Το πεδεμόντιον των Επτανήσων

Ριζοσπάστες

Ριζοσπάστες

Οι Επτανήσιοι δεν γνώρισαν ουσιαστικά την τουρκική σκλαβιά. Γνώρισαν όμως τη δυτική αποικιοκρατία. Επί αιώνες υπό τους Βενετσιάνους και εν συνεχεία τους Γάλλους και τους Βρετανούς, αγωνίστηκαν σθεναρά για να διατηρήσουν την ταυτότητά τους, ιδιαίτερα στο θρησκευτικό και το γλωσσικό επίπεδο.

Ταυτόχρονα, μετέχοντας εν μέρει στον δυτικό πολιτισμό ή τουλάχιστον αναπτυσσόμενοι μέσα στο κλίμα του, θα αποτελέσουν το «παρατηρητήριο» του ελληνισμού προς τη Δύση.

Παράλληλα, εδώ θα καταφεύγουν οι διωκόμενοι από τους Τούρκους Έλληνες, αρχίζοντας από πολλές επιφανείς κωνσταντινουπολίτικες οικογένειες μετά την Άλωση, συνεχίζοντας με τους Κρητικούς μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669, και φτάνοντας στους καταδιωγμένους Παργινούς μετά την παράδοση της Πάργας στον Αλή Πασά. Εδώ θα καταφύγει και ο Κολοκοτρώνης μετά το ξερίζωμα της κλεφτουριάς του Μοριά.

Τα Επτάνησα θα αποτελούν, έτσι, έναν χώρο συνάντησης των δυτικών και των ανατολικών ρευμάτων, και γι’ αυτό εδώ θα διεξάγεται ένας λυσσαλέος αγώνας για τη διατήρηση της ιδιοπροσωπίας του ελληνισμού. Επιπλέον, λόγω του γεγονότος ότι το καθεστώς της γαιοκτησίας αντιπαρέθετε, λιγότερο ή περισσότερο βίαια, κολλήγους και γαιοκτήμονες, η εισαγωγή του δυτικού φεουδαρχικού συστήματος από τους Ενετούς θα οδηγήσει σε κοινωνικές αντιπαραθέσεις χωρίς προηγούμενο στην ελληνική ιστορία.

Ποπολάροι και καλικάντζαροι θα συγκρουστούν επανειλημμένα. Οπότε στα Επτάνησα ο εθνικός αγώνας κατά των ξένων κυριάρχων θα συνδυάζεται και θα διαπλέκεται με εκείνον κατά των συνεργατών τους γαιοκτημόνων, και συχνά ο τελευταίος θα προηγείται.

Έτσι γεννήθηκε το θαύμα του επτανησιακού και προπαντός του κεφαλλονίτικου ριζοσπαστισμού στον 19ο αιώνα. Και μιλάμε για «θαύμα» γιατί η πυκνότητα των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων και το υψηλό πνευματικό επίπεδο καθιστούν τα Επτάνησα μια εξαιρετικά ιδιαίτερη περίπτωση.

Η γενικότερη συμβολή της Επτανήσου στην πνευματική κίνηση της χώρας θα είναι ανεκτίμητη. Λόγιοι και διαφωτιστές όπως ο Κεφαλλονίτης Βικέντιος Δαμωδός1, οι Κερκυραίοι Ευγένιος Βούλγαρης και Νικηφόρος Θεοτόκης, συγγραφείς όπως οι Ζαμπέλιοι, ο Τερτσέτης και ο Πολυλάς, ποιητές και λογοτέχνες όπως ο Μαρτελάος (1754-1818), ο Γουζέλης (1774-1848), ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Μάτεσης (1794-1875) και ο Βαλαωρίτης, πολιτικοί όπως ο Καποδίστριας, θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή της ελληνικής πνευματικής ζωής. Εδώ, στα Ιόνια Νησιά, θα διατηρηθεί και μια όαση δημοτικισμού, όταν στο ελλαδικό κράτος θα πνέει ο άνεμος της επιστροφής στην αττική διάλεκτο

.Στα Ιόνια Νησιά θα εμφανιστεί ίσως για πρώτη –και τελευταία μέχρι σήμερα– φορά η φιγούρα του οργανικού διανοούμενου, που είναι δεμένος με τις λαϊκές τάξεις, τις εκφράζει και τις καθοδηγεί. Από τα τέλη του 18ου έως τα τέλη του 19ου αιώνα τα Επτάνησα θα πρωτοπορούν, όντας και το πρώτο (ημι)ανεξάρτητο ελληνικό κράτος (η Επτάνησος Πολιτεία, από το 1800 έως το 1807).

