Τον Κεφαλονίτη τον φοβήθηκε κι ο Άγιος Πέτρος….

Παράδεισος

Παράδεισος

Πολλές φορές είχε γλυτώσει τη ζωή του στη ζούγκλα, από τους καννίβαλους, τ΄άγρια θηρία και τα τρομερά ερπετά, ο αλησμόνητος φίλος μου ο Γεράσιμος.Πολυταξίδεψε, θαλασσοδάρθηκε, ναυάγησε, γύρισε κι αλώνισε όλους τους ωκεανούς και όλες τις ηπείρους του γήινου πλανήτη μας, σαν βέρος Κεφαλλονίτης, αλλά στα στερνά του τα κατάφερε να γυρίσει στο ξακουστό νησάκι του, που συνέχιζε την γόνιμη παραγωγή Οδυσσέων, με γερό κομπόδεμα στην τσέπη του.

Τώρα την φουντάρισα γιά καλά! Δεν το ξανακουνάω ρούπι, είπε στους παλιούς φίλους του.

Κι αγόρασε σπίτια για να κάτσει και να τα νοικιάσει, κι αγόρασε ελιές που δίνουνε ανέξοδα το εισόδημα.

Και παρά τα εξήντα χρόνια του έψαχνε να βρει καμμιά κοπέλλα δεκαεξάχρονη, για να της χαρίσει την αγνότητα και όλη τη φλόγα της δροσερής του νεότητας. Και σαν γνήσιος Κεφαλλονίτης και έπινε και χαρτόπαιζε και τα ζητούσε όλα δικά του, χωρίς βέβαια να παραλείπει να στέλνει του διαόλου, προς φιλοξενίαν, ψυχαγωγίαν και περιποίησην όλους τους γνωστούς του Αγίους.

Αλλά παρά τα ελαττώματά του είχε και ένα προσόν. Αγαπούσε τα αδύνατα πλάσματα. Και τα ζώα και τις γυναίκες.

Κι αφού δεν είχε βρει ακόμη την πολυπόθητη γυναίκα είχε συγκεντρώσει όλη του λατρεία σ’ ένα κοπρόσκυλο που περιμάζεψε από τους δρόμους, που το έπλυνε, το χόρτασε και το βάφτισε με το όνομα του ανακαλύψαντος τον Νέον Κόσμον, ίσως γιά να του θυμίζει τις περιπέτειές του.

-Κολόμπο μου, φώναζε και τα χείλη του στάζανε μέλι.

Κολόμπο….Κολόμπο και αν τον έχανε γύριζε σαν τρελός στα στενοκάντουνα γιά να τον εύρει.

Κολόμπο μου θα γιατρευτείς, τον βεβαίωνε φιλώντας τον στην κρύα και βρωμερή μούρη του, σαν αρρώσταινε.

Και στον Κολόμπο έφερνε μπόλικα σκωτοπλέμονα, ενώ στους φτωχούς συνανθρώπους του, που του ζητούσανε βοήθεια, τους φώναζε.

Όξου!! Όξου!! Χαθείτε διαλεμπαμέσα σας. Χαθείτε από μπροστά μου.

Ήταν μ’ άλλα λόγια ευαίσθητος στην ψυχή και δυστυχώς η ευαισθησία του τον έφερε πρόωρα στην Πύλη του Αγίου Πέτρου, βοήθειά μας.

Μπουκάρησε με τους σεισμούς του Αυγούστου (1953) που σάρωσαν ανελέητα το νησί του, μέσα στο σπίτι του, γιά να σώσει τον αγαπημένο του Κολόμπο και ο μεν Κολόμπο σώθηκε πηδώντας μέσα από τα συντρίμια, ο δε αλησμόνητος φίλος μας Γεράσιμος διάβηκε βιαστικά τον Αχέροντα, αφήνοντας τα καλά του στους αχώνευτους συγγενείς του, λες σαν εκδίκηση, χωρίς διαθήκη κι οι άμοιροι ακόμη παλεύουν στα Δικαστήρια για το μοίρασμά της.

-Τι ζητάς μπροστά μου βρε κάθαρμα, τον υποδέχτηκε ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας.

Σε προσκυνώ Άγιε Πέτρο μου. Σε προσκυνώ…Να…Ήθελα…

-Τι ήθελες βρε τέρας και εμφανίστηκες ενώπιό μου;

-Τίποτσι Άγιε Πέτρο μου!..Τίποτσι. Μόνο νάβλεπα, έτσι από περιέργεια το ξακουστό περιβόλι σου…

-Σύραινε απαίσιε στο πυρ το εξώτερον. Δεν το ξέρεις ότι εδώ δεν έχει θέση κανένας Κεφαλλονίτης;

Και προτού προλάβει ο Γεράσιμος να του απαντήσει, ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας, του έκλεισε με βρόντο την θείαν του Παραδείσου του πόρτα.

Αλλά σαν Κεφαλλονίτης είχε θηλυκό μυαλό κι ο Γεράσιμος. Σιμώνει λοιπόν το χέρι του στο άγιο χτυπητήρι και….

-Πάλι εσύ είσαι βρε αλητούργητε;

-Μια μονάχα χάρη ήθελα Άγιε Πέτρο μου προτού φύγω για κει που με στέλνεις.

-Ας την ακούσουμε του λέει με συγκατάβαση, σαν Άγιος που είναι, ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας

Να με δανείσεις μερικά εργαλεία.

-Και τι είδους εργαλεία βρε αθεόφοβε ζητάς εδώ πάνω;

-Να! Σα να πούμε Άγιε Πέτρο μου, αν είχες τη θεία καλωσύνη να μου έδινες μια τσάπα, έναν κασμά, ένα μυστρί, ένα σκερπάνι κι ένα πριόνι..

Και ο Άγιος Πέτρος άρχισε να γελά με τον κουρλοκεφαλονίτη.

-Και τι θα φτιάσεις μ’ αυτά βρε αντίχριστε; Τον ρωτά περίεργα και καγχάζοντας.

Να!! Έλεγα μήπως σου έχει πέσει πολλή δουλιά Άγιε Πέτρο μου…Και γιά να σε βοηθήσω, συνέχισε, λέω να φτιάξω αντίκρυ έναν παράδεισο, όχι βέβαια μεγάλο σαν τον δικό σου…

Και ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας, αφού στάθηκε γιά κάμποση ώρα αμίλητος και σκεφτικός του ψυθίρισε με χαμόγελο.

-Από σένα όλα να τα περιμένω! Έμπα καλύτερα εδώ μέσα π΄ανάθεμά σε.

email
Πηγή άρθρου: Ένα ανέκδοτο από το βιβλίο του αείμνηστου Χρήστου Βουνά