Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς ή σκέψεις απάνου στην οικογένεια

Γάμος

Γάμος

ΣΚΟΠΟΣ του παρόντος βιβλίου είναι το σιάσιμο μιας σφαλερής ιδέας οπού έως τώρα εβασίλεψε και βασιλέβει ακόμη στην κοινωνία μας. Η κοινωνία μας νομίζει πως δεν πρέπει να ξεσκεπάζονται τα ελατόματά της, και θεωρεί ως εγκληματίαν εκείνον οπού το κάμη. —Νομίζει εξεναντίας ότι είναι χρέος κάθε καλού πατριώτη να κηρύττη αρετές εις τον τόπον των ελαττομάτων της.
Τούτο έκαμε ώστε καθένας, φοβούμενος την πρόληψή της, αρνήθηκε ναν της ανοίξη τα μάτια εις τες αληθινές πηγές των κακών της. Ενώ απ’ άλλο μέρος οι κατρεγαραίοι, που σε κάθε κοινωνία ποτέ δεν λείπουνε, εκερδοσκοπήσανε ναν την αποκυμήσουν’, απάνου στον κριμνό της ανοησίας της για να κλέψουνε την υπόληψή της.
Εγώ δεν ημπορώ, εν συνειδήσει, να ναναρίσω την κοινωνία μας με το ναρκοτικό νανάρισμα των λαοπλάνων· ούτε μήτε να σιωπήσω τα ολέθρια αποτελέσματα μιας τέτοιας σατανικής κερδοσκοπίας. Εγώ εξεναντίας ξεσκεπάζω τα ελατόματά της με θάρρος και με εξουσίαν· με όλην εκείνην την εξουσίαν οπού μου δίνει η αλήθεια. Ανοίγω το σπήτι, και δείχνω την οικογένειαν, εις όλην της τη βαρβαρικήν ασχημάδα.

Διαπλατόνω την εκκλησία, και δείχνω ότι αποκάτου στον τίτλον Χριστιανιακή Θρησκεία, δεν υπάρχει παρά ένα άθροισμα από Βάκχικα και άλλα ιδολατρικά έθημα! Εξετάζω την πολιτική της, και η πολιτική της ‘βγαλμένη μέσαθε από μίαν τέτοιαν οικογένεια, από μίαν τέτοια θρησκεία, δεν εμπόριε παρά να ήναι ανάλογη με την ψυχική κατάσταση τής κοινωνίας. Ο εγωισμός τω όντι, είναι η βάση της, η χαμέρπεια το μέσον της, η παράλυση το αποτέλεσμά της!
Έως τώρα οι έξωχοί μας ενομίσανε πάντα πως το καλήτερο που εμπορούσανε να κάμουνε είναι να κρύψουνε τες πληγές της κοινωνίας μας. Εγώ κατηγορώ τούτην τη μέθοδο· ξεσκεπάζω εξεναντίας τες πληγές μας, και ζητώ ιατρείαν. Ιδού το Βιβλίο μου.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ

Νέοι όσοι ετοιμάζεσθε να γένετε γαμπροί, γονείς, οικογενειάρχαι, ακούσετε με προσοχή τα λόγια ενός οικογενειάρχη, ο οποίος για δέκα εξακολουθινούς χρόνους οικογενειαρχικής ζωής, δεν έλαβε ποτέ αιτία να πικραθή μέσα στο σπήτι του· ποτέ αιτία να μεταγνώση δια το σύστημά του.

Τούτες η οικιακές λεφτομέριες οπού έγραψα, θα κάμουνε όλους τους ανόητους να γελάσουνε με καταφρόνηση. Στοχάσου! Έπειτα από τόσα λαουρεάτα που τους εδώσανε η εφημερίδες… τόσες ελληνικές σημαίες κυματίζουσες… τόσες ανεξαρτησίες αγερανίζουσες… τόσες δόξες εις τον αέρα…· τόσα μεγαλεία στα σύγνεφα… τώρα όλο με μιας ναν τους γυρίσω πίσω, για ναν τους δείξω πώς να κάνουνε να ευτυχούνε κ’ εκείνοι μέσα στο σπήτι τους!… Μα τω όντι τούτο θαν τους φανή Αλφαβητάρι ομπρός σ’ εκείνα που ξέρουνε! Εγώ όμως δεν τυπώνω δια τους ανόητους.

