Στο παλιό Ληξούρι…στου χωριού το μαγαζί

Στην παλιά ταβέρνα

Στην παλιά ταβέρνα

Η  νόνα μου η Μαρίνα η Λούκαινα με πήρε μαζί τση για να την αγιουτάρω στα ψώνια και στο μομέντο αρεβάραμε στο μαγαζί του χωριού μας μπαίνοντες από ιην πισινή μπασιά.

Πίσωθε από το τεζάκι στεκότουνε ολόρθος ο μαγαζάτορας, ο Σταθάκης ο Λουβέρδος, που μπονόρα-μπονόρα ήτανε απίκου για να ξεπερετήσει τσου αβεντόρους του, προπαντός τσου χωριανούς και ορού · παρού κανέναν ξένονε, παραμπαστό ή ξενοχωρίτη που τύχαινε να διαβεί από το χωριό για κάποιο του θέλημα. Το μαγαζί δεν έκλειε ποτές, ήτανε ανοιχτό από τα βαθιά χαράματα μέχρι τα μαύρα μισάνυχτα, καθημερνές και γιορτάδες, χειμώνα · καλοκαίρι .

Σιαθάκη καλημερούδια, νια λίτρα τυρί, ένα κάρτο σαλούμι, νια πίντα πετρέλαιο, νια σκότουλα κιάκια και πέντε καραμέλες που τσέ χω νιπενιάρει στον έγγονα!, έκαμε η νόνα μου. Κι εκειός, σβέρτος και αλέστος, σ’ ένα μι νούτο είχε ετοιμάσει τα ψώνια, είχε κάμει και το λογαριασμό από το τσερβέλο του και είχε αρκινήσει την κουβέντα.

Ο Σταθάκης ο Λου­βέρδος ήτανε ο τελευταίος από τσου παλαι­ούς μαγαζάτορες που σφράγισε με την πα­ρουσία του την ιστορία του παλαιού μαγαζιού του χωριού μου, του Σκινιά τση Παλικής. Βεραμέντε ήτανε και ο πούλιο σεστάδος στη δουλειά του, ήτανε από τσου πιο αέριους μαγαζάτορες τση Παλικής, πραματικός άρκοντας στο πόστο του και στσι συναλλαγές του. Με το θάνατό του ψινίρησε νια μακρόσυρτη ιστορία ζωής του παλαιού παραδοσιακού μα­γαζιού στο χωριό και ανοίχτηκε νια καινόρια σελίδα.

Πολύ mo μπρι από δαύτονε είχανε περάσει ο Σκλαβούνος, ο Κύρος, ο Αναστάσης ο Γούναρης, ο Παύλος ο Σπαρτσίνης.

Τι ανθρώποι, αλήθεια! Ανθρώποι αλέγροι, ανε­νόχλητοι, αγνοί, γιομάτοι αγαθότητα… θεός σχωρέσ’ την ψυχούλα τσου! θυμώμαι, παιδί ακόμα εκειόνε τον μακαρίτη τον Παύλο το Σπαρτσίνη.

Τον είχαμε ταράξει τσι κουτσουκέλες, στσι κατεργαρίες! Του κουβόλιαμε φουχτιές παλαιά κέρματα, παλαιές μο­νέδες κι εκειός ο δύστυχος τσ’ παίρνε γιατί είχε φέλα του ματιώνε και δεν έγλεπε καλά και του γιομόζαμε τα κατζέλα που είχε στο τεζάκι του με κάρπικα κέρματα, ενώ την ίδια ώρα δεν έμενε λώθρα από τσι καραμέλες, το παστέλι, το μαντολάτο, τα στραγάλια! Κι άμα κανιά βολά έπαιρνε μυρουδιά το κάρπικο κέρμα, έλεγε, χωρίς κανένα θυμό και κανιά κακία αλλά με νια καλοσύνη που σε άφηνε σέκονε:

“Πήαινε, ορέ, στο διάολο, κάρπη, δεν περ­νάνε οι μονέδες σου, είναι κάρπικες! Άσε που είχε νια βολυμόπενα για να γράφει τα μπιστιού και κόντευε ο ψημένος να γαμόσει ένα ολόκληρο δεφτέρι που το’ χε φκιασμένο με στρατσόχαρτο από κειο τουν κρεοπώλη- δώνε! Δανεικό κι αγύριγο. Έδεπα μέσα θυ­μήθηκα νιαν ιστορία με σπέντολες μ’ έναν ταβερνιάρη του Αργοστολιού, που ο ψημένος φαλίρησε κι αμά πήε να βουρλιστεί από τα μπιστιού που τόνε φορτώσανε κάποιοι αβεντόροι του.