Το Ριζοσπαστικό Κόμμα, το οποίο κυριαρχούσε απόλυτα στην Κεφαλλονιά, το μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό νησί, στη διάρκεια της Αγγλοκρατίας θα συνδεθεί με το κίνημα του Μαντσίνι και τον ιταλικό ριζοσπαστισμό, ενστερνιζόμενο και τις πρώτες σοσιαλιστικές αντιλήψεις, αλλά ταυτόχρονα θα θέτει ως βασικό στόχο του όχι απλώς την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, αλλά και την απελευθέρωση ολόκληρου του ελληνικού Γένους.

Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος, ο κυριότερος ίσως ηγέτης των Κεφαλλήνων ριζοσπαστών, μαζί με τον Ιωσήφ Μομφερράτο και τον ιερέα Παΐσιο Μεταξά, στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας του Φιλελεύθερος, που κυκλοφόρησε στις 19 Φεβρουαρίου 1849, τονίζει: «… Θέλομεν τω όντι να γίνωμεν και ουχί να λεγώμεθα απλώς Έλληνες. Θέλομεν να ενωθώμεν εις έν έθνος, αληθώς ελεύθερον και ανεξάρτητον, μεθ’ όλης της ελληνικής φυλής»2.

Και οι Επτανήσιοι, και κυρίως οι Κεφαλλήνες διανοούμενοι, όχι απλώς θα είναι οργανικά δεμένοι με τις λαϊκές τάξεις, αλλά και θα ψηφίζονται από αυτές τόσο στη διάρκεια της Αγγλοκρατίας, όσο και στο ελληνικό κοινοβούλιο. Στην περίοδο 1848-49 θα ενταθούν οι συνωμοτικές κινήσεις στην Κεφαλλονιά και θα πραγματοποιηθούν δύο ένοπλες εξεγέρσεις. Τον Ιούνιο το 1848 διαπιστώθηκαν από τις Αρχές επαναστατικές συνωμοτικές κινήσεις και βρέθηκε και το καταστατικό με τον όρκο της Εταιρείας.

Γι’ αυτές τις κινήσεις θα κατηγορηθούν ο ιερέας Παΐσιος Μεταξάς, ο ιερέας και δάσκαλος Κων. Μοράτος, ο ιεροκήρυκας Κοσμάς Φλαμιάτος (ο εμπνευστής του κινήματος του Παπουλάκου μερικά χρόνια μετά)3.

Λίγους μήνες μετά θα ξεσπάσει η πρώτη εξέγερση, η επονομαζόμενη «εξέγερση του Σταυρού» (14 Σεπτεμβρίου 1848), η οποία κράτησε πάνω από δέκα ημέρες. Κατά τη διάρκειά της σκοτώθηκαν τρεις Άγγλοι στρατιώτες και εκτελέστηκαν ή σκοτώθηκαν δεκάδες επαναστάτες. πρωτοστατούσαν γνωστοί ριζοσπάστες όπως ο Ιωάννης Τυπάλδος Καπελέτος, ο ιερέας Παΐσιος Μεταξάς, ο Γεώργιος Μεταξάς Λυσέος και ο Νικόλαος Φωκάς-Ρεπούμπλικας.

Όταν οι επαναστάτες εισέβαλαν στο Ληξούρι, της πορείας ηγούνταν τρεις ιερείς, οι Ματζουράτος, Κουτουφάς και Βουτσινάς, οι οποίοι κραύγαζαν το σύνθημα «Ζήτω η ελευθερία και η πατρίς»4. Στην εξέγερση της Σκάλας (περιοχή της νοτιο-ανατολικής Κεφαλλονιάς) (15-19 Αυγούστου 1949), που στρεφόταν κατά των Άγγλων, αλλά και κατά των αρχόντων, ορισμένοι από τους οποίους φονεύθηκαν από το πλήθος, και χαρακτηρίστηκε ως «Κομμούνα» της Κεφαλλονιάς, πρωτοστατούσαν οι Θεόδωρος Βλάχος, Αναστάσιος Λαμπρινάτος Μπομποτής και ο παπα-Γρηγόρης Ζαπάντης Νοδάρος, που αποκαλούνταν από τους αντιπάλους του παπα-ληστής και απαγχονίστηκε από τους Άγγλους5, ενώ εξορίστηκαν οι Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος.

Αυτό το κλίμα, στο οποίο συναντώνται ριζοσπάστες και απόγονοι των Κολλυβάδων, όπως ο Κοσμάς Φλαμιάτος, είναι μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα και οδηγεί σε μια εξαιρετική σύνθεση. Ο δυναμισμός του εν λόγω κινήματος θα εκδηλωθεί στη συνέχεια με την ανάπτυξη των πρώτων σοσιαλιστικών και ταυτόχρονα εθνικοαπελευθερωτικών κινήσεων.