Εγώ ευχαριστούμαι να υποφέρω το ηλίθιο περιγέλιο τους, για να περάσω ανάμεσό τους και να φθάσω εις τους ολίγους νοήμονας, οι οποίοι γνωρίζουνε ότι εκείνα τα ξυλοπαίγνιδα που ξεδόνουνε τον όχλο, αν έχουνε μίαν αξίαν, είναι πραγματικώς εκείνη του ξεδόματος· και ότι η οικογένεια είναι το σοβαρώτερον από όλα τα αντικείμενα.
Εις τα μάτια του φρόνημου ανθρώπου, η οικιακές λεφτομέριες δεν είναι διόλου αξιοκαταφρόνητες, επειδή είναι το άθροισμα των λεφτομεριών, τούτων οπού σχηματίζει το όλον του οικογενειακού συστήματος, από το όποιο κρέμεται η ευδαιμονία, ή το ανάπαλιν, της οικογένειας.

1

Γάμος είναι δια τον εξευγενισμένον άνθρωπον, εις την αρχήν, η διπλασίαση του εαυτού του στο σύντροφό του· έπειτα, η πολαπλασίασή του εις τα παιδιά του· όντα όλα τούτα καμομένα καθ’ εικώνα και ομοίοσην εδικήν του, με τα οποία συγχέει την ύπαρξήν του, μοιράζει τες πίκρες του, μεγαλόνει τες ευχαρίστησές του.

Εις την οικογένειαν ο εξευγενισμένος άνθρωπος θρέφει την ψυχήν του από τα πλέον ειλικρινή και τρυφερά αισθήματα της αγάπης, καθαρίζει πάντα περσσότερο την καρδιά, το νου, τη διαγογή του· και ετοιμάζει μιαν ακερδόσκοπη βοήθεια για τα γεράματά του. Η όλη ζωή εις οικογένειαν έτσι εννοημένην, είναι ένας επίγειος παράδεισος, ο οποίος ετοιμάζει για του Ουρανού τον Παράδεισον.
Στα μέρη μας όμως ο γάμος δεν έχει τούτο το νόημα.

Αφήνοντας κατά μέρος τα ιδιαίτερα δίκηα που ένας ή άλλος ημπορεί να έχη για να γυρέψη γυναίκα, η αιτίες οπού ήθελε θεωρηθούν’ ως κοινές εις σε σχεδόν όλους, είναι ότι «Καθένας έχει χρεία να ‘βρίσκη το φαΐ του μαγερεμένο, το σπήτι του σαρομένο, τα σκουτιά του πλημένα και κάθε πράμμα σε τάξη μέσα στο σπήτι του· εις ένα λόγο, έχει χρεία για ένα υποκείμενο το όποιο ναν του βαστάη ανοιχτό το σπήτι του, και να ‘μπορή, έως εις έναν κάποιο βαθμό, ναν το εμπιστέβεται, αφήνοντάς του ανοιχτά τ’ αρμάρια!… δια τέτοι’ αράδα, το καλήτερο που να μπορή να κάμη είναι να πάρη γυναίκα!…

Εγώ κι’ αν επαντρέφτηκα
Είχα μεγάλη χρεία
Να μου μπαλόνη το βρακί
Και να μου μαγερέβη.

Μία άλλη αιτία υπανδρείας, εξίσου κοινή και τούτη, είναι η ακόλουθη. Εκείνος οπού ‘παντρέβει τη θνγατέρα του της δίνει και το πρικιό της· πρικιό που σε τούτους τους ύστερους χρόνους έφθασε να ήναι σημαντικώτατο. Τούτο έκαμε ώστε, όταν ένας έχη χρεία για χρήματα, και δεν έχει μέσος άλλο κανένα για να λάβη, αποφασίζει να ‘παντρευθή.