Ο Γιαννάτος Μικέλης Γκ ιόνιας Κανονιέρης είχε νιαν ταβέρνα στο Βόρτο στο Γροστόλι. Ο Μικέλης έγραψε τα μπιστιού πίσωθε οπό την ξώπορτα τση ταβερνός του. Κανιά βολά απ τα πολλά μπιστιού φιλίρησε.

Τότενες έβγαλε την ξώπορτα από τσι πορταδέλες και την εστέλιασε απά στο πεζοδρόμιο έτσι που να φαίνεται η πίσω πλευρά με τ σου χρεωφειλέτες του. Έβαλε και νιαν επικεφαλίδα που έγραφε:

“Ούλα ετούτοι εδώ με αγιοοτάρανε να φαλίρω”.

Στα χρόνια του Σταθάκη του Λουβέρδου είχε δεύτερο μαγαζί ο Μπάμπης ο Ρόκος, ο Πανα­γής ο Μποδοσάκης, ύστερα ο Γιώργης ο Παλημέρης. Τελευταίοι, τώρα, ο Σπύρος και ο Αίας του Σπαθάκη συνεχίζουνε όσο μπορού­νε νια παράδοση που βαστάει πολλούς χρό­νους.

Ξεκίνησα από το μαγαζί του χωριού μου, που βεραμέντε εκείνη την εποχή ήτανε το καλύ­τερο τση Ανωής, για να σας δώκω στην συ­νέχεια. πηέναμεμιε ιην πιο καλή διάθεοη και όχι για κορκοσουριό και κατηγόρια, μερικά γε­νικά στοιχεία για τα μαγαζιά τση εποχής εκεί­νης, βιώματα και θύμησες, αλήθειες και φα­ντασίες, πλασμένες μέσα από νια πραγματι­κότητα, από πληροφορίες και συζητήσεις και είμαι σεγούρος πως καθένας σας θα γδει μέσα σε τούτες τση γραμμές το μαγαζί και το μαγαζάτορα του χωριού του, θα φέρει στο μυαλό του προσωπικές θύμησες και εμπει­ρίες και θα θυμηθεί παλαιές όμορφες μέρες στο χωριό του και στο μαγαζί του, που διαβή- κανε, που αλλάζανε όπως τόοα και άλλα στη ζήση μας.

Γιατί το μαγαζί του χωριού ήτανε προπαντός τον καιρό εκειόνε κάτι οαν την εκκλησιά, σαν το σκολειό, προέχταση του σπιτιού τσου, ένα κομμάτι τση ζωής τουν κατοίκωνε, ένα κομμάτι τση ψυχής τσσυ.

Κάποια μαγαζιά και κάποιοι μαγαζάτορες τση εποχής εκείνης σφρογ(σανε την εποχή και τα χωριά τσου, αφήκανε οπίσω τους νιαν ολόκληρη ιστορία, στο Σκινιά ο Σταθάκης, στην Κοντογενάδα ο Κονταρός, στα Μονοπω- λάτα ο Κουνάδης, στην Άγια · θέκλη ο Πλά­τος κι ο Μπατίρης, στα Βλιχάτα ο Χριστόφο­ρος και πάει λέοντες!

Το χωριό όπως ξέρουμε ούτε είχε, ούτε έχει, ούτε και θ* αξιωθεί ποτές να χει τσι χαρές τση χώρας, τα θέατρα, τσου κινηματόγραφους, τα κέντρα διασκέδασης, τσι βεγγέρες και τσι φιέστες και τόσα άλλα φαμόζα σπετόκολα

Το χωριό είχε μοναχά δυο κέντρα σύναξης και επαφής τση κοινωνίας του, την εκκλησιά και το μαγαζί, που πολλές βολές παραργατάρανε αναμεταξύ τσου ποιο θα κερδέξει τσου πολύτερους αβεντόρους. Στην εκκλησιά πηαίνανε άντρες και γυναίκες να κόμουνε το σταυρό τσου, να διαβαστούνε, να δοξαλογήσουνε το Μεγαλοδύναμο, την Παρτένα, έναν Άγιο, να κόμουνε τη σπακόδα τσου δείχνοντες την αλλαξιά τους την καλή, να γδούνε κανέναν άθρωπο, και να κόμουνε και το απαραίτητο κουτσομπολιό και τσι κοι­νωνικές τσου σχέσες.

Στο μαγαζί πηαίνανε να πιούνε κάναν καφέ ή κάνα ουζάκι, να παίξουνε τράπουλα, πηαίνανε για κουβεντολόι και να μάθουνε και κάνα μαντάτο.

