Ρομαντικό ειδύλλιο με την Κεφαλλονιά

«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»

«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»

«Αν είμαι ποιητής, το οφείλω στην Ελλάδα» δήλωσε ο λόρδος Βύρων το 1823 ύστερα από μια σύντομη διαμονή του στην Κεφαλλονιά. Ο καθαρός αέρας του νησιού, η φύση του, ο αγροτικός και ορυκτός πλούτος του αλλά και το στρατηγικής σημασίας σημείο στο οποίο βρίσκεται στο Ιόνιο Πέλαγος το μετέτρεψαν σε μαγνήτη ποιητών, πειρατών και κατακτητών, αρχής γενομένης τον 2ο αιώνα π.Χ. με τους Ρωμαίους.

Μέρος του βασιλείου του Οδυσσέα, η Κεφαλλονιά περιγράφεται από τον Ομηρο στην Ιλιάδα με ζωηρά χρώματα και πολλές λεπτομέρειες. Εκεί ήταν που ο Οδυσσέας έκτισε τα πλοία του, 12 από τα οποία ταξίδεψαν στην Τροία με πληρωμα Κεφαλλονίτες. Στα πιο πρόσφατα χρόνια η Κεφαλλονιά βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας χάρη σε ένα άλλο βιβλίο.

Το 1994 εκδόθηκε το μυθιστόρημα του νορμανδού συγγραφέα Λουί Ντε Μπερνιέρ «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», μια αισθηματική ιστορία τοποθετημένη στην Κεφαλλονιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ταινία που ακολούθησε είναι η πρώτη μεγάλη παραγωγή του Χόλιγουντ στην Ελλάδα στον 21ο αιώνα.

Αντόνιο και Πελαγία

1940. Ο ιταλός λοχαγός Αντόνιο Κορέλι και οι άνδρες του φτάνουν στο νησί της Κεφαλλονιάς όπου σύντομα διαπιστώνουν ότι η παραμονή τους εκεί θυμίζει θερινές διακοπές. Πράγματι ο πόλεμος δίνει την εντύπωση μακρινής ραδιοφωνικής είδησης. Αρχικώς ο ντόπιος πληθυσμός δυσφορεί με την παρουσία της ιταλικής φρουράς, αλλά οι εθνικές διαφορές θα έρθουν σε δεύτερη μοίρα χάρη στο κοινό μεσογειακό ταμπεραμέντο Ελλήνων και Ιταλών, μα και στη δίψα για ζωή των στρατιωτών. Μέσα σε αυτό το μάλλον παραμυθένιο πλαίσιο αναπτύσσεται το ειδύλλιο ανάμεσα σε μια πανέμορφη ντόπια, την Πελαγία, και στον Κορέλι, ο οποίος εμφορείται από αχαλίνωτη αγάπη για τη ζωή, τη μουσική και τον έρωτα για την Κεφαλλονίτισσα. Αναπόφευκτα όμως ο πόλεμος κάποια στιγμή θα αγγίξει τις ακτές του νησιού, αναστατώνοντας την ηρεμία και τη γαλήνη όχι μόνο των κατοίκων αλλά και των ιταλών στρατιωτών. Ο τρυφερός δεσμός της Πελαγίας και του Αντόνιο απειλείται και η βίαιη πραγματικότητα του πολέμου αναγκάζει τον Κορέλι να εγκαταλείψει την Κεφαλλονιά και τη γυναίκα που αγαπά, αγνοώντας αν θα την ξανασυναντήσει ποτέ…