Η ‘παντρειά τότες είναι μια θυσία για δαύτονε.. μα η γυναίκα είναι ένας όρος, χωρίς τον οποίονε δε λαβαίνει τα χρήματα, και, για να λάβη τα χρήματα, φχαριστηέται να λάβη και τη γυναίκα!… Γυρίζοντας από το σπήτι του πεθερού, τα χρήματα που φέρνει μαζύ του είναι το ψόνι του, η γυναίκα είναι η τσόντα!…
Τούτες η δύω αιτίες είναι η γενικώτερες εις τα μέρη μας. Η άλλες, για τη σπανιότητά τους, δεν αξίζουνε να μελετηθούνε, ούτε που είναι από εκείνες οπού έχουνε σχέση με τον γάμον καλά εννοημένον.
Όντας τέτοιος ο γάμος αναμεσό μας, ο τρόπος με τον οποίονε γένεται είναι ανάλογος. Όταν ένας αποφασίση να πάρη γυναίκα, γυρέβει πρώτα μέσα στη σφαίρα του, εκείνους οπού δίνουνε τα περσσότερα· διαλλέει, και μεινάει εκεινού πόχει την κόρη, ως ήθελε μεινήσει κ’ εκείνου πόχει την πραγματεία.

Αν εκείνος δεχθή το γαμπρό, αρχίζουνε τότες η σύβασες απάνου στο ποσόν του πρικιού, και η σύβασες τραβούνε καιρόν πολήνε, χωρίς η κόρη να ξέρη ποτέ τίποτα.
Πολύ συχνά συνεβαίνει που ο γαμπρός σε τέτοιες περίστασες μεινάει ενταυτώ σε πολά σπήτια, για να ‘μπορή ν’ ανοίξη πλειστιριασμό. Τότες μιλόντας με τα διάφορα μέρη, λέει του καθενός. Ο δείνας μου δίνει τόσο, και με παρακαλεί… πόσο μου δίνεις του λόγου σου;… Ο πατέρας τότες, ή τραβιέται, ή βάνει—απάνου.

O γαμπρός μεταφέρει και τούτην την νέαν αύξηση στους άλλους πατέριδες, οι οποίοι κ’ εκείνοι πέρνουν τα μέτρα τους… Όλο στέκει σε τούτο το νεγότσιο να πεισμόσουν’ οι πλειοδότες ανάμεσό τους και να αξένουνε… Στο ύστερο, αφού ο πλειστιριασμός βαστάξει πολήν καιρό, και δε βάνει απάνου πουλιό κανένας, ο γάμος γένεται μ’ εκείνον οπού έδωσε το περσσότερο!… Πριν όμως γένη η τελετή του γάμου, οι γονέοι φανερόνουν της κόρης τους πως την επαντρέψανε, της λένε το γαμπρό που της δίνουνε, και πολοί μάλιστα σπρόχνουνε τη φιλοστοργία σε τόσο, ώστε ναν τήνε ρωτήσουνε κηόλες αν τόνε θέλη· αγκαλά και η ερώτηση τούτη γένεται πάντα επί ψιλώ ονόματι, για τόσα και τόσα δίκηα.
Έτσι, η γυναίκα τούτη η οποία έμεινε έως τώρα αγνώριστη και αμελημένη στο σπήτι του πατέρα της, και της οποίας ο νους ετράχινε χωρίς να πλατήνη, χωρίς να θραφή από γενικές ιδέες, εμπαίνοντας εις το σπήτι του ανδρός της, λαβαίνει ευθύς μία θέση στην κοινωνία· θέση νοικοκυράς, θέση η οποία της δίνει ένα όνομα με το οποίο γνωρίζεται, θέση η οποία έπρεπε ναν τήνε ‘βγάλη τουλάχιστον τώρα από το μηδέν, και ναν τήνε κάμη μέλος ισότιμο στην κοινωνία.

Και όμως η θέση που λαβαίνει είναι πολύ μακράν από του ναν τήνε κάνη τέτοια. Η αναθροφή που έλαβε στο σπήτι της, και ο σκοπός για τον οποίον την επήρε ο άνδρας της, τήνε κράζουνε σε μία θέση πολύ κατώτερη· έτσι, η αληθινή της θέση στο σπήτι του ανδρός της είναι, κατώτερη από τον άνδρα της, και μόνον ανώτερη από τες δούλες!… Ο άνδρας της τήνε δέχεται στο κρεβάτι του, τήνε βάνει στην ταύλα του, γιατί και στο ένα μέρος του χρειάζεται και στο άλλο, μα η συντροφιά της δεν του δίνει ευχαρίστηση, και, έως από τες πρώτες ημέρες του γάμου, υποχρεόνεται να προστρέξη στο κοινό καταφύγιον εκεινών οπού δεν ηξέρουνε τι να κάμουνε τη ζωή τους, εις το Καζίνο.