Πηαίνανε να πούνε κανιά παρόλα, να κόμουνε τα αστεία τσου, τσι κουτσουκέλες τσου, να τσιγκρίσει ο ένας τον άλλονε για να περάσει η ώρα Βεραμέντε ούτε που θυμώμαι πόσες τέτοιες πατσανάτσες και μπούρλες έχω α­κούσει

Μη λησμονάμε και το Ληξουριώτικο πνεύμα το Ληξουριώτικο πείραγμα που ήτα­νε απίστευτο. Πραματικά, ο Ληξουριώτης είναι τσιγκρίδι, είναι πειραχτήρι, δεν βαστιέ­ται με τίποτις, άμα δεν έχει ποιόνε να πειρά­ξει τα βάνει με την αφεντιά του, κοροϊδεύει τα μούτρα του!

Το μαγαζί χρόνια πολλά ήτανε αποκλειστικά χώρος των αντρώνε, κέντρο τση αντροκρατίας και η γυναίκα δεν ε κόπια­ζε σ* εφκειόν τον χώρο, δεν επιτρεπότανε καλά-καλά ούτε να ‘ρτει να ψωνίσει. Είχανε μάλιστα ξεχωριστή μπασιά στο μαγαζί από την πίσω μεριά για να μην περνάνε οι γυναί­κες από τον χώρο των αντρώνε.

Το μαγαζί λοιπό το συνάνταες πάντα στο κέντρο του χωριού, ακριβώς στο σταυροδρόμι απ’  όπου πηαίνει κανείς σ* ούλες τσι γει­τονιές του χωριού Αργότερα που προστέ­θηκε και δεύτερο μαγαζί το φτιάκανε και τούτο δω κοντά στο πρώτο, στη μέση του χωριού και παραργατάρανε ποιο από τα δύο θα κερδέξει τσου πολύτερους αβεντόρους.

Στο μαγαζί εύρισκες λίγα απ’  όλα, σε ναι με­γάλη ποικιλία αλλά πάντα σε περιορισμένη ποσότη.’

Διάφορα τρόφιμα όσπρια τυρί, μοκαρούνια, μανέστρα σαλούμια. ελιές, λο γκέρδα, καπνιστούς, μπακαλιάρο, κοφίσι, αυ­γά, κρασί, καφέ, ζάχαρη, καραμέλες, μπισκό­τα, τσαπέλες, συκάδια. σταφίδα στραγάλια, πορτοκαλάδες, λεμονάδες, μπιράλ και του Χριστουγέννου παστέλι και μαντολάτα

Ύστε­ρα πιατικά, ποτήρια, μαχαίρια περούν», κου­τάλια, πύργιες, λαμπόγυαλα, πλαστικά δοχεία και αγγεκΐ  Πετρέλαιο για την λάμπα, σπίρτο για εντριβές και για το καμινέτο, το λουμίνη.

Για τσι ανάγκες διάφορα ρεμέντια, ριτσι νόλαδο και αβδέλες, ασπιρίνες και αλγκόν, κινίνο, σπίρτο και γάζες, ανακόλια, βιζικατό- ρια και βεντούζες. Το μαγαζί δεν ήτανε μο­ναχά καφενείο, ήτανε και μπακάλικο και σπετσαρία και τόπος για καντάδα με λίγο κρασί ή ούζο και κανένα σαλούμι ή ελιές για μεζέ, τόπος  για τράπουλα νια να περνάει η ώρα.

Σόλιο, κοτζίνα, ιρισέτι, ξερή και κανιά πρέφα για ένα φυλιτζάνι καφέ ή ένα μπικιρίνι ούζο. Τα διάφορα τρόφιμα δεν τα φυλάγανε όπως έπρεπε, δεν ήτανε εξασφαλισμένα παρ! ήτανε ποστιασμένα χωρίς κανιά προφύλαξη από στσι σκατζιές του μαγαζιού εκτεθειμένα στσι μύγες και στα διάφορα έντομα, στον καπνό από τα τσιγάρα στην κάψα ή στο κρύο, στον αγέρα στσι σκόνες, στην ογρασιά, στη νότια.

Ψυγεία δεν υπάρχανε, τα τρόφιμα είχανε πολύ κακή συντήρηση και ήτανε και κακής ποιότης.

Τα αναψυχτικό τα κρεμούσανε με νια λάτα μέσα σε ένα πηγάδι για να είναι δροσερά. Τα mo επικίντυνα να αλλοιω­θούνε τα βάνανε μέσα στο φανάρι, ένα με­γάλο σιδερένιο κουτί με οίτες, για να αερί- ζουνται και το κρεμούσανε στο πατερό του μαγαζιού. Ύστερα τα επούλιανε κακοζυγι- σμένα και λειψά. Τα σκάρσο ζύγια στα μα­γαζιά του χωριώνε αποτελούσανε νια παμπά- λαιη παράδοση και κανένα μέτρο τση πολι­τείας δεν εμπόριε να τήνε σταματήσει Οι μα- γαζάτορες δεν αμπαδάρανε τίποτις, κανένα όρντινο, κανιά απειλή, γιατί είχανε δικόνε τσου το χωροφύλακα όπως θα γδούμετε πα- ρακάτου.

Σώζουνται και αναφορές χωροφυ λάκωνε προς τον τότε Διοικητή τση άστε- νομίας του Ληξουριού που ελέγανε πως τα πέζα ήτανε σκάρσα και πως ότι οι μαγα- ζάτσρες εκλέβανε στο ζύγι Ούλος ο σερνι­κός πληθυσμός επέρναε την ώρα του κυρίως τσι μέρες τση κακοκαιρίας στο μαγαζί με συντροφιά ένα φυλιτζάνι καφέ, ένα μπικιρίνι ούζα με ιην τράπουλα, με αστεία και κουβέ­ντα για τσι καθημερνές δουλειές και τα βά­σανα του κάμπου και τση ζήσης του. Ακόμα και ο παπάς του χωριού εδώ έρκεται για να συναναστραφεί το ποίμνιό του, τσου πκττούς του.

Το μαγαζί ήτανε ο χώρος όπου συνάνταες όπαονε ήθελες από τσου χωριανούς και το βράδυ ούλους μαζεμένους. Έισι οι διάφοροι υποψήφιοι βουλευτάδες εδώ ερκόντανε για ναν τσου συναντήσουνε και να πούνε λίγα λόγια μπρι τσι εκλογές για να πάρουνε ψή­φους·

Μάλιστα τον ερκομό τσου τον ανάγ γελνε η καμπάνα τση εκκλησιάς που εβάριε για ναν τσου καλέσει ούλους στο μαγαζί.

Έτσι ο μαγαζάτορας απόχταε και κάποιες σχέσες με τσου πολιτικούς και γενότανε πο­λιτικός παράγοντας. Οταν επήαινε στη χώρα για εμπόρευμα σε αντίθεση με τσου άλλους χωριανούς που πολύ σπάνια πηαίνανε, έφερ­νε και κανιά εφημερίδα εκουβάλιε κάποιες είδησες και έτσι το ‘παίζε και ο ειδικός στην πληροφόρηση και την ενημέρωση.

Επειδή τότες δεν ύπαρχε άνεση ρευστού πολλές φορές επούλιε μπκπιού και ξεπερέταε τσου πιο φτωχούς και κανιά βολά απανώγραφε και τσου χρεοφειλέτες του και τσου ‘παίρνε πολύτερα λεφτά.

Ο μαγαζάτορας είχε γνωρι­μίες με τον όξου κόσμο και έδινε την εντύ­πωση πως ξέρει πολύτερα από τσου άλλους κι έτσι γενότουνε και ξετιμωτής και συβιβα- στής σε διάφορους καυγάδες και τσακω­μούς.

Κάποιοι μάλιστα, είτε ξαπόσχα είτε άθελά τσου, γενόντανε και όθρωποι τση αστενομίας και δίνανε πλεροφορίες για την προστασία τση έννομης τάξης στ σου χωρο­φύλακες και έτσι είχανε ασυδοσία στσι πα­ρανομίες τσου, όπως είδαμε παραπόνου στα ζύγια

Έτσι ο μαγαζάτορας, δίπλα στον παπά, τον πρόεδρο, το δάσκαλο, γένεται και τούτος προσωπικότητα του χωριού

Μπακάλης, σπετσέρης, δανειστής, ξετιμωτής, συβιβαστής, τα πάντα!

Έτσι ήτανε το μαγαζί και ο μαγαζάτορας τό­τενες στο χωριό. Κι αμά ήρτε το ράδιο, μας κόπιασε η συγκοινωνία τα super markets, η τελεβιζιόναί- Ολα αλλάξανε! Το μαγαζί έπε­σε και τούτο θύμα τση αλλαγής των καιρών.

Έχασε την ψυχή του…Αλλαξε και τούτο! Ομως ακόμη και σήμερα εξακολουθόει να είναι ένας χώρος μάζωξης του χωριατώνε για να περνάνε την ώρα τσου, να ανταμώνουνε και να λένε τα νέα τσου, να καλύπτουνε τσι βασικές ανάγκες τσου. Κι εσύ σήμερα λες την ίδια κουρέντα που έλεγε ο νόνος σου μπρι από πάρα πολλούς χρόνους:

– Πάω νια βόρτα μέχρι το μαγαζί να γδω κανέναν άθοωπο και να περάσει η ώρα μου!

email
Πηγή άρθρου: Από την Εφημερίδα ΛΟΓΟΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΩΝ & ΙΘΑΚΗΣΙΩΝ