Ο Ντε Μπερνιέρ «χρωμάτισε» την εποχή του πολέμου παρουσιάζοντας ειδυλλιακά την εικόνα του νησιού. Εδωσε σημασία στη φύση, στα ζώα και στους κατοίκους, ανέλυσε τη ζωή των ιταλών στρατιωτών στο στρατόπεδό τους. Το μυθιστόρημα, το οποίο γνώρισε πρωτοφανή επιτυχία, είχε μάλιστα προκαλέσει έντονες διαμαρτυρίες από την πλευρά των ελλήνων βετεράνων της Αντίστασης οι οποίοι δεν συμφώνησαν με την «ωραιοποίηση» του καθεστώτος Μεταξά που φαίνεται ξεκάθαρα στο κείμενο. Οπως και να έχει, η επιτυχία του μυθιστορήματος ήταν τεράστια, κυρίως στη Βρετανία όπου έκανε πάταγο παραμένοντας στη λίστα των μπεστ σέλερ για δύο χρόνια. Υπολογίζεται μάλιστα ότι ένα στα 20 νοικοκυριά της Βρετανίας το έχει στη βιβλιοθήκη του. Η Κεφαλλονιά έγινε για πρώτη φορά τουριστικός προορισμός χιλιάδων επισκεπτών και είναι γεγονός ότι το βιβλίο του φιλέλληνα συγγραφέα όχι απλώς ενίσχυσε την εισροή τουριστικού κεφαλαίου στα Επτάνησα αλλά αύξησε την αγοραστική αξία των οικοπέδων που έγιναν περιζήτητα από τους ξένους.

Παραλίγο Αλβανία!

Πέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου ο βρετανός σκηνοθέτης Τζον Μάντεν και το στούντιο της Universal αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα για να δώσουν εικόνες στα γραπτά του Ντε Μπερνιέρ με την ομότιτλη ταινία. Ο Μάντεν, που μόλις είχε κάνει την παγκόσμια επιτυχία του «Ερωτευμένου Σαίξπηρ», αντικατέστησε τον Ρότζερ Μισέλ του «Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ» όταν ο δεύτερος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιο του «Κορέλι», λόγω ενός εμφράγματος. Για τους ρόλους των Κορέλι και Πελαγίας επελέγησαν οι Νίκολας Κέιτζ και Πενέλοπε Κρους, ενώ χαρακτηριστικούς, συμπληρωματικούς ρόλους θα κρατούσαν ο Τζον Χερτ (Γιάννης – πατέρας της Πελαγίας), ο Κρίστιαν Μπέιλ (Μαντράς – νεαρός ντόπιος αντάρτης) και η Ειρήνη Παπά (μητέρα του Μαντρά). Τα γυρίσματα του «Μαντολίνου» πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 1999 στην Κεφαλλονιά, αν και το παράξενο είναι ότι το νησί του Ιονίου δεν υπήρξε a priori επιλογή της παραγωγής.

Ακόμη πιο παράξενο μπορεί να φανεί το ότι αρχική σκέψη για την τοποθεσία των γυρισμάτων της ταινίας ήταν περιοχές της Αλβανίας. Λόγω των τραγικών γεγονότων του Κοσσυφοπεδίου αποφασίστηκε τελικά ότι ήταν προτιμότερο η ταινία να γυριστεί στην ησυχία και στην αδιαμφισβήτητη ομορφιά των ελληνικών νησιών. Οπως ήταν αναμενόμενο, σε αναζήτηση της τελειότητας, η οποία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι άμεση προτεραιότητα του Χόλιγουντ, η παραγωγή «χτένισε» όλα τα νησιά όχι μόνο του Ιονίου αλλά και του Αιγαίου προκειμένου να βρεθεί η ιδανική τοποθεσία για τα γυρίσματα. Τελικά η αύρα της Κεφαλλονιάς και ειδικότερα της Σάμης έπεισε και τους πλέον δύσπιστους ότι η ταινία έπρεπε να γυριστεί στο ίδιο το νησί που ενέπνευσε τον Λουί Ντε Μπερνιέρ να γράψει το βιβλίο. Για το οποίο νησί ο διευθυντής φωτογραφίας Τζον Ταλ είπε: «Η ομορφιά της Κεφαλλονιάς είναι πρόβλημα για μένα. Η οπτική αίσθηση πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο ρεαλιστική για να είναι πειστική στον θεατή, χωρίς να βγάζει τόσο συναισθηματισμό».

Το εμπόδιο του σεισμού

Η Σάμη επελέγη επειδή το Αργοστόλι, όπου η ιστορία τοποθετείται στο βιβλίο, δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως χώρος γυρισμάτων. Πρακτικά μιλώντας άλλωστε, ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια που η παραγωγή έπρεπε να ξεπεράσει ήταν το ότι ο σεισμός που το 1953 έπληξε το νησί κατέστρεψε σχεδόν κάθε κτίσμα της κατοχικής περιόδου. Το Αργοστόλι είχε καταστραφεί και ξαναφτιαχτεί από την αρχή και η νέα όψη της πολυσύχναστης, μοντέρνας πόλης δεν εξυπηρετούσε για τα γυρίσματα μιας ταινίας περιόδου που τοποθετούνταν εξήντα χρόνια στο παρελθόν. Ετσι συμβιβάστηκαν με τη Σάμη. Ο,τι φαίνεται στην ταινία ως παραδοσιακό κτίριο είναι σκηνικό. Ο σκηνογράφος Τζιμ Κλέι άλλωστε είχε αρχίσει να ανιχνεύει το νησί δύο ολόκληρα χρόνια πριν από την έναρξη των γυρισμάτων. «Δεν είχα υπόψη μου τις θηριωδίες που είχε υποστεί το νησί από τους Γερμανούς, ούτε και την καταστροφή του από τον σεισμό» είπε ο Κλέι. «Στόχος μου ήταν να ξαναδώσω την πρωτότυπη εικόνα του νησιού».

Δύο ήταν τα μεγάλα σκηνικά που χρησιμοποιήθηκαν, το ένα στο λιμάνι και το άλλο στο χωριό που σχεδόν κτίστηκε από την αρχή ώστε να θυμίζει το παλιό Αργοστόλι. Η παραγωγή έπεισε τους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου Κάστρο στο λιμάνι να το νοικιάσουν σε αυτήν επί τρεις μήνες. Το Κάστρο έγινε η επιτελική βάση της ταινίας. Οι κάτοικοι έδειξαν έντονο ενδιαφέρον για την ταινία, όχι μόνο λόγω των θετικών οικονομικών επιπτώσεων αλλά κυρίως επειδή πραγματεύεται ένα αληθινό κομμάτι της ιστορίας του νησιού. Οι νεότεροι είδαν κτίρια που ήξεραν μόνο από φωτογραφίες να δημιουργούνται από το μηδέν για τις ανάγκες της σκηνικής παραγωγής. Και οι παλαιότεροι ένιωσαν τις μνήμες τους από την Κατοχή να ξαναζωντανεύουν βλέποντας και πάλι τα πολεμικά πλοία, τα τανκς και τους γερμανούς στρατιώτες να κάνουν την εμφάνισή τους στη Σάμη…

Η ελληνική πρεμιέρα

Τα τραγικά γεγονότα τρομοκρατίας που έλαβαν χώρα στη Νέα Υόρκη στις 21 Σεπτεμβρίου του 2001 επηρέασαν την πανελλήνια επίσημη πρεμιέρα της ταινίας που έγινε την επόμενη Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου. Οι εξελίξεις δεν επέτρεψαν την επίσκεψη των πρωταγωνιστών, αν και η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο Αττικόν (Σταδίου 19), σε μια βραδιά συμπαράστασης για τους σκοπούς της εταιρείας Προστασίας Σπαστικών Ελλάδος. Το χρηματικό ποσόν που αντιστοιχούσε στην κάθε πρόσκληση ήταν 30.000 δρχ., ενώ τα έσοδα της εκδήλωσης διατέθηκαν για την ενίσχυση του έργου της εταιρείας, και συγκεκριμένα για την ολοκλήρωση του Πρότυπου Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης «Πόρτα Ανοιχτή», για όσους πάσχουν από εγκεφαλική παράλυση. Το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» ξεκίνησε την εμπορική καριέρα του στις ελληνικές αίθουσες την Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου και για πρώτη φορά μια ταινία της Odeon διανεμήθηκε πανελλαδικώς σε 50 κόπιες. Το 1998 η ίδια εταιρεία είχε αναλάβει τη διανομή του «Τιτανικού» έχοντας στη διάθεσή της πολύ λιγότερες κόπιες.
Νίκολας Κέιτζ: «Ο Ελληνας δεν λέει “good morning” στον ξένο, λέει “καλημέρα”!»

Στο περυσινό φεστιβάλ της Βενετίας όταν συνάντησα τον Νίκολας Κέιτζ με αφορμή την ταινία «Joe», ο αμερικανός ηθοποιός μού είπε ότι με τα χρόνια άρχισε να πιστεύει στη σημασία αυτού που ο ίδιος αποκαλεί «τα γονίδια του χώρου». Για τον Κέιτζ μια ερμηνεία μπορεί να επηρεαστεί δραστικά από τον χώρο στον οποίο ο ηθοποιός βρίσκεται και δουλεύει. «Ακόμη και η χώρα στην οποία εργάζεσαι, ο πολιτισμός της, οι άνθρωποί της δίνουν ενέργεια στην παράστασή σου» λέει. «Τελικά αυτό που βρίσκεται έξω από σένα βρίσκεσαι και μέσα σου». Οταν τον ρώτησα τι ήταν αυτό που εξέλαβε από τα ελληνικά γονίδια δουλεύοντας στη χώρα μας πριν από μία δεκαπενταετία περίπου στο «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», μου απάντησε αμέσως: «Η υπερηφάνεια». «Ο Ελληνας δεν λέει “good morning” στον ξένο, λέει “καλημέρα”!» (είπε τη λέξη στα ελληνικά).

Ο Κέιτζ δεν ήξερε πολλά ούτε για την Κεφαλλονιά ούτε για την περίοδο στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία του Κορέλι. «Πρόκειται για έναν χωροχρόνο της Ιστορίας για τον οποίο δεν είχα ιδέα» είχε πει ο ηθοποιός στο Λονδίνο όταν έγινε η προώθηση του «Μαντολίνου». Απαξ και μπήκε στην ταινία, πήρε αρκετές πληροφορίες από το υλικό των ειδικών ερευνών που διεξήχθησαν, διάβασε το μυθιστόρημα του Λουί Ντε Μπερνιέρ και απέκτησε κάποια οικειότητα με το όλο θέμα και το τι περίπου γινόταν εκείνη την εποχή. Ο Κέιτζ είπε ότι τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η εν ψυχρώ δολοφονία των ιταλών στρατιωτών από τους ναζί. «Για μένα αυτή είναι μια τρομακτική σελίδα στη σύγχρονη ιστορία, εξαιρετικά σημαντική και δυστυχώς ελάχιστα γνωστή στους περισσότερους. Εγώ πρώτος και καλύτερος δεν την είχα υπόψη μου…».

«Κάποιοι συγκεκριμένοι ρόλοι ανήκουν σε κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους και νομίζω ότι ο ρόλος της Πελαγίας ανήκει σ’ εσένα» είχε πει στην Πενέλοπε Κρους ο σκηνοθέτης Τζον Μάντεν έπειτα από αρκετά ραντεβού μαζί της προτού τελικά κλείσουν για τον ρόλο. Η απόφασή του να προχωρήσει με την Κρους την έκανε να πετάξει από τη χαρά της γιατί ήθελε πολύ τον ρόλο της Πελαγίας, όπως είχε πει και πάλι στο «Βήμα» την εποχή που η προώθηση του «Μαντολίνου» γινόταν στο Λονδίνο. Οταν το σενάριο είχε πέσει για πρώτη φορά στα χέρια της από την CAA (Creative Actors Agency), το διάβασε όλο κατά τη διάρκεια μιας πτήσης. «Και το ερωτεύθηκα» εκμυστηρεύθηκε, «όπως ερωτεύθηκα και την κεντρική ηρωίδα του». Την είχα ρωτήσει τι της άρεσε στην Κεφαλλονιά. «Δεν μπορώ να κάνω διακρίσεις διότι όλο το νησί, το οποίο ως τότε δεν γνώριζα, είναι υπέροχο. Αλλά πιστεύω πραγματικά ότι πολύ δύσκολα μπορεί να βρεθεί στον κόσμο μια παραλία σαν του Μύρτου».

email
Πηγή άρθρου: tovima.gr