Σε τούτο το Καταφύγιον της Αϊδίας ο νηόγαμπρος, και μετέπειτα ο γονής, περνάει όλη του την ήμερα και μέγα μέρος της νύχτας μαζύ με όλους τους άλλους της θέσης του, οι οποίοι θεληματικώς καταδικάζουν τον εαυτό τους, προκρίνοντες την αϊδία τού Καζίνου παρά την αϊδία τού σπητιού τους.
Όχι πως ο Κεφαλονίτης να ήναι πολύ καλήτερος, από τη γυναίκα του, όχι.

Από παρόμοιους γονείς και οι δύω αναθραφήκανε. Ο άνδρας μάλιστα σαν έφθασε δέκα ή δώδεκα χρονώνε άρχισε να περπατή τους δρόμους μονάχος του, δηλαδή χωρίς τον πατέρα του, εσυναναστράφηκε παιδιά τα οποία εφθείρανε την αθοότητά του, τα ήθη του, και τον εμορφόσανε κατρεγάρη· ενώ εκείνη που μιαν ημέρα έπρεπε να ήναι γυναίκα του, αν όχι άλλο, εδιατηρήθηκε αθόα. Μα ο άντρας, όταν έφθασε 18—20 χρονώνε, και τα καντούνια του τόπου δεν τον εχωρούσανε πουλιό άλλο, ο πατέρας του τον έστειλε να γένη δοττόρος!… Εδώθεν αρχίζει η αιτία της υπεροχής του αντρός.

Εις την Ιταλία, στη Γαλία, στη Γερμανία, ίδε άλλους ανθρώπους, άλλους κόσμους, άλλα έθημα. Για τρεις – τέσσαρους χρόνους εσυνήθησε κηόλες την καλοζωία, που παραχωράει η εξευγένιση και ο μεγάλος κόσμος. Εστάθηκε σε συναναστροφές, εχάρηκε χώρους και θέατρα, ίδε ολούθε γυναίκες ώμορφες, παστρικές και καλά ενδυμένες· γυναίκες οπού εζούσανε τίμια, και μόλον τούτο δεν ανατριχιάζαν’ τη ράχη τους όταν τες εκόντεβε ένας άντρας· γυναίκες ευπροσήγορες και των οποίων η ομιλία ευχαριστούσε και έμπνεε σέβας.

Όλα τούτα, να ‘πη κανείς την αλήθεια, εβγάλανε από την ψυχή του τη στενοχώρια των καντουνιώνε του Τόπου του, και, αν δεν τον εξευγενίσανε, τουλάχιστον του εδώσανε μία ιδέα της εξευγένισης. Ιδέα με την οποία τόσους χρόνους στην Ευρώπη εσυνήθησε. Πώς ημπορεί πουλιό να ευχαριστηθή μέσα στο σπήτι του;

Η βαθύτατη αμάθεια της γυναικός του, του την καταστένει συχαντερή, αν μάλιστα κοντά στην αμάθειά της έχη και την πρετέζα πως είναι δοττόρα!… Η κακή ανατροφή που λαβαίνουνε τα παιδιά του, χωρίς αυτός να ήναι αρκετός ναν τους δώση μίαν καλήτερη, η αταξίες τους, η γλύδα που τα σκεπάζει… τα χοντροϊδή συγύρια του σπιτιού του, η ακαταστασία που βασιλεύει σ’ εδαύτα, η απαστριά, η βρόμα… Η έλλειψη δούλων οι οποίοι να γνωρίζουν’ τα χρέη τους… Όλα τούτα τόνε σπρόχνουνε όξου από το σπήτι του, και του το καταστένουν’ οθηστικό!…
Έτσι, ο δύστυχος ο δοττόρος εγνώρισε το καλήτερο, και δε ‘μπορεί να υποφέρη το χειρώτερο!
Είναι αληθινό πως δεν είναι όλοι δοττόροι, και οι επίλοιποι που δεν εβγήκαν’ από τον Τόπο τους, και δεν ίδανε τα μεγάλα πράμματα του μεγάλου κόσμου, ημπορούσανε να ζούνε ίσια—προς—ίσια με τη γυναίκα τους· μα μία κακότροπη επίρροια εμποδίζει το καλό τούτο.
Οι δοττόροι επιστρέφοντες εις τον τόπον τους σχηματίζουνε μίαν μικράν κοινωνίαν αρίστων, η οποία επιρεάζει τα πνεύματα, χροματίζει τες κοινωνικές σχέσες, και τροπολογεί ανεπαισθήτως το γενικό χαρακτήρα της κοινωνίας.

Οι Δοττόροι μας δεν ημπορούνε να μας διδάξουν’ εκείνα που ίδανε, επειδή δεν φθάνει να ιδή κανείς τα καλά, δια να ημπορή και ναν τα διδάξη. Οι Δοττόροι μας ίδανε τα καλήτερα, και μόνον τους εγεννήθηκε καταφρόνηση δια τα χειρότερα. Έτσι, αυτοί μας εμπνένε το αίσθημά τους, το αίσθημα της καταφρόνησης, και η επίρροιά τους απάνου στην κοινωνία ενεργεί κατά τούτον τον τρόπο.

Ο ιδιώτης λοιπόν καταφρονάει κ’ εκειός τη γυναίκα του, επειδή θέλει να μιμηθή τον καλήτερόνε του· επειδή φερνόμενος καθώς φέρνεται ο δοττόρος, του φαίνεται να συμμόνη κ’ εκείνος εις τη δοττοροσύνη· επειδή νομίζει πως όσο περσσότερο καταφρονάει τη συντρόφισά του τόσο περσσότερην υπεροχή δείχνει εκείνος· και τέλος, επειδή είναι ευκολότερο να καταφρονάη κανείς τα κακά, παρά ναν τα γιατρέβη.

Έτσι, η καταφρόνηση των γυναικών εστάθηκε στην αρχή, στους Δοττόρους, ένα φυσικό αποτέλεσμα, μετέπειτα εις τους μη—Δοττόρους εγίνηκε μόδα, και ακολούθως συνήθειο και έθημο.
Ο Κεφαλονίτης ακόμη λατρέβει μίαν πρόληψη, μία χτηνώδη πρόληψη η οποία τον εκατάπεισε ότι ο νους των γυναικών δεν πρέπει να καληεργήται και να αναπτύεται.

Μια φορά που ο Κεφαλονίτης λατρέβοντας την ανοησία του ελάττωσε τη γυναίκα, ευρέθηκε υποχρεωμένος να ενώση την ύπαρξή του με όντα ελαττωμένα, και έτσι εύρηκε την ποινή του στο έγκλημά του το ίδιο.
Έτσι, η οικογένεια στον τόπο μας, όχι μόνον δεν είναι μια γλυκιά ξανάσαση εις τες πίκρες οπού απαντούμε όξου από το σπήτι, αλλά μάλιστα είναι μία πίκρα περσσότερη, και ίσως η μεγαλήτερη, προσθεμένη εις τες άλλες μας πίκρες.

Και γιατί το φαρμάκομα τούτο εις τη ζωή του Κεφαλονίτη; Επειδή ο Κεφαλονίτης εκιβδήλοσε το Γάμο, δίδοντάς του κάθε άλλο νόημα από εκείνο που έχει από τη φύση!… Επαράβλεψε τα ευγενικά και υψηλά τέλη του Γάμου, και μόνον εχρησιμεύτηκε από τες χοντροϊδείς υλικότητές του!…

2

Η πρώτη φανέροση του γάμου, εκείνο μάλιστα που στον εαυτό του πραγματικώς κάνει το γάμο, είναι η συμπάθεια μεταξύ των δύω ψυχών, και η έκχυσή τους από ένα στήθι στο άλλο. Η συμπάθεια όταν προηγήται την τελετήν την κάνει απαραίτητη, όταν την ακολουθή, την επικηρόνει.

Το αίσθημα τούτο είναι τόσο ευγενικό, τόσο άπειρο, τόσο θείο, που ο άνθρωπος δεν ημπορεί να εννοήση άλλο που να συμμόνη περσσότερο στη θεότητα. Τούτο ακολουθήται από την αμοιβαία βοήθεια· ειλικρινής, ακερδόσκοπη, ολάκαιρη βοήθεια, επειδή ο σύντροφος βοηθόντας το σύντροφο βοηθάει τον εαυτό του, μα τι λέω, το καλύτερο, το αγαπητότερο μέρος του εαυτού του. Έρχετ’ έπειτα η πλάση.

Τα παιδάκια μας είναι τα γεννήματα της αγάπης μας, η αγάπη μας οπού εγίνηκε σώμα, και που στη μεταμόρφωσή της ετελειοποιήθηκε ακόμη περσσότερο.
Εκείνοι όμως των οποίων η ψυχές πνένε αντίθετα αισθήματα, δεν ημπορούνε ποτέ να συναισθανθούνε.

Για τούτη μοναχή την εναντιότητα ο γάμος τότε δεν είναι παρά μία προσποίηση, η οποία σκεπάζει μίαν ένωση απρεπή και άσεμνη. Δύω τέτοια υποκείμενα δεν ημπορούνε ποτέ να αγαπηθούν, και ακολουθώς να ενωθούνε με την αλήθεια· δεν θέλει συμφωνήσουν ‘ποτέ δια την ανατροφήν των παιδιώνε τους, και καλά παραδείγματα δε θέλει ‘μπορέσουνε ποτέ ναν τους δώσουνε.

Ανάγκη πάσα λοιπόν να τεριάζουνε η ψυχές οπού θα ενωθούνε εις γάμον· ανάγκη πάσα να συναναστρέφονται άνδρες και γυναίκες, να γνωρίζονται από πολήν καιρό πρώτα, και να διαλέγονται, κάθε ζευγάρι κατά τες συμπάθειές του, κατά τες κλίσες του.

Τούτο είναι βέβαια κατά τον Ορθόν Λόγον· αλλά τα έθημα τα δικά μας, πόσο δεν απέχουνε από τον Ορθόν Λόγον!…
Εμείς, τα θυλικά μας παιδιά, μόλις φθάσουνε δέκα ή δώδεκα χρονώνε, τα κλειούμε στο σπήτι χωρίς συγκοινωνίαν!… Πουλιό δεν τους είναι συγχωρεμένο να ιδούνε κανήνε, να ‘μιλήσουνε με κανήνε, και πρέπει να μένουν’ εκεί κλεισμένες, έως ότου ο γαμπρός, έπειτα από δέκα χρόνους ακόμη ναν τες γυρέψη!…
Ήθελ’ είναι αδύνατο να θυμόνται οι άνθρωποι πως έχουμε θυγατέρες, αν ελείπανε η προεξενολοήτρες, η οποίες συστένουν’ εξακολουθηνά στους ανύπανδρους τες ανύπανδρες, ορκίζοντας πως δεν είναι ούτε στραβή, ούτε κουτσή, ούτε γόμπα!.. και είναι περίεργο πως απάνου σε τέτοιες πληροφορίες, αν συβαστούμε στο προικιό, γίνεται ο γάμος!… γάμος άσεμνος, οπού ‘μοιάζει περσσότερο με την πρόσταση, με την πορνεία παρά με τον τίμιο γάμο!
Με τούτον τον τρόπο τον εδικόνε μας, εκείνη η συμπάθεια που διαιωνίζει την αγάπην ανάμεσα στα αντρόγυνα, δεν είναι εις εμάς παρά ένα συμβάν όλως – διόλου τυχερό και σπάνιο.

Εξ εναντίας η Αγάπη στ’ αντρόγυνά μας, είναι σαν το σπόρο που πέφτει στην πέτρα· που η δροσιές τον κάνουνε και φυτρώνει, ζει λίγες ημέρες, μα για έλλειψη θροφής το φυτάκι εκείνο ξερένεται. Στην αρχή το αντρόγυνο αγαπηέται, επειδή το πρώτο σίμμομα των δύω γενών φέρνει πάντα μια κάποια αγάπη, μα η αγάπη τούτη δε βαστάει παρά μέρες.

Άπαντα Ανδρέα Λασκαράτου, Εκδόσεις Άτλας, Σσ.67-195, Πρώτη Έκδοση Έργου:1856

email
Πηγή άρθρου: potheg.gr