα δεν κυττάς το μούτρο σου

οπού ‘ναι σαν τη γίδα.

Σελίδα είναι η βράκα (σκελίδα). Πάλι σχετικά με τα ρούχα, κάποιος άλλος Καραβισιάνος (απ’ το χωριό Καραβάδος) που τον πείραξαν απάντησε:

Τα κομπιά τση γιακετός μου

είν’ τα πλούτη και το βιος μου,

τα σκαρτσουνοπάπουτσά μου

είν’ τ’ αμπελοχώραφά μου.

Η προκλητική κοκεταρία δεν μένει ατιμώρητη από την κοινωνική κριτική που εκφράζεται καμιά φορά ωμά:

Εσύ ‘σουνε που μάζωνες

βλαστάρια και ραδίκια,

και τώρα θέλεις μυρουδιές,

σαπούνια, σκολαρίκια;

Στο χωριό Θηνιά, ο Μιχάλης Χαλικιάς, βλέποντας ότι η αγαπητικιά του δεν εμφανίστηκε στο χορό, ξεσπάει:

Ολες ήρθαν ένα σμπάρο

όξ’ εκείνη που θα πάρω.

Η παλιό βελέσι έχει

ή χορός δεν της αρέσει.

Μήπως τής επήγαν ξένοι

κι έκατσε καφέ και ψένει;

Ολες ήρθανε μια τούφα

με ποδιές και με καμούφα.

Ο Διονύσης Μαλιώρης από το Ληξούρι είπε σε μια χωριανή του που είχε βάλει πούδρα (πούρβερη) στο πρόσωπο:

Η πούρβερη το πρόσωπο

πώς το κατασκευάζει

σαν κότα το Μαγιάπριλο

οπού ξαναπουλιάζει.

και σε έναν παπά που φόρεσε ζωνάρι κόκκινο:

Κόσμο πολύν εγύρισα

και νύχτες με φεγγάρι

μα δεν απάντησα παπά

με κόκκινο ζωνάρι.

Πάντα στον ενδυματολογικό τομέα, ο ίδιος ριμναδόρος δεν λυπήθηκε ούτε κάποιον που έβγαλε τα πανταλόνια και φόρεσε πλατοβράκια (κούδες) για να κρύψει την κήλη από την οποία έπασχε:

Για πέστε μου, γυναίκες μου

φίλοι μου και παιδάκια

τι έπαθ’ ο γέρο Νικολής

κι έβαλε πλατοβράκια;

Πάλι στα Δαμουλιανάτα, ένας νέος φορούσε ρολόι χρυσό ενώ η οικογένειά του πεινούσε. Ο Μαλιώρης δεν του τη χάρισε:

Βλέπετ’ αυτόν τον μπροστινό

οπού φορεί ρολόι;

Στο σπίτι του για το ψωμί

πιάνουν το μοιρολόι.

Με μπαουλίνο περπατεί,

το σέρνει με καμάρι,

στο λείψανό του ο παπάς

πεντάρα δε θα πάρει.

Μπαουλίνο είναι το μπαστούνι.

Ετσι ο χορός κρατούσε ώρες πολλές και το ενδιαφέρον των παρισταμένων δεν έπεφτε. Ολο το χρόνο ο καθένας ακόνιζε το μυαλό του για να βρει έξυπνες ρίμες να πειράξει κάποιον. Στην Πύλαρο μια γυναίκα είπε για τον άντρα της:

Ηταν της τύχης μου γραφτό

να πάρω το χωριάτη

να βγάνει τα τσαρούχια του

απάνω στο κερεββάτι.

Για να πειράξουν τις Σαμικές (από το χωριό Σάμη) είπαν:

Στην Πύλαρο είν’ οι όμορφες

στη Σάμη οι τσιμπλομάτες

και μέσα στην Αγια-Θυμιά

όλ’ ομορφιές γεμάτες.

Οπότε ήρθε η απάντηση από τις Σαμικές:

Καλές είν’ οι Πυλαρινές

μά ‘χουν κακό ζακόνι,

που ρίχν’ ο ήλιος στα βουνά

κι αυτές κοιμώνται ακόμη.

Ούτε οι ομορφιές της Αγια Θυμιάς μένουν χωρίς πείραγμα:

Μα κι οι Αγιαθυμιώτισσες

τρώνε ψωμί και ξύδι

για να φυλάνε τα λεφτά

να παίρνουνε φτιασίδι.

Ο πιο ονομαστός ριμναδόρος ήταν ο Κάγκας, από τη Χώρα. Ηταν όχι μόνο ετοιμόλογος αλλά και φοβερά αθυρόστομος. Ετσι πολλές από τις ρίμνες του δεν έχουν διασωθεί γιατί οι παριστάμενοι ντρέπονταν να τις επαναλάβουν. Κάποτε οι Σπαρτινοί, θέλοντας να τον σιγυρίσουν, έντυσαν με καλά ρούχα έναν δυνατό ριμναδόρο ονομαζόμενο Σμπρίλιο και τον έβαλαν στο χορό. Ο Κάγκας δεν έχασε την ευκαιρία:

Ο Σμπρίλιος είναι χορευτής

καλύτερος απ’ όλους,

μα τα μεταξωτά βρακιά

θέλουν ‘πιδέξιους κόλους.

Κι αμέσως μετά, απευθυνόμενος στις γυναίκες:

Θα κάμω μια αναφορά

και ναν την υπογράψετε,

όσες φορείτε σώβρακα

όλες ναν τα πετάξετε.

Γιατί βέβαια τα σώβρακα ήταν ένας άχρηστος νεωτερισμός τότε, αφού ο κόσμος πριν δεν φορούσε τίποτα.

Μια φορά όμως που ο Κάγκας πήγε στη Σκάλα βρήκε τη δασκάλα του. Τον προκάλεσε εκείνη, αναφερόμενη στη βρώμικη βράκα του:

Εννιά φορές την έπλυνα

του Κάγκα τη σελίδα,

δέκα σαπούνια εχάλασα

και δεν εβγήκε η γλίδα.

Εκείνος για να αμυνθεί το γύρισε αμέσως στο σεξουαλικό:

Εγώ βαστώ την πέννα

κι εσύ το καλαμάρι,

να κάμουμε το γράμμα

να γίνουμε ζευγάρι.

Αλλά εκείνη τον έβαλε στη θέση του:

Γάιδαρε, παλιογάιδαρε

πήγαινε στη δουλειά σου

και στη δική μου κλειδαριά

δεν πιάνουν τα κλειδιά σου.

Διαλέξαμε ρίμνες του χορού που έχουν σχέση με τη φορεσιά, και θα κλείσουμε με μια θυμοσοφική που είπε κάποιος από το Ληξούρι σε χορό που έγινε στον Κεχριώνα.

Ο άνθρωπος δεν κρίνεται

από το πρόσωπό του,

μόν’ κρίνεται απ’ το μυαλό

κι από το φέρσιμό του.

Ράφτης, Αλκης: “Ριμναδόροι στους χορούς τση Κεφαλονιάς”, Παράδοση και Τέχνη 057, σελ. 12-13, Αθήνα, Δ.Ο.Λ.Τ., Μάϊος-Ιούνιος 2001.

email