Τα Τυριά και η ιστορία τους στην Κεφαλλονιά (Μέρος B’)

Τα Τυριά και η ιστορία τους στην Κεφαλλονιά

Τα Τυριά και η ιστορία τους στην Κεφαλλονιά.

Η σχέση του νησιού μας με την τυροκομία είναι αυταπόδεικτη αλλά επαληθεύεται και ιστορικά.

Βασιζόμενοι σε έρευνες του συμπατριώτη μας Γ. Μοσχόπουλου αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με απογραφή του 1810 (British Museum, AD20187), στο νησί παράγονταν 682.615 λίτρες τυρί και από αυτές εξάγονταν 9.102.

Παρόλο που δεν διευκρινίζεται η ανά είδος σύνθεση των ποσοτήτων, το γεγονός της καταγεγραμμένης παραγωγής τυριού είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί φανερώνει την ύπαρξη της απαραίτητης τεχνογνωσίας για την παραγωγή και διατήρηση τυριού σε ευρύτατη κλίμακα.

Πραγματοποιώντας μία μικρή αναδρομή στην εξέλιξη της τυροκομίας, εντοπίζουμε τον πρώτο μικρό δομικό λίθο, του οποίου ο μετασχηματισμός, μας οδήγησε στη σημερινή πραγματικότητα. Αυτό το λιθαράκι ονομάζεται οικοτεχνία. Η οικοτεχνία, συνδυασμένη πάντα με την γηγενή κτηνοτροφία, η οποία ανθούσε στο νησί, αποτελεί την κοιτίδα της πλειονότητας των τυροκόμων του νησιού διαχρονικά.

Εν ολίγοις, μία τότε κτηνοτροφική οικογένεια, για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα προς το ζην, εκμεταλλευόταν στο μέγιστο βαθμό τις παραγωγικές δυνατότητες των ζώων που εξέθρεφε. Έτσι, το μαλλί προοριζόταν για ρούχα, στρώματα, μαξιλάρια και άλλα συναφή.

Το κρέας, είτε πωλούνταν, είτε καταναλώνονταν ενδοικογενειακά. Αναφορικά με το γάλα, όσο δεν χρησιμοποιούνταν ως ρόφημα, μετετρέπετο στο παραδοσιακό, ελαφρώς όξινο γιαούρτι και σε τυρί, τα οποία κάλυπταν τις ανάγκες της οικογένειας.

Κάποια στιγμή, όταν η οικογενειακή παραγωγή πλήθυνε, ανέκυψε η ανάγκη της διάθεσης του πλεονάσματος στην αγορά. Αυτό είναι ένα γεγονός κομβικής σημασίας, που η σημαντικότητά του έγκειται, στο γεγονός ότι ο κτηνοτρόφος-οικοτέχνης, ανακαλύπτοντας το εμπόριο και τους κανόνες που το διέπουν, αποκτά εμπορική συνείδηση. Έν συνεχεία ορισμένοι εξ’ αυτών, ιδιαίτερα οξυδερκείς, διαβλέποντας τη δυναμική που ανέπτυσσαν τα προϊόντα που παρήγαγαν, ιδρύουν τις πρώτες μικρού βεληνεκούς τυροκομικές μονάδες.

Αυτό ήταν το καθοριστικό βήμα για τη μετάβαση από την οικοτεχνία στην κεφαλονίτικη τυροκομική βιοτεχνία.

Κατά την περίοδο που η τυροκομική βιοτεχνία του νησιού μας βρισκόταν στα σπάργανα, δεν ήταν δυνατό να μην επηρεαστεί από τις διεθνείς εξελίξεις, οι οποίες ήταν καταιγιστικές. Είναι απαραίτητο συνεπώς, να διευκρινιστεί το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, ώστε να γίνουν πλήρως κατανοητά κάποια δεδομένα που θα παρατεθούν παρακάτω.

Η Κεφαλονιά λοιπόν δεν ήταν υπόδουλη στην Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά μέχρι το 1797 αποτελεί κτήση της Βενετίας. Στη συνεχεία, ακολουθώντας τις θυελλώδεις εξελίξεις που έφερε στην Ευρώπη η γαλλική επανάσταση, καταλήγει στα χέρια του Ναπολέοντα (α’περίοδος 1797-1800 και β’περίοδος 1807-1814). Στο μεσοδιάστημα της φραγκοκρατίας, μαζί με τα υπόλοιπα επτάνησα, αποτελεί τμήμα της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807).

Το 1814, τα Ιόνια νησιά, συστήνουν ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος, με την επωνυμία “Ενωμένα Κράτη των Ιονίων Νησιών”, κάτω από την αποκλειστική προστασία της Μ.Βρετανίας. Τέλος το 1864 ενώνονται με την Ελλάδα.

Όλη η προαναφερθείσα περίοδος σε συνδυασμό με το ανήσυχο πνεύμα των Κεφαλονιτών τυροκόμων και τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την Ένωση, συνθέτουν το κατάλληλο υπόστρωμα, χάριν του οποίου συνετελέσθει η μεγάλη άνθιση της κεφαλονίτικης τυροκομίας. Οι τυροτέχνες μας, ξεφεύγοντας από τα στενά γεωγραφικά όρια του νησιού, επιδρούν αποφασιστικά στη διαμόρφωση του τυροκομικού χάρτη της Ελλάδας, καθώς και στη διάδοση της φέτας στα Βαλκάνια, στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Αναλυτικότερα μετά το 1864 η τυροτεχνία στο νησί αντιμετώπιζει προβλήματα λόγω του περιορισμένου μεγέθους της αγοράς, των δύσκολων ακτοπλοϊκών μεταφορών, του σχετικά μικρού όγκου και κατά πάσα πιθανότητα σχετικά ακριβής πρώτης ύλης. Έτσι, κάποια στιγμή, αφού οι πολιτικές συνθήκες στην κυρίως Ελλάδα έχουν αποκτήσει κάποια σχετική σταθερότητα, μια μικρή μερίδα τυροκόμων, μετοικίζει και δημιουργεί τις πρώτες, κεφαλονίτικης ιδιοκτησίας, τυροκομικές μονάδες εκτός νησιού, στην ευρύτερη περιοχή της Δ.Ελλάδος.

Τα εδάφη εκεί ήταν εύφορα, υπήρχε αφθονία πρώτης ύλης και σχετικά εύκολες χερσαίες μεταφορές.

Σύμφωνα με αλληλογραφία της οικογένειας Φάντη, η οποία δημοσιεύτηκε σε βιβλίο της κ.Μουστάκη (Η Πυλαρινή Τυροκομία), καταγράφεται το 1902 υπογραφή συμφωνητικού, στην περιοχή της Βόνιτσας, μεταξύ του κεφαλονίτη τυροκόμου και ντόπιου παραγωγού για την αγορά γάλακτος.

Έπειτα λοιπόν από τις επιτυχείς δραστηριότητες των πρώτων τυροκόμων εκτός νησιού, εκδηλώθηκε ένα ευρύ κύμα μετοίκισης κεφαλλήνων τυροτεχνών. Αυτοί ιδρύουν τυροκομεία και διαδίδουν την κεφαλονίτικη τυροτεχνία στην Πελοπόννησο, στα Ιόνια νησιά, στη Στερεά Ελλάδα αλλά και εκτός συνόρων στην Αλβανία, τη Σερβία, τη Ρουμανία, την Ιταλία, την Ουγγαρία και τη Δανία. Ακόμη, παράλληλα με τη συγκρότηση μονάδων παραγωγής, δημιουργούν και σημεία πώλησης σε πολλές πόλεις της Ελλάδας αλλά και στη Νέα Υόρκη. Εξαγωγές φέτας και τυροκομικών προϊόντων πραγματοποιούνται από τις αρχές του 20ου αιώνα, όπως βεβαιώνεται βάσει της αλληλογραφίας που αντήλλασαν.

Το φαινόμενο της ανάπτυξη της κεφαλονίτικης τυροκομίας διαρκεί όλο τον 20ο αιώνα.. Οι Κεφαλονίτες τυροτέχνες, γίνονται πρέσβεις της κουλτούρας του νησιού ανά την υφήλιο και γίνονται ξακουστοί “φετάδες” στα πέρατα του κόσμου. Παράλληλα, η επαφή με το εμπόριο, διευρύνει τους ορίζοντες τους και συμβάλει στην βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης.

Ακόμη, αξίζει να αναφερθεί, ότι οι τυρεργάτες του νησιού, γύρω στο 1920, έχοντας αποκτήσει ταξική συνείδηση, αποδεικνύουν ότι είναι πολιτικοποιημένοι συστήνοντας σωματείο, όπως αναφέρεται από τον κ. Γ.Μοσχόπουλο (Ιστορία της Κεφαλονιάς, τόμος Β’): “Οργανωμένα σωματεία, μέσα στα οποία οι αριστερές δυνάμεις διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο εργατικό κίνημα του νησιού, υπήρξαν: των οικοδόμων Αργοστολίου, των αρτεργατών Αργοστολίου, της οδοποιίας Κουρουκλάδων, των τσαγκαράδων Αργοστολίου και των τυρεργατών Πυλάρου.”

Στο νησί λειτουργούν περί τις 10 τυροκομικές βιοτεχνίες οι οποίες διαθέτουν την παραγωγή τους είτε εντός του νησιού, είτε σε άλλες αγορές τις Ελλάδας (κυρίως Αθήνα). Τα προϊόντα τα οποία παράγονται είναι τα πατροπαράδοτα κεφαλοτύρι, μυζήθρες, ανθότυρο, γιαούρτι και λευκό τυρί( Για να κυριολεκτούμε Η ΦΕΤΑ)! Γιατί, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2002 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η φέτα κατοχυρώνεται μεν στην Ελλάδα ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ-PDO) αλλά σύμφωνα με τον Κώδικα Τροφίμων της Ελληνικής Νομοθεσίας, μόνο η Θράκη, η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Θεσσαλία, η Στερεά, η Πελοπόννησος και η Λέσβος δικαιούνται να κάνουν χρήση του ονόματος κατά μήκος της Ελληνικής Επικράτειας.

Πρέπει να τονιστεί ότι η αναφορά του όρου Φέτα καταγράφεται στην προαναφερόμενη αλληλογραφία της οικογένειας Φάντη, από το 1911. Τώρα έπειτα από περίπου εκατό χρόνια δεν έχουμε το δικαίωμα χρήσης αυτό του ονόματος.

Αυτό το γεγονός προβληματίζει ιδιαίτερα.

email
Πηγή άρθρου: noki.gr