Ο Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), από τη νεώτερη γενιά των ριζοσπαστών, θα περάσει στον ρομαντικό σοσιαλισμό και θα επιχειρήσει να δώσει έναν εξισωτικό και κοινωνικό χαρακτήρα στη Μεγάλη Ιδέα μέσα από τη Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία, της οποίας υπήρξε συνιδρυτής μαζί με τον Ανδρέα Ρηγόπουλο, και την Εταιρεία Ρήγας, όπου συμμετείχε και ο επίσης κεφαλληνιακής καταγωγής ριζοσπάστης βουλευτής Ρόκκος Χοϊδάς (1830-1890), ο ιδρυτής της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης, ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Γεώργιος Φιλάρετος, κ.λπ.6 Τέλος, ο Κεφαλλονίτης Μαρίνος Αντύπας (1872-1907) θα συνδυάσει τη σοσιαλιστική και την εθνικοαπελευθερωτική-ανατολική ιδεολογία και θα συμμετάσχει το 1896 στην Κρητική Επανάσταση μαζί με τον Σταύρο Καλλέργη, πριν δολοφονηθεί στη Θεσσαλία, και εντάσσεται στην ίδια παράδοση στη μετεξέλιξή της προς μια εγχώρια σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Οι Επτανήσιοι ριζοσπάστες –και γενικότερα η επτανησιακή παράδοση– επιχειρούν να συνδέσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με την κοινωνική απελευθέρωση και την ορθόδοξη οικουμενική παράδοση, την Ανατολή και τη Δύση, σε μια σύνθεση πρωτότυπη και μοναδική.

Η επτανησιακή παράδοση ξανασυναντά κατά κάποιον τρόπο εκείνη του Ρήγα, του Καταρτζή και του Χριστόπουλου, στις ηγεμονίες και τη Βιέννη, αλλά σε μια βάση πιο στέρεη και μακροπρόθεσμη, διότι ήταν συνδεδεμένη με ελληνικό έδαφος και πληθυσμό. Ιδιαίτερα στην περίοδο που ακολουθεί τη Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 μέχρι την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, το επίκεντρο των ιδεολογικο-πολιτικών ζυμώσεων του ελληνισμού θα μετατεθεί στα Επτάνησα. Η επαφή με το ιταλικό κίνημα, τον Μαντσίνι και τον Γαριβάλδη, θα συμβάλει στη μεταβολή των Ιονίων στο ιδεολογικό Πεδεμόντιο της Ελλάδας.

Όταν θα συγκροτηθούν, το 1860-61, τα «Κομιτάτα της Ενέργειας», που στόχευαν στην ανατροπή του Όθωνα, την Ένωση των Ιονίων με την Ελλάδα, και την εξέγερση όλων των υπόδουλων Βαλκανίων, το επίκεντρό τους δεν θα είναι η Αθήνα αλλά τα Ιόνια Νησιά.

Στην Κέρκυρα θα συμμετάσχουν πολλοί βουλευτές και ο αρχιεπίσκοπος, στη Ζάκυνθο, εκτός από τον Κωνσταντίνο Λομβάρδο, αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Ζακυνθινών ριζοσπαστών, θα συμμετέχουν ιερείς, βουλευτές κ.ά., στη Λευκάδα ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης κ.ά., στην Κεφαλλονιά ο Γεράσιμος Λιβαδάς, στην Αθήνα ο Μάρκος Ρενιέρης και ο Κωνσταντίνος Ασώπιος, στην Πάτρα ο Ανδρέας Ρηγόπουλος7.

Ωστόσο, μετά την ενοποίηση με το ελλαδικό κράτος το 1864, η επτανησιακή οδός δεν θα κατορθώσει, μακροπρόθεσμα, να κυριαρχήσει. Ο ριζοσπάστης δημοσιογράφος και εκδότης του Ραμπαγά, Κλεάνθης Τριαντάφυλλος (1850-1889), θα οδηγηθεί στην αυτοκτονία, και τον ίδιο δρόμο θα ακολουθήσει, το ίδιο έτος, ο Ανδρέας Ρηγόπουλος. Ο Ρόκκος Χοϊδάς θα πεθάνει στις φυλακές της Χαλκίδας αρνούμενος να ζητήσει χάρη, ενώ τον αυτοχειριασμό θα επιλέξει το 1896 και ο Παναγιώτης Πανάς.

email