Ρίμνες,Μοιρολόγια και ξόρκια της Ιθάκης

Βαθύ Ιθάκη

Βαθύ Ιθάκη

Οι παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα, τα γλωσσικά ιδιώματα, τα τραγούδια, τα μοιρολόγια, οι θρησκευτικοί εορτασμοί και προκαταλήψεις μαζί με την αρχιτεκτονική, τις τέχνες και τα γράμματα, είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα στοιχεία ενός τόπου που διαμορφώθηκαν μέσα από την ιστορική πορεία και τους πολύπλευρους επηρεασμούς. Τα στοιχεία αυτά που λαογραφούν ένα τόπο με τον καιρό εξαφανίζονται, αλλού γρηγορότερα και αλλού πιο αργά, μια και οι συνθήκες ζωής αλλάζουν, η πολιτιστική κληρονομιά πάει να εξαφανιστεί.

Στην Ιθάκη, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα, η Ενετική κατοχή άφησε πιο έντονα τα χνάρια της στην πολιτιστική εξέλιξη επηρρεάζοντας την γνώριμη Επτανησιακή παράδοση που σήμερα διατηρείται πιο πολύ στη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα ή την Κεφαλλονιά. Η φτωχή και άγονη Ιθάκη δεν μπόρεσε να κρατήσει τους κατοίκους της που στράφηκαν στη μετανάστευση ή το ναυτικό επάγγελμα για εξεύρεση πόρων ζωής, ιδίως κατά τον 20ο αιώνα. η αραίωση του πληθυσμού πήρε μεγάλες διαστάσεις. Μαζί με τους μετανάστες, σβήνουν σιγά-σιγά και οι ντόπιες παραδόσεις που διατηρούνται μόνο στη μνήμη των γεροντότερων. Από αυτή έγινε προσπάθεια περισυλλογής και καταγραφής στοιχείων με ότι περισώθηκε σε γραπτά κείμενα.

ΡΙΜΝΕΣ (ΡΙΜΕΣ)

Πολλά τετράστιχα – ρίμνες – λαϊκής ποίησης κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα που μιλάνε για τον έρωτα, το γάμο, τον ξενιτεμό, τις καθημερινές συνήΘειες. Ακολουθούν μερικές που συλλέχτηκαν από διηγήσεις γερόντων, με τον γλαφυρό παραστατικό τους τρόπο δίνουν την νοοτροπία μιας άλλης εποχής.

ΕΡΩΤΙΚΕΣ

«Τέσσερεις καντηλόσταυροι κρέμονται στο λαιμό σου όλοι φιλάνε το σταυρό κι εγώ το μάγουλό σου».

«Σ’ ένα καμίνι καίγομαι σε μια φωτιά μεγάλη φευγάτε από κοντάθε μου να μη καούνε κι άλλοι».

«’Ασπρη κι αν είσαι δε φελάς κόκκινη δεν αξίζεις, μελαχροινή και όμορφη τους νιούς τους δαιμονίζεις».

«Στο θιάκι δεν ξαναπερνώ δεν ξανακάνω βόλτες γιατί μου αμπαρώσανε παράθυρα και πόρτες».

«Του Μύλου ο περίπατος είναι κακό σεργιάνι

γιατ’ όποιος περπατεί εκεί το νου του τόνε χάνει».

«’Ηθελε να γινότανε οι παπαδιές φοράδες και οι παπάδες άλογα κι εμείς αλωνιστάδες».

«Το σκυλί σου με γαυγίζει κι ο άντρας σου με φοβερίζει, το σκυλί σου θέλει φόλα και ο άντρας σου πιστόλα».

ΞΕΝΙΤΕΜΟΥ – ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΥ

«Φεύγω και αποχαιρετώ το θιάκι το καϋμένο

το νου μου τον αφήνω εδώ και το κορμί μου παίρνω».

«Αγαπημένο μου πουλί κι ωραίο μου φτεράκι

η ξενητιά σε χαίρεται κι εγώ πίνω φαρμάκι».

«Η ξενητιά έχει καϋμούς, η ξενητιά μαράζια,

η ξενητιά μου τάκανε τα σωθικά μου μαύρα».

«Ο ήλιος τον παραθυριού σ’ έχει κόρη μου μαύρη, κυττάζοντας τη θάλασσα μπας κι έρχεται καράβι».

«’Ενα καράβι πούρχεται και τα πανιά μαζώνει

μέσα είν’ ο νιος που μ’ αγαπά και που με καμαρώνει.»

ΓΑΜΟΥ

«Εσύ γαμπρέ που κάθεσαι σου πρέπουνε τραγούδια γιατί έχεις στη μάντρα σου μια γλάστρα με λουλούδια».

«’Αγγελος είναι ο γαμπρός κι η νύφη καλομοίρα να κάνουν σερνικά παιδιά σα τση μηλιάς τα μήλα».

«Για φέρτε το χειμωνικό φέρτε και το πεπόνι

να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός κι εκειός που στεφανώνει».

«Εκεί που πάς νυφούλα μου καλώς να σε δεχθούνε

και τα πορτοπαρέθυρα κι αυτά να σ’ αγαπούνε».

Ο γάμος αποτελούσε σταθμό στη ζωή του ανθρώπου. Μια φορά παντρεύοταν η γυναίκα ή ο άντρας και θα ζούσαν μαζί μέχρι τον θάνατο. Το διαζύγιο ήταν κάτι άγνωστο για την εποχή. ‘Ετσι, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, ο γάμος ήταν γιορτή με όργανα, τετραήμερο γλέντι, τραπεζώματα, συνοδεία των προικιών της νύφης στο καινούργιο σπιτικό, και φυσικά τραγούδια του γάμου.

« Ερχετ’ ο σιδηρόδρομος απ’ τη Κυπαρισσία/ σέρνει βαγόνια δεκατριά και ρόδες ασημένιες / σέρνει και την αγάπη μον στο μεσινό βαγόνι / με τα μαλλιά της ξέπλεκα στσι πλάτες της ριyμένα. /-Λούσου,  χτενίσου αγάπη μου και μάσ’ τ’ αποχτενίδια / και στείλε τα στο χρυσικό να φτιάσει δαχτυλίδια / να φτιάσει βέρα τον γαμπρού και μενταγιό τση νύφης / να φτιάσει και τση πεθεράς ένα χρυσό κανίστρι».

Τελειώνοντας με τις λαϊκές ρiμνες παραθέτουμε ακόμα τέσερεις χαρακτηριστικές, μια 15σύλλαβη και τρεις τετράστιχες:

«Βλάχε μου πότ’ εκρύωσες, πότ’ εβαλες καπότο εκεί κοντά τ’ Αγ’ Αντριός του γέρου του Νικόλα επήρ’ η σκάλτσα μου νερό κι η κάππα μου το χιόνι».

« Είσ’ άσπρος σα τον αχινό σα του παπά το ράσο και σα γυρίσω και σε διώ μούρχεται να ξεράσω».

«Μωρέ παληοκενιότισσες με τ’ άσπρο το ποδάρι καλύτερο τού Ραχιώτωνε κι ας είν’ από περνάρι».

«Βασιλοπούλα νάσουνα δε Θάχες τέτοια χάρη να σου ζυγίζουν το φιλί με το μαργαριτάρι».

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

Εδώ, έντονα φαινεται η δίψα για ζωή γιατί το νιακο μοιρολόι δεν εiναι τραγούδι θανάτου αλλά τραγούδι ζωής. Ο λαϊκός ποιητής δεν υποκύπτει στο θάνατο ούτε αναφέρεται στη μεταθάνατο ζωή, απ’ αυτή την απόψη φαίνεται απροσάρμοστα με τα χριστιανικά πρότυπα. Ο χάρος είναι πάντα άπονος, κακός, ύπουλος και απάνθρωπος. Στα θιακά μοιρολόγια δεν υπάρχουν τα καζάνια της κόλασης, ούτε τα ολόλευκα συννεφάκια του παραδείσου.

«Ο χάρος είν’ αδικητής, είναι κρυφός κουρσάρος / ‘Ολο τσι νύχτες περπατεi, όλο τσ’ αυγές κουρσεύει / όθε περάσει αποβραδύς, τ’ αποταχιά θα κλαίνε / Και νάτονε που πρόβαλε στσι χάμπονς καβελάρης και παiρνει νιούς απ’ τα μαλλιά και νιές απ’ τσι πλεξίδες/ παίρνει και τα μικρά παιδιά στη σέλλα τον αλόγου».

«Γι’ ακούτε τι διαλάλησε του μαύρου χάρου η μάνα: / Γυναίκες κρύψτε τσ’ άντρες σας, μανάδες τα παιδιά σας / κι εβγήκε ο γυιός μου παγανιά, βγήκε κρυφός κουρσάρος / κι όλο τσι νύχτες πρεβατεί κι όλο τσ’ αυγές κουρσεύει».

«Νάταν ο χάρος άνθρωπος νατόνε κουβεντιάσω / να σκύψω στα ποδάρια του μετάνοιες να του κάνω / να κάνει κρίση γι’ ορφανές και μερδικό τσι μάνες / μην ήθελε και σπλαχνιστεί…».

«…κι α δε μας ήθε σπλαχνιστεί το έβανα στη κρiση / κι έβανα μάνες μάρτυρες και τσ’ αδελφές κριτάδες / χηράδες και μικρά ορφανά και κάμανε τη κρίση»

«Η γης πρέπει να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει / πρέπει να ντύεται τσόχινα και να φορεί βελούδα / που τρώει νιούς με τ’ άρματα και νιές μελεμετένιες»

«Για συνταχτείτε αδελφές, για συνταχτείτε μάνες / να κλάψουμε, να κλάψουμε, όσο κι αν ημπορούμε / να μάσουμε τα δάκρυα, να σύρουμε ποτάμια, / το’να να πάει στη ξενητιά, τ’ άλλο στον κάτω κόσμο / να ξουριστούν οι άξουροι, να πιούν οι διψασμένοι / και να λουστούν οι λυγερές, που λεiπουν απ’ τα σπίτια»

«Πολλά καλά που κάνει ο Οεός κι ένα καλό δεν κάνει, / γιοφύρι μες τη θάλασσα, σκάλα στον κάτω κόσμο, / να κατεβαίνουν οι αδελφές, να κατεβαiνουν μάνες, / οι μάνες με τη ζάχαρη, οι αδελφές με μόσχο/ γυναίκες των καλών αντρών με μήλο, με κυδώνι, / η ζάχαρη για τα παιδιά κι ο μόσχος για τσι νέους / κι εκειό το μοσχοκύδωνο για βαριαρωστημένους.»

«Το χάρο παρακάλεσα μια χάρη να μου κάμει / να μου χαρίσει τα κλειδιά να μπω στο κάτω κόσμο. / Και κείνος μ’ αποκρiθηκε σα μύριος χαροκόπος: /-Βαριά χάρη μου ζήτησες καημένη να σου κάμω, / να σου χαρίσω τα κλειδιά να ιδείς τον κάτω κόσμο. / Θα ιδείς τσι νιους και θα σκιαχτείς, τσι νιες και θα λαμπάξεις, / θα ιδείς τσι κουτσοκέφαλους να κόψεις το δικό σου. / Και πήγε και μου τάδωκε, κάθε μη μου τα δώκει! / Κι έβαλα το κεφάλι μου κι είδα τον κάτω κόσμο / κι είδα τσι νιους ξερμάτωτους, τσι νιες χωρίς πλεξίδες / κι εiδα και τα μικρά παιδιά σα μήλα μαραμένα, / κι εiδα καλές νοικοκυρές σαν πόρτες γκρεμισμένες»

ΞΟΡΚΙΑ

Σε χρόνια που η ιατρική περiθαλψη ήταν υποτυπώδης, οι θρησκευτικές προκαταλήψεις και τα ευχολόγια ήταν όπλα στα οποiα ο λαός βρίσκει καταφύγιο για επίλυση των προβλημάτων της υγείας. ‘Ετσι γεννήθηκαν τα ξόρκια που ένα δείγμα τους αναφέρεται παρακάτω:

Μύρμηγκας: Μυρμηγκά μου τορνευτέ, μπρος και πίσω κομπερέ και στη μέση λιτζερέ, πάρε το φουσάτο σου να πας απάνω στα βουνά πούναι η ασφάκα η πολλή για να φας και να σου μείνες μη /βάλλω την κλωσσούρα μου τη σαρανταπουλούσα, κι όσους φάει κι όσους κόrύει κι όσους ανεμοσκορπίσει δε με γνοιάζει τίποτα.

Καύτρα: Το αστέρι, η καύτρα και η φωτιά πάνε στη Πόλη, το αστέρι πήγε κι εγύρισε, η καύτρα του (όνομα) επνίγει. Ούτ’ απόψε καύτρα, ούτ’ αύριο άστρα.

Σφελαγκόδρομος (εξάνθημα στον τράχηλο): Ο βασιληάς κάνει χαρά, κάνει τον γνιού τον γάμο. ‘Ολο το κόσμο τον καλεί κι όλη την οικουμένη. Το σφελαγκόδρομο δεν τον καλεί τον ψωριάρη, τον βρωμιάρη, το σκουληκοτονμπανιάρη. Τρία άστρα τον πήρανε και τον πάνε στη Πόλη και τον πνfξανε.

Λούγκα: ‘Αγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοi, πρώτοι γιατροί του κόσμου περάστε και ιάστε τούτο το πόνο, τη Λούγκα, τη δούγκα και τ’ ακονάκι από τον (όνομα) και τσι βελανίδες του από τα νεύρα του, από τσι φλέβες του, τσι πνεύμονες του. Περάστε και πισωπατείστε την κάθε φωτιά και κάθε σκρώξιμο.

Σκρώξιμο (δάγκωμα από φίδι, σφήγκα κ.λπ.): Εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος ην προς τον θεόν χαι θεός ην ο λόγος. ‘Οτι ζούζουλο της γης σε έσκρωξε να πάρει το θυμό του οπίσω γιατί Παξούς κι Αντίπαξους ο Χριστός ανικάει και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας.

Χαμένα ανrικείμενα: “Οταν κάποιος χάσει ένα αντικείμενο στο χώμα για να το βρει καρφώνει ένα ξύλο στη γη (καρφώνει το διάολο- το κακό) ελπiζοντας πως το καλό πνεύμα Θα τον βοηθήσει στην ανεύρεση..

email
Πηγή άρθρου: ithacanews